Ο ρόλος της μεσολάβησης στο χειρισμό κρίσεων

Ο ΟΗΕ στην εποχή της μοναδικής υπερδύναμης
Έκπτωση
25%
Τιμή Εκδότη: 15.70
11.77
Τιμή Πρωτοπορίας
+
79505
Συγγραφέας: Χειλά, Ειρήνη
Εκδόσεις: Σιδέρης Ι.
Σελίδες:288
Ημερομηνία Έκδοσης:01/01/1999
ISBN:9789600801651
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Περιγραφή

Στο βιβλίο αυτό, μελετάται η στάση δύο διαφορετικών μεσολαβητικών δρώντων ενός παγκόσμιου Οργανισμού, όπως ο ΟΗΕ, και μιας μεγάλης δύναμης, όπως η ΗΠΑ, σε δυο μετα-ψυχροπολεμικές -διαφορετικές ως προς τη φύση τους- κρίσεις: αυτή του Ιράκ και αυτή της Γιουγκοσλαβίας. Η επιλογή αυτή στοχεύει στην ανάδειξη των παραγόντων που προσδιορίζουν το ρόλο των διεθνών θεσμών και ιδιαίτερα του ΟΗΕ στον χειρισμό κρίσεων στη μετα-ψυχροπολεμική εποχή.





ΚΡΙΤΙΚΗ



Οι περισσότεροι πόλεμοι δεν τελειώνουν μετά από επιτυχείς διαπραγματεύσεις αλλά μετά από ήττα στο πεδίο της μάχης. Μάλιστα στην περίπτωση των εμφυλίων πολέμων η ειρήνευση μέσω συνομιλιών είναι σαφέστατα σπανιότερη από ό,τι στις διακρατικές συγκρούσεις. Στο διάστημα 1945-1993 μόνο 14 εμφύλιοι πόλεμοι ­ από ένα σύνολο 57 ­ έληξαν με διαπραγματεύσεις [βλ. Roy Licklider, The Consequences of Negotiated Settlements in Civil Wars, 1945-1993, «American Political Science Review», Vol. 89 (3), September 1995, σελ. 684]. Εκατοντάδες προσπάθειες ειρήνευσης δεν τελεσφόρησαν. Παρά τις πρωτοβουλίες πολλών τρίτων να πείσουν τα αντιμαχόμενα μέρη να αποδεχθούν κάποιο συμβιβασμό, οι περισσότεροι εμφύλιοι πόλεμοι στη μεταπολεμική περίοδο έληξαν με στρατιωτική ήττα. Γιατί απέτυχαν και σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουν να αποτυγχάνουν οι διαπραγματεύσεις κaι οι μεσολαβητές;

Ορισμένοι μελετητές έχουν επισημάνει τη σημασία του timing. Οι συγκρούσεις, έχει γράψει ο αμερικανός καθηγητής William Ι. Zartman, είναι «ώριμες προς επίλυση» όταν τα αντιμαχόμενα μέρη έχουν αγγίξει ένα «αμοιβαία επιβλαβές αδιέξοδο» (Ripe for Resolution, Oxford: Oxford University Press, 1989). Αλλοι αναλυτές έχουν εξετάσει την έλλειψη εγκυρότητας και αξιοπιστίας των μεσολαβητών, ενώ ορισμένοι ερευνητές έχουν υποστηρίξει ότι η μεσολάβηση έχει περιορισμένες πιθανότητες επιτυχίας καθώς οι ηγεσίες των αντιτιθέμενων πλευρών ωφελούνται από τη συνέχιση ενός πολέμου.

Η μεσολάβηση τρίτων για την επίλυση μιας σύγκρουσης, αν και παλαιά όσο η σύγκρουση, έχει λάβει σήμερα νέες μορφές. Ισως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εξελίξεις είναι μια μερική «αποκρατικοποίηση» της μεσολάβησης στις διεθνείς σχέσεις. Νέοι δρώντες ­ όπως μη κυβερνητικές οργανώσεις, προσωπικότητες, ακόμη και μέσα μαζικής ενημέρωσης ­ αναλαμβάνουν ολοένα και συχνότερα πρωτοβουλίες για την αποκλιμάκωση ή επίλυση συγκρούσεων. Είναι όμως οι μεσολαβητές αυτοί αποτελεσματικοί σε μεγάλης κλίμακας συγκρούσεις; Τα κράτη, καθώς και ορισμένοι διεθνείς οργανισμοί, συνεχίζουν σε μεγάλο βαθμό να είναι οι αποτελεσματικότεροι μεσολαβητές στις διεθνείς κρίσεις.

Η πρόσφατη κρίση στη Γιουγκοσλαβία κατέδειξε με μεγάλη σαφήνεια τη σημασία της μεσολάβησης στις διεθνείς σχέσεις όχι μόνο όσον αφορά την επίλυση των συγκρούσεων, αλλά και όσον αφορά την ενίσχυση του ευρύτερου κύρους του κράτους-μεσολαβητή μέσω μιας αποτελεσματικής μεσολάβησης. Εχει δίκιο η ελληνική αντιπολίτευση όταν εγκαλεί την κυβέρνηση για έλλειψη μεσολαβητικών πρωτοβουλιών; Μήπως τα μικρά κράτη είναι περισσότερο αποτελεσματικά ως μεσολαβητές καθώς δεν έχουν «παγκόσμια» συμφέροντα; Ή μήπως η παρουσία πολλών μεσολαβητών δυσχεραίνει την αποκλιμάκωση μιας σύγκρουσης καθώς διευρύνει τα περιθώρια ελιγμών των αντιμαχόμενων πλευρών; Ο ρόλος της μεσολάβησης στο χειρισμό κρίσεων είναι η μοναδική μελέτη στην ελληνική γλώσσα που εξετάζει σφαιρικά το φαινόμενο της μεσολάβησης στις διεθνείς σχέσεις. Κι έτσι συμβάλλει σημαντικά στην ευρύτερη δημόσια συζήτηση για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Το βιβλίο υιοθετεί ευθύς εξαρχής έναν σχετικά ευρύ ορισμό της «μεσολάβησης». Η συγγραφέας, που είναι λέκτορας στη Διεθνή Πολιτική στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, δεν αντιλαμβάνεται τη «μεσολάβηση» αποκλειστικά και μόνο ως ένα είδος «διευκόλυνσης» που επιδιώκει να εγκαταστήσει ή να αποκαταστήσει την επικοινωνία ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές, αλλά θεωρεί «μεσολάβηση» και την «επιβολή λύσης από έναν τρίτο παρεμβαίνοντα με χρήση μεθόδων εξαναγκασμού» (σελ. 22). Ο ορισμός αυτός, αν και διαφοροποιεί το βιβλίο από ένα σημαντικό τμήμα της διεθνούς βιβλιογραφίας, αποδεικνύεται αναλυτικά χρήσιμος. Αλλωστε, όπως έδειξαν και οι διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Βοσνίας αλλά και η επέμβαση του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο, τα όρια μεταξύ ειρηνικής και εξαναγκαστικής μεσολάβησης είναι σήμερα μάλλον δυσδιάκριτα.

Το βιβλίο διερευνά δύο βασικούς τύπους μεσολάβησης: της θεσμοθετημένης που ασκείται από διεθνείς θεσμούς και της ηγεμονικής. Η συγγραφέας εξετάζει τη στάση δύο διαφορετικών μεσολαβητικών δρώντων ­ ενός παγκόσμιου οργανισμού (του ΟΗΕ) και μιας μεγάλης δύναμης (των ΗΠΑ) ­ και μελετά τη στάση των διαμεσολαβητών σε δύο διεθνείς κρίσεις: μιας διακρατικής (της ιρακινής) και μιας εθνοτικής (της γιουγκοσλαβικής).

Τα συμπεράσματα της μελέτης είναι ενδιαφέροντα. Η συγγραφέας δεν ενστερνίζεται τις απόψεις των υπέρμαχων της θεσμοθετημένης μεσολάβησης, καθώς υποστηρίζει ότι η τελευταία «περιορίζεται από τις εθνικές προτεραιότητες και επιδιώξεις των κρατών, με αποτέλεσμα τη μείωση της αποτελεσματικότητας και αξιοπιστίας της» (σελ. 22-23). Ουσιαστικά δηλαδή ο ΟΗΕ καταλήγει να χρησιμοποιείται ορισμένες φορές ως «συλλογικός νομιμοποιητικός παράγων ενεργειών που αναλαμβάνονται από μια ηγεμονική δύναμη» (σελ. 256). Το βιβλίο εστιάζει την προσοχή του περισσότερο στα κίνητρα των μεσολαβητών και λιγότερο στα αποτελέσματα της μεσολάβησης. Εν τούτοις ορθά επισημαίνει ότι τα πρώτα προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό τα δεύτερα. «Οταν», γράφει η κυρία Χειλά, η μεσολάβηση «ασκείται από ισχυρά κράτη, μπορεί μεν να επηρεάσει καταλυτικά στην αποκλιμάκωση της σύγκρουσης και να συμβάλει στη σύναψη μιας συμφωνίας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι όροι της εξασφαλίζουν βιώσιμη και μόνιμη λύση του προβλήματος, ιδιαίτερα δε αν εξυπηρετεί περισσότερο το συμφέρον του μεσολαβητή παρά των αντιπάλων μερών» (σελ. 257-258).

Οσον αφορά τις ελάχιστες αδυναμίες του βιβλίου, το τελευταίο κεφάλαιο με τον τίτλο «Συμπεράσματα» είναι απογοητευτικά σύντομο και αδικεί τις ενδιαφέρουσες ιδέες που διατρέχουν τη μελέτη. Ακόμη, το τμήμα που εξετάζει τη γιουγκοσλαβική κρίση κατά την περίοδο 1991-1995 (σελ. 178-217) δεν περιγράφει τις κρίσιμες διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη συμφωνία του Ντέιτον (Δεκέμβριος του 1995) ούτε αναφέρεται στο βιβλίο του Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ Σταματήστε τον πόλεμο. Κραυγή λίγο πριν τον 21ο αιώνα (Ελληνικά Γράμματα, 1998), που αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη δημοσιευμένη πρωτογενή πηγή για τον ρόλο των μεσολαβητών στη γιουγκοσλαβική κρίση.

Σε γενικές γραμμές όμως Ο ρόλος της μεσολάβησης στο χειρισμό των κρίσεων είναι ένα καλογραμμένο και επαρκώς τεκμηριωμένο βιβλίο, που είναι προσβάσιμο όχι μόνο στον στενό κύκλο των ειδικών αλλά και στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό.



Αστέρης Χουλιάρας

ΤΟ ΒΗΜΑ, 11-07-1999

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!