Ένα νησί ταξιδεύει

Ένα νησί στο πέλαγος των καιρών, φορτωμένο νιάτα, όνειρα, φιλίες, έρωτες...
260846
Εκδόσεις: Άγκυρα
Σελίδες:432
Ημερομηνία Έκδοσης:01/01/2004
ISBN:9789604220793


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο

Περιγραφή

Οι ήρωες αυτού του βιβλίου, με σίγουρη πυξίδα τη νιότη τους, ξεδιπλώνουν τα πιο ωραία τους χρόνια μέσα στο κλίμα του παρθένου έρωτα, των αγνών σχεδίων, των αθώων ιδεών, αλλά και των κινδύνων με τους οποίους απειλούσαν την ανθρωπότητα τα δικτατορικά καθεστώτα του μεσοπολέμου.

Κεφάλαιο 6.




Ξαφνικά μια μέρα κι ακριβώς την ώρα που ο Δάσκαλος τους ανέπτυσσε το όγδοο κεφάλαιο απ’ αυτή τη βαρετή "Αγωγή του Πολίτου", άνοιξε η πόρτα της τάξης και μπήκε ένα βήμα μέσα εκείνος ο κυρ-Σταμάτης, ο επιστάτης, με το αγέλαστο πρόσωπο και τον κρύο τόνο στη φωνή του :

"Σε θέλει ο γυμνασιάρχης και παραγγέλνει να τα παρατήσεις όλα και να πας στο γραφείο του. "

Ο Δάσκαλος τον κοίταξε ανέκφραστος. Να το περίμενε αυτό το κάλεσμα ; Κι ήξερε από πριν το ιδιαίτερο νόημά του; Κανένα απ’ τα παιδιά δεν αντιλήφθηκε τίποτα. Υπόκωφα μόνο σαν ν’ άκουσαν όλα να χτυπά βαθιά μες στη συνείδησή τους μια καμπάνα παράξενη. Κοίταξαν τον κυρ-Σταμάτη ερωτηματικά. Αλλά το επίπεδο και στεγνό μούτρο του ανθρώπου της κουδούνας δεν άφηνε να ξεφύγει η παραμικρή ερμηνεία. Στράφηκαν στο Δάσκαλο. Περίεργο, δεν αντιδρούσε. Αντίθετα, θαρρείς ήταν έτοιμος από καιρό γι’ αυτήν την πρόσκληση, την περίμενε, κι ίσως ν’ αναρωτιόταν γιατί είχε αργήσει τόσο. Να ότι επιτέλους έφτασε. Τον είδαν να μαζεύει απ’ την έδρα τα χαρτιά του. Κούμπωσε το σακάκι του. Έριξε και μια θλιμμένη ματιά σ’ όλους τους μαθητές, σαν να τους αποχαιρετούσε. Ύστερα τέντωσε το κορμί και το κεφάλι του. Ακολούθησε τον κυρ-Σταμάτη και βγήκαν.


Μέσα στην τάξη έκανε να ξεσπάσει ένα χαρούμενο πανδαιμόνιο, όπως γίνεται πάντα όταν διακόπτεται ένα μάθημα και μένει ελεύθερος χρόνος για καζούρα. Τελικά δεν ξέσπασε. Την ίδια στιγμή που δυο-τρεις έτρεξαν ως την πόρτα να κοιτάξουν προς το διευθυντήριο για να σιγουρευτούν ότι δε θα γύριζε ο Δάσκαλος πίσω, υψώθηκε μια θριαμβική φωνή μέσα στην αίθουσα, που πάγωσε και τα πανδαιμόνια, και τις κινήσεις, και τα θρανία, και τους τοίχους:

"Εγώ ξέρω τι τον θέλει ο γυμνασιάρχης τον κύριο καθηγητή ! "

Ήταν ο γιος του αξιωματικού της Χωροφυλακής που μιλούσε. Στράφηκαν όλα τα παιδιά περίεργα προς το μέρος του. Τα μάτια τους ρωτούσαν επίμονα να μάθουν. Αυτός δεν έλεγε. Μόνο τους κοίταζε, τους κοίταζε, και τα χείλη του σάλευαν σαν να είχε όρεξη να τους περιπαίξει. Φαίνεται από μέσα του θα μονολογούσε σαν άλλος τύραννος : "Εδώ σας έχω κερατάδες! Πού θα μου πάτε! Αυτή τη στιγμή σας κάνω ό,τι θέλω, και δεν τολμά να μου σηκώσει κεφάλι κανείς!"


Κι όμως το σήκωσε ο γιος του παπά-Λευτέρη, ο Στρατής. Βγήκε απ’ το θρανίο του, πήγε αργά κοντά στον άλλον, τον κοίταξε στα μάτια, και του είπε με βαθιά φωνή:

"Λέγε αμέσως τι ξέρεις !"

Φοβήθηκε άραγε ο χωροφύλακας; Τέτοιες στιγμές κανείς δεν κάθεται να κάνει ερμηνείες. Το μόνο για το οποίο όλοι ήταν βέβαιοι, ήταν ότι ο γιος του αξιωματικού απέβαλε παρευθύς το περιπαιχτικό του ύφος. Μαζεύτηκε στο καβούκι του, αναδιπλώθηκε στο θρανίο, κι έσβησε απ’ το πρόσωπό του εκείνος ο θρίαμβος.

"Θα τον στείλουν εξορία", ψιθύρισε, "κι αυτόν, και τον άλλον της φιλολογίας. "


Εκείνη την ώρα πρέπει να ζουζούνισε κάποια μύγα μέσα στην αίθουσα. Μπορεί να μην υπήρχαν πια μύγες, να είχε περάσει ο καιρός τους. Παρ’ όλο τούτο οι νεανικές καρδιές ήταν σίγουρες ότι ακούστηκε φτερό στον αέρα. Κι αμέσως μετά αυτός ο αέρας έγινε βαρύς, κάθισε ασήκωτα πάνω σ’ όλα τα στήθη. Τα παιδιά καρφώθηκαν στα θρανία τους αμίλητα, γεμάτα ερωτηματικά κι απορίες. Ώσπου ακούστηκε ένα βαπόρι να σφυρίζει μακριά. Όλα τα μάτια γύρισαν και κοιτάχτηκαν. Αυτό το σφύριγμα δεν ήταν απ’ τα συνηθισμένα. Τα ποστάλια είχαν σειρήνες γνωστές. Τις ξεχώριζε ο καθένας με το πρώτο: "Αλμπέρτα", "Έλλη", "Μαίρη Μ. ". Τούτο πρέπει να ήταν καινούριο.

"Είναι απ’ αυτά της άγονης", είπε ψιθυριστά μια φωνή, "περνά μια φορά στους τρεις μήνες και πάει σ’ εκείνα τα έρημα νησάκια που είναι ξεχασμένα στο πέλαγος. "

Πάλι τα μάτια κοιτάχτηκαν. Και δίχως να ειπωθεί καμιά πρόταση, ούτε ν’ ανταλλαγεί καμιά ιδέα, θαρρείς συμφωνήθηκε σιωπηλά να κατεβούν όλοι μετά το σχολείο στο λιμάνι.


Αυτό το "όλοι" ας μην το πάρουμε τοις μετρητοίς. Ο Ρένος, έξαφνα, δεν ακολούθησε. Τράβηξε κατευθείαν σπίτι. Εξαιτίας της αρρώστιας του, οι γιατροί, λέει, του απαγόρευσαν κινήσεις που θα τον κούραζαν. Εξάλλου, ο γιος του αξιωματικού της Χωροφυλακής προφασίστηκε πονοκέφαλο, έφυγε πριν σχολάσει η τάξη. Μπορεί να μην αντιλήφθηκε και την κρυφή συνεννόηση. Εξαφανίστηκε πριν τον πάρουν χαμπάρι. Το ίδιο έκανε κι η "άλγεβρα", το κορίτσι που δε μιλούσε σε κανέναν, όπως επίσης κι ένα-δυο άλλοι που χαζόφερναν κι ο νους τους ήταν στο τι θα φαν και πώς θα την κοπανίσουν.


Οι υπόλοιποι ρίξαν τις σάκες στις πλάτες τους και πήραν το δρόμο για το μουράγιο. Όταν είδαν εκείνο το παλιοβάπορο αραγμένο απ’ την άλλη μεριά του Τελωνείου, χωρίς κόσμο, χωρίς κίνηση, μόνο με μια μαούνα κολλημένη στα πλευρά του, κατάλαβαν ότι αυτό θα ήταν η εξορία που είπε εκείνος ο κάποιος πριν. Στριμώχτηκαν σε μια γωνιά να βλέπουν. Απ’ τη μαούνα φόρτωσαν κάποια κιβώτια. Θα ήταν τα πράγματα των εξορίστων. Απ’ την άλλη είδαν μια μεγάλη βάρκα να ξεκολλά απ’ την ακτή και να τραβά προς την ελεύθερη σκάλα του καραβιού. Μέσα ήταν τρεις χωροφύλακες σταυρωμένοι τα όπλα τους, κι ανάμεσά τους πέντε πολίτες. Οι τρεις απ’ αυτούς ήταν άγνωστοι. Απ’ τους άλλους, ο ένας ήταν ο Δάσκαλος... "Βλέπετε, είναι θλιβερό απ’ τη μια να πιστεύεις ότι επιτέλους κάτι καλό πάει να μεστώσει πάνω στη γη, κι απ’ την άλλη να διαπιστώνεις ότι ετοιμάζουν κιόλας τη συντριβή του…" Η συντριβή αυτή ήταν ζωγραφισμένη στο τσακισμένο του πρόσωπο, έτσι καθώς το στεφάνωναν τ’ ανάκατα απ’ το θαλασσινό άνεμο μαλλιά του. Ο άλλος, ο πέμπτος, ήταν ο φιλόλογος, τ’ όρθιο μέτωπο, τα λεπτά χείλη, "εκείνη η ποίηση των πραγμάτων και των καταστάσεων…" "Ας πούμε ότι βλέπουμε ένα τριαντάφυλλο. Σκεφτείτε την αρμονία των χρωμάτων, ή μάλλον των αποχρώσεων…Αυτή η αρμονία μπαίνει αθόρυβα κι αυτόματα μέσα μας, φτάνει ως την καρδιά μας, την κεντά, την ερεθίζει, της γεννά την αίσθηση της ομορφιάς…"

Αλλά ποιας ομορφιάς, κύριε καθηγητά;

Τώρα μες στην καρδιά των παιδιών γεννιόταν η οργή, η απελπισία, η αγανάκτηση, το μίσος. Γιατί; Γιατί; Με ποιο δικαίωμα; Ποιοι ήταν αυτοί που μπορούσαν να διαφεντεύουν ανερώτητα τις ανθρώπινες τύχες και να επιβάλουν με χωροφυλάκους και με όπλα τις θελήσεις τους;


"Άτιμοι !" ψέλλισε ο Άρης, μιλώντας μόνος. Και ποιος ξέρει αν δε συνέδεσε την εξορία του Δάσκαλου με το επεισόδιο της Ελενίτσας και την τελευταία επίσκεψη του ίδιου στο χημικό εργαστήριο. Τα χείλια του τώρα έλεγαν: "όποιο κι αν είναι το θέμα σου, φρόντισε να κρατήσεις ψηλά το κεφάλι…"

Ψηλά το κεφάλι, Δάσκαλε!

Ψηλά κι εσύ "ποίηση των πραγμάτων"!…


Εκείνο το απόγεμα τα παιδιά δε γύρισαν σπίτια τους. Αποφάσισαν όλοι μαζί να παν κάπου κρυφά και να κλάψουν. Αυτό το συνταρακτικό γεγονός της αναίτιας εξορίας των καθηγητών τους τούς συνέθλιψε. Διάλεξαν το περιβόλι του Στρατή λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ την πόλη.


Πολλές φορές τους είχε καλέσει εκεί ο συμμαθητής. Έλεγε πως ήταν ένας τόπος γεμάτος αηδόνια. Τ’ άκουγε κυρίως τ’ απόβραδο, μέσ’ απ’ τα φυλλώματα των πλατανιών που έζωναν τη ρεματιά ακριβώς στα σύνορα του περιβολιού τους. Έπαιρνε τη σφεντόνα του και πήγαινε κάτω απ’ τα πανύψηλα δέντρα, παραφυλάγοντας πότε θα δει κανένα απ’ αυτά τ’ αθέατα πουλιά, να το βαρέσει, για να το πιάσει στα χέρια του, να βεβαιωθεί ότι ήταν το όντι πουλί αυτό το πλάσμα που έβγαζε απ’ το λαρύγγι του τέτοιες τρίλιες. Κι όμως ποτέ δεν τα κατάφερνε. Όχι γιατί δεν ήταν καλός σκοπευτής, ή γιατί δεν ήξερε να σημαδέψει. Ίσα-ίσα ! Είχε βγει στο κυνήγι με τ’ άλλα αδέλφια του πολλές φορές κι είχε φέρει πλήθος πουλιά στο σπίτι : κοτσύφια, μπεκάτσες, ορτύκια, μελισσουργούς, ως και πέρδικες ακόμα. Με τ’ αηδόνια κάτι πάθαινε. Θες το γλυκό τρίλλισμα, θες οι απίθανές τους μελωδίες, θες το ότι σώπαιναν κι όλα τα άλλα πουλιά ν’ ακούσουν μονάχα αυτά στα πλατάνια, μούδιαζαν τα χέρια του. Πετούσε τη σφεντόνα του και ξάπλωνε ανάσκελα στη γη πάνω στα χόρτα. Ανάσαινε βαθιά τις μυρουδιές απ’ τ’ αγριολούλουδα, τα φλισκούνια, τους αβαγιαννούς και τις αγριοματζουράνες, πού φύτρωναν ελεύθερα έξω απ’ το φράχτη τους. Ψηλά συνέχιζαν το κελάιδισμά τους τα πουλιά. Κι αυτός σιγά-σιγά ένιωθε να διαλύεται ο κόσμος, να διαλύεται κι ο ίδιος μαζί, να γίνεται καπνός κι αέρας, να γίνεται σύννεφο που ταξίδευε ανάμεσα από φαράγγια και χαράδρες, για να βγει ύστερα πάνω απ’ τις κορφές των βουνών, ψηλά, πολύ ψηλά, πάνω ακόμα κι από κει όπου ένας αϊτός μπορούσε να φτάσει.


"Ελάτε ρε στο περιβόλι μας", έλεγε και ξανάλεγε στην τάξη, "είναι κάτιτις άλλο, δεν ξέρω να σας το πω…"



Όλοι απαντούσαν:

"Ναι, ναι, θα ρθούμε."

Αλλά ποτέ δεν το αποφάσιζαν. Πάντα υπήρχε κάποιος λόγο για ν’ αναβάλουν.

Να ότι τώρα ήρθε η στιγμή. Κι όχι βέβαια για ν’ ακούσουν αηδόνια. Μα για να κλάψουν για κάποια όνειρα που δεν είχαν προλάβει ακόμα να γεννηθούν, κάποιες ιδέες που δεν είχαν καν φυτρώσει. Όλοι τους είχαν την αίσθηση ότι ο κόσμος όπου θα τους έβγαζε η πύλη, που αγωνίζονταν να διαβούν, δεν ήταν έτσι όπως τον σχεδίαζε το μυαλό τους. Τα θεμέλια του έτριζαν απαίσια. Οι ρεζέδες στα πορτοπαράθυρά του φαίνεται ήταν σκουριασμένοι. Ποιος ξέρει τι αράχνες, τι φίδια, και τι σκορπιοί θα ’τρεχαν κάτω απ’ τα πατώματά του, και τι θέαμα τότε θ’ αντίκριζαν τ’ αθώα, παρθένα τους μάτια. Η ανάγκη να κλάψουν έγινε ακόμα πιο επιτακτική μέσα τους. Ήταν μια απελπισία που έπρεπε κάπου να ξεσπάσει.

Πήραν το λεωφορείο της γραμμής, έφτασαν στο τέρμα, κατέβηκαν, διέτρεξαν με τα πόδια κανένα χιλιόμετρο έναν χωματόδρομο, βρήκαν το περιβόλι. Άνοιξαν την πόρτα του φράχτη, μπήκαν. Δεν ήταν κανείς. Και το σπιτάκι στο βάθος, κλειστό. Δίπλα του μια πελώρια χαβούζα. Τώρα ήταν αδειασμένη, με τα τοιχώματά της γεμάτα πράσινα μούσκλια, κι αλλού κιτρινισμένα. Απ’ την άλλη μεριά ήταν ένα πλάτωμα. Κάθισαν χάμω γυροτρόγυρα όλοι. Μονάχα ο Στρατής δεν κάθισε. Έγνεψε με νόημα του Άρη. Αυτός τον ακολούθησε. Πήγαν απ’ το πίσω μέρος του σπιτιού, ξεχαρβάλωσαν ένα παραθύρι, πήδησαν στο εσωτερικό. Οι άλλοι τους περίμεναν. Και σε λίγο τους είδαν να ’ρχονται με μια μεγάλη νταμιτζάνα ρακί, κι ένα χοντρό νεροπότηρο. Το γέμισε ο ένας. Ο άλλος το κατέβασε μονοκοπανιάς. Ο πρώτος το ξαναγέμισε. Ο άλλος το πέρασε στο διπλανό του. Βουβά. Ήπιε όσο μπορούσε κι αμέσως μετά αυτός το έδωσε στον παραδιπλανό του. Κανένας δεν έλεγε το παραμικρό. Γέμιζαν μόνο κι έπιναν. Σειρά. Σαν να τελούσαν μια σιωπηλή λειτουργία στ’ όνομα κάποιου θλιμμένου Θεού, που χάθηκε ξαφνικά κι αναπάντεχα απ’ τον κόσμο τους. Ήταν ο Άρης. Ο Στρατής. Ο Θόδωρος. Ο Νάσος. Ο Νότης. Ο Κώστας. Ο Παύλος. Ο Πετρής. Η "καμφορά". Ο Σάκης. Κι άλλοι. Κι εκείνος. Και το ποτήρι γύριζε ξανά και ξανά. Κι η νταμιτζάνα άδειαζε. Ώσπου τα πρόσωπα άρχισαν να θολώνουν.

Θόλωσε κι εκείνος ο δικός μας, και ξαφνικά ένιωσε να ζαλίζεται, ενώ την ίδια στιγμή το στομάχι του τού έφερε αναγούλα. Σηκώθηκε στα γρήγορα, πήγε κοντά στο φράχτη και ξέρασε. Οι άλλοι ούτε που τον νοιάστηκαν. Αλλά κι αυτός δε γύρισε καν να δει τι γινόταν πίσω. Ακούμπησε σε μια μεγάλη κοτρόνα πλάι σ’ έναν κατοχρονίτη πλάτανο, κι έτσι όπως δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του απ’ τη ζάλη, έμεινε να κοιτά ξέπνοα τη θάλασσα –αυτή την μπερμπάντισσα που πήρε τους δυο καθηγητές τους βαθιά της. Εξορία, αυτούς τους άγιους ! Αυτά τ’ αστραφτερά διαμάντια ! Μα εκεί θα έπρεπε να στέλνουν μονάχα κλέφτες, και φονιάδες, κι ανθρώπους του χασισιού –μούτρα που φοβόσουν και σιχαινόσουν ακόμα και να περάσεις από κοντά τους. Τούτοι εδώ, τα αρνιά του Θεού, τι έφταιξαν ; Εκτός κι αν ήταν σκάρτοι από γεννησιμιού τους. Και το ’ξερες κάτι τέτοιο εσύ κύριε Κράτος; Αλλά τότε γιατί τους έκανες καθηγητές και μας τους έστειλες στο σχολείο;

Οι σκέψεις ήταν άκαρπες, δεν έβγαζαν πουθενά. Ήταν κι αυτές ζαλισμένες. Και το αδιέξοδο έδεσε ένα κόμπο στο λαιμό, έδεσε και στην ψυχή άλλον ένα, και μια αίσθηση ασφυξίας τον πλημμύρισε.

Τότε ακούστηκε το πρώτο αηδόνι απ’ ένα δέντρο ψηλά. Ένα σπαραχτικό κελάιδισμα, που γέμισε κλάμα τον αέρα. Μόνο ότι δεν ήταν άναρθρα λαρυγγίσματα. Είχαν ανθρώπινα λόγια φορτωμένα παράπονο. Κι έλεγαν για ένα παλικάρι που είχε μιαν αγαπητικιά, και την αγαπητικιά την πάντρεψε ο πατέρας της μ’ έναν γέρο άρχοντα στο χωριό τους, και το παλικάρι ερήμωσε, πήρε των ομματιών του, βγήκε στα δάση, βγήκε στα βουνά, σύναζε κοντά του τα ελάφια και τα ζαρκάδια, τις νυφίτσες και τους σκίουρους, και τ’ αγριογούρουνα, και τους αρουραίους, και τους διηγόταν την ιστορία του, κι έκλαιγε. Κι ύστερα ένα γουρούνι του είπε: "Και γιατί δεν πας να σκοτώσεις τον άρχοντα, να πάρεις πίσω την αγαπητικιά σου ;" Και το παλικάρι απάντησε: "Γιατί θα γεμίσουν αίματα τα χέρια μου, και με ματωμένα χέρια δεν παίρνουν ποτέ τις αγαπητικιές στην αγκαλιά τους !"

Ύστερα;

¨Η φωνή του αηδονιού σώπασε. Σώπασε κι όλο το περιβόλι. Εκείνος παραξενεύτηκε. Γύρισε προς το δέντρο να δει. Και είδε μέσα στις φυλλωσιές το Στρατή το συμμαθητή του. Αυτός φαίνεται ήταν που κελάιδιζε. Τώρα δεν μπορούσε πια να κελαϊδίσει. Το κορμί του συνταρασσόταν ολόκληρο από δυνατούς λυγμούς. Αυτοί οι λυγμοί ξετίναζαν και τα κλώνια του δέντρου, και τ’ άλλα παιδιά που τα είδαν, δεν άντεξαν. Από μέσα τους η καρδιά πήγαινε να σπάσει. Όλοι είχαν ένα έρημο παλικάρι στα στήθια τους. Κι αυτά τα στήθια ήταν πλημμυρισμένα απόγνωση τώρα. Τα θολά μάτια θόλωσαν ακόμα πιο πολύ. Τα πιωμένα πρόσωπα στράβωσαν. Και τότε μες στις στραβές αυλακιές άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυα ποτάμι…

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!