Ο μεταεθνικός αστερισμός

149151
Εκδόσεις: Πόλις
Σελίδες:250
Μεταφραστής:ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗΣ
Ημερομηνία Έκδοσης:01/06/2007
ISBN:9789608132788


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο

Περιγραφή


Ο Χάμπερμας ερευνά τους κοινωνικοοικονομικούς και ηθικοπολιτικούς όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το σύγχρονο δυτικό, και δη ευρωπαϊκό, κράτος μπορεί να ανακτήσει την αξιοπιστία του έναντι της κοινωνίας και του πολίτη. Και η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί στα αξιακά θεμέλια του ευρωπαϊκού ηθικού και πολιτικού πολιτισμού. Αν στις βάσεις της οικονομικής επέκτασης σε παγκόσμιο επίπεδο βρίσκεται μια στενή, «νεοφιλελεύθερη» αντίληψη για την οργάνωση της κοινωνίας και τις ορθολογικές επιδιώξεις του ατόμου, η αντίληψη αυτή θα πρέπει να ανασκευασθεί υπό το πρίσμα της νεωτερικής παράδοσης της ηθικής και πολιτικής αυτονομίας. Τα άτομα αναπτύσσουν το πλήρες δυναμικό τους όχι μόνον ως οικονομικά αυτοκαθοριζόμενα όντα αλλά και ως πολιτικά αυτονομοθετούμενοι πολίτες. [...]

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου







ΚΡΙΤΙΚΗ



Ο Γιούργκεν Χάμπερμας αποτελεί αυτό που ο Ντόναλντ Ράμσφελντ (ο οποίος πρέπει να έχει, σύμφωνα με το όνομά του, κοινές ρίζες με τον Χάμπερμας) θα αποκαλούσε «παλαιά Ευρώπη». Αποτελεί, με άλλα λόγια, τη συνέχεια μιας μακράς παραδόσεως που πηγάζει από τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και εξακολουθεί να εκφράζεται στις μέρες μας μέσα από μια συνολική θεώρηση των ανθρωπιστικών αξιών, τις οποίες ανάγει σε πρωταρχικό ζητούμενο. Κατά πολλούς, αυτός ο 75χρονος γερμανός κοινωνικός φιλόσοφος, ο οποίος είναι σήμερα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Φραγκφούρτης, αποτελεί τον τελευταίο μεγάλο ευρωπαίο διανοητή.

Το βιβλίο αυτό συγκροτείται από άρθρα και δοκίμια του Χάμπερμας τα οποία μελετούν τους όρους και τις προϋποθέσεις με τις οποίες το σύγχρονο δυτικό κράτος μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των πολιτών του (να γίνει δηλαδή πιο αξιόπιστο πάνω στα ζητήματα που αφορούν τη σχέση του με τους πολίτες), καθώς επίσης και το πώς το ξεπέρασμα των στενών εθνικών ορίων (εντός των οποίων ζυμώθηκαν οι πολιτικές εξελίξεις που οδήγησαν στη δημοκρατία) μπορεί να οδηγήσει σε μεταεθνικές οντότητες (όπως είναι, π.χ., η Ευρωπαϊκή Ενωση) που να αντιπροσωπεύουν ορθά τη βούληση των πολιτών τους. Το ζήτημα λοιπόν είναι να υπάρξει μια τέτοια αναδιάταξη και μετεξέλιξη των εθνικών κρατικών θεσμικών πλαισίων ώστε να είναι δυνατή η ευρύτερη και αποτελεσματικότερη αντιπροσώπευση των πολιτών και στη φάση του λεγομένου «μεταεθνικού αστερισμού». Για να δώσει απαντήσεις ο Χάμπερμας σκύβει πάνω στις βασικές αρχές του ευρωπαϊκού ηθικού, κοινωνικού και πολιτικού πολιτισμού.

Ξεκινάει την αναζήτησή του εστιάζοντας στις ιδέες του (γερμανικού) λαού και του (γερμανικού) εθνικού κράτους, όπως αυτές δημιουργήθηκαν και διαμορφώθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα. Τα εθνικά όρια και ο προσδιορισμός τους, η ομοιογένεια του πληθυσμού (το αίμα), η κοινή γλώσσα και ιστορία (το πνεύμα) αποτέλεσαν δεξαμενές από τις οποίες άντλησαν ιδέες οι φιλόσοφοι που ασχολήθηκαν με το ζήτημα του εθνικού κράτους. Από εκεί ξεκίνησαν λίγο αργότερα και όλες οι θεωρίες του περικλεισμού και του αποκλεισμού που οδήγησαν, μεταξύ άλλων, σε εθνικιστικές ή σε ιμπεριαλιστικές εξάρσεις, αλλά και σε ώριμες δημοκρατικές εξελίξεις, ανάλογα πάντα με την ιστορική συγκυρία. Ο ρόλος και η εξέλιξη του εθνικού κράτους οδηγούν ακολούθως τον Χάμπερμας σε μια αναδρομή στους σταθμούς του 20ού αιώνα, για να διατυπώσει μια απάντηση στο ερώτημα που προκύπτει σχετικά με τον καινούργιο αιώνα, που ήδη διανύουμε, και δεν είναι άλλο από το αν μπορεί να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί η δημοκρατία του κοινωνικού κράτους και εκτός των στενώς εννοουμένων εθνικών ορίων. Υπό μιαν έννοια ένα μέσον για την εξάπλωση της δημοκρατίας θα μπορούσε να αποτελεί και η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη πρακτική (η οποία ως γνωστόν επιβάλλει την διά της εξαπλώσεως των οικονομιών αποδυνάμωση των εθνικών ορίων), αλλά ο Χάμπερμας αμφισβητεί την εκδοχή αυτή. Πιστεύει ότι οι κοινωνικές απορρίψεις που θα μπορούσαν να επισυμβούν προς χάριν της οικονομικής ανάπτυξης θα επέφεραν ένα βαρύ πλήγμα στα κοινωνικά ήθη, κάτι αντίθετο με τις επιταγές του πολιτισμού που κληρονομήσαμε.

Από την άλλη, ο Χάμπερμας στέκεται καχύποπτα μπροστά στα οράματα περί ενός σοσιαλδημοκρατικού «τρίτου δρόμου», και αυτό διότι ακόμη και οι σοσιαλδημοκράτες έχουν αποδεχθεί οριστικά πλέον τη νεοφιλελεύθερη και δαρβινική αρχή ότι οι «έχοντες» είναι έχοντες διότι μπορούν να αποδίδουν και ότι οι «μη έχοντες» είναι στη θέση αυτή διότι «απλώς απέτυχαν». Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και οι πολιτικοί του «τρίτου δρόμου» έχουν φθάσει στο σημείο να παραδέχονται ότι οι άνθρωποι αποκτούν πρόσβαση στον πλούτο ανάλογα με τις δυνατότητές τους και όχι ανάλογα με εκείνες που θα μπορούσε να τους εξασφαλίζει ένα πιο εξελιγμένο κοινωνικό κράτος. Το αποτέλεσμα είναι τελικά να διαχέεται ένα σύνθημα περί «ισχνού κράτους» (σελ. 105), που ενισχύεται ακόμη περισσότερο και από τη φορολογική πίεση που ασκεί η οικονομική παγκοσμιοποίηση. (Φυσικά ο Χάμπερμας δεν αποδέχεται το αξίωμα του Εγελου ότι η συνταγματική μοναρχία είναι το τελειότερο σημείο στο οποίο μπορεί να φθάσει ένα κράτος, αλλά θέλει, όπως ο Εγελος, ένα ισχυρό - δημοκρατικό - κράτος.)

Οπως λοιπόν μπορούμε να συμπεράνουμε, η τροπή των πραγμάτων δείχνει να ανησυχεί τον συγγραφέα, ο οποίος θεωρεί ότι μόνο μια ομοσπονδοποίηση της Ευρώπης θα πετύχαινε τον επαναπροσδιορισμό των κρατικών και των θεσμικών δομών, παράλληλα με την άσκηση μιας ενιαίας και κοινά αποδεκτής πολιτισμικής, κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής. Ιδιαίτερα μάλιστα απέναντι στις κοινωνικές προκλήσεις που μας επιφυλάσσει ο αιώνας που διανύουμε (γενετικές επιλογές, κλωνοποίηση κ.ά.) ο Χάμπερμας προκρίνει την ενεργή συζήτηση που θα περιστρέφεται γύρω από την ηθική και γύρω από την αξία του ανθρώπου ως αυτόνομου όντος σε σχέση με τα στεγνά επιστημονικά (ή αντιεπιστημονικά) επιχειρήματα που κατά καιρούς προβάλλονται. Το βιβλίο του είναι ιδιαίτερα πλούσιο από πλευράς νοημάτων και αποτελεί μια λίαν ενδιαφέρουσα παράθεση σκέψεων και προβληματισμών, η οποία θα μπορούσε να γίνει πολύ πιο εύληπτη αν κανείς μελετούσε ξεχωριστά το κάθε δοκίμιο. Αποκτά δε ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς το τελευταίο διάστημα τα ανθρωπιστικά ιδεώδη που πρεσβεύει η «παλαιά Ευρώπη» έχουν εκτοπισθεί από τον δαρβινικό κυνισμό του ισχυροτέρου και συνεπώς είναι εξόφθαλμη η ανάγκη μιας συντεταγμένης και πνευματικά συγκροτημένης αντεπίθεσης.



Νίκος Α. Κεράνης (οικονομολόγος)

ΤΟ ΒΗΜΑ, 20-04-2003






ΚΡΙΤΙΚΗ



Ο J. Habermas δεν χρειάζεται καμία ιδιαίτερη παρουσίαση σε όσους έχουν έστω και μια ελάχιστη εξοικείωση με τα σύγχρονα φιλοσοφικά και κοινωνιολογικά ρεύματα. Το ελληνικό κοινό μάλιστα ευτύχησε να δει μεταφρασμένα πολλά από τα έργα του -όχι όμως και τα σημαντικότερα. Οι εκδόσεις «Πόλις» μάς παρουσιάζουν μια συλλογή δοκιμίων, διαλέξεων και άρθρων του, κεντρικός πυρήνας των οποίων είναι η μελέτη των επιπτώσεων που έχει η ανάπτυξη της παγκοσμιοποίησης σε ένα τόσο σημαντικό στοιχείο της νεωτερικότητας, όπως είναι το εθνικό κράτος, και οι άμεσες συνέπειες των διαρθρωτικών αλλαγών στο κόσμο των συστημάτων και του βιόκοσμου.

Ο Habermas πολύ νωρίς σ' ένα από τα πρώτα σημαντικά έργα του «Γνώση και διαφέρον» υποστήριζε πως η γνώση είναι αδιαχώριστη από την κοινωνική πρακτική, ο δε αυτοστοχασμός της θεωρίας πρωτίστως εκφράζει το «Διαφωτισμό» της πρακτικής. Η θεωρία προβάλλει ως συστατικό αυτής της πρακτικής. Για τον Habermas αυτό που ο θετικισμός θεωρεί καθαρό είναι αντιφατικό, αυτό που ο νεοφιλελευθερισμός αποκαλεί λύση είναι πρόβλημα και ό,τι η εσχατολογική Αριστερά τύπου Τσόμσκι αποκαλεί όλεθρο γίνεται αντικείμενο κριτικής ανάλυσης.

Στο μνημειώδες έργο του «Η θεωρία της επικοινωνιακής δράσης» -έργο που η μετάφρασή του θα αποτελούσε ευχάριστη έκπληξη και πολύτιμο δώρο- αναλύει το μοντέλο της επικοινωνιακής δράσης σε τρεις τύπους «γλωσσικοποιημένης» δράσης: στο διαπιστωτικό, στο ρυθμιστικό και στο δραματουργικό, και τρεις τύπους επικοινωνίας. Ο κάθε τύπος γλωσσικής δράσης και επικοινωνίας προσδιορίζεται θεματικά μέσα από τρεις απαιτήσεις, που είναι η αλήθεια, η ορθότητα και η αξιοπιστία. Το παρόν έργο εκπληρώνει και τις τρεις απαιτήσεις.

Ο Habermas δεν είναι ένας τυχαίος και επιδερμικός κριτικός του εθνικού κράτους. Στη διεισδυτική και αυτογενή εισαγωγή του ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου τονίζει πως ο συγγραφέας κατανοεί την ιστορική αξία του έθνους-κράτους και τον αρχικά ζωογόνο ρόλο της εθνικής ιδέας. Διαχωρίζει όμως αυτή την πλευρά από το «μεταφυσικό της υπερβάλλον βάρος», που την καθιστά δυσλειτουργική στη στήριξη σύγχρονων πολιτικών ολοτήτων. Ο συγγραφέας διακρίνει, στις εισηγήσεις των γερμανιστών σε μια συνέλευσή τους το 1846, δύο χρόνια πριν από την έκρηξη των ευρωπαϊκών επαναστατικών εθνικών κινημάτων, το φιλελεύθερο πνεύμα του πρώιμου εθνικισμού. Οι γερμανιστές επιδίωκαν μέσα από την ενίσχυση του λαϊκού πνεύματος να αναπτύξουν τις βασικές αρχές για ένα φιλελεύθερο πολίτευμα θέτοντας το έθνος στην εμπροσθοφυλακή του αγώνα κατά του αυταρχικού κράτους. Κόλλησαν όμως σε αυτό το σημείο, γιατί αντιμετώπιζαν το έθνος ως φυσικό προϊόν της αναπτυγμένης πολιτιστικής του ενότητας, πράγμα που δεν τους επέτρεψε να αναγνωρίσουν την ανάγκη ενός πολιτικού προγράμματος για την «κατασκευή» ενός νεωτεριστικού και δημοκρατικού κράτους.

Οσον αφορά ζητήματα δημόσιας χρήσης της Ιστορίας -επώδυνο σημείο και για την ελληνική επιστημονική κοινότητα- δεν διστάζει να θέσει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων, τασσόμενος υπέρ της μελέτης του Daniel Goldhagen «Τα πρόθυμα εκτελεστικά όργανα του Χίτλερ - Κοινοί Γερμανοί και το Ολοκαύτωμα». Κεντρική ιδέα αυτής της μελέτης είναι ότι το Ολοκαύτωμα δεν πραγματοποιήθηκε μόνο από πειθήνια όργανα και φοβισμένους εκτελεστές, αλλά και από κοινούς Γερμανούς, οι οποίοι -όπως και πολλοί άλλοι λαοί σήμερα- είχαν διαποτιστεί από των χριστιανικών προδιαγραφών μίσος προς τους Εβραίους. Οι Γερμανοί βεβαίως, υποστηρίζει ο Habermas, δεν είναι ένας από τη φύση του λαός δολοφόνων, αλλά κάθε πράξη πρέπει να ερμηνεύεται στις ιστορικές διαστάσεις της. Οι μελέτες υποκειμενικού καταλογισμού συμβάλλουν σε μια συλλογική ηθικο-πολιτική συνεννόηση απαλλαγμένη από τον ηθικισμό.

Στο δεύτερο και τρίτο μέρος εκτίθενται οι κεντρικές ιδέες του συγγραφέα για το φαινόμενο του μεταεθνικού αστερισμού. Το σύγχρονο κράτος αναλύεται από τέσσερις απόψεις που συνιστούν ένα ενιαίο σύνολο: α) ως διοικητικό κέντρο και φορολογική αρχή, β) ως συγκεκριμένη εδαφική επικράτεια με ανεξάρτητη κυριαρχία, γ) ως πολιτιστικά ενοποιημένος χώρος συλλογικών ταυτοτήτων και δ) ως χώρος για τη λειτουργία του οποίου προαπαιτούμενο είναι η δημοκρατική νομιμοποίηση. Η θέληση του λαού, η ελεύθερα διαμορφούμενη κοινή γνώμη είναι τα προαπαιτούμενα της νομιμοποίησης του δημοκρατικού έθνους-κράτους. Η πολιτική όμως δεν αρκεί για να διατηρηθεί η ισχύς αυτής της νομιμοποίησης. Απαραίτητη συνθήκη είναι η πολιτική κινητοποίηση να στηρίζεται στα θεμέλια πολιτιστικών συλλογικών ταυτοτήτων. Το υλικό αυτών των θεμελίων το προμηθεύει η ιδέα του έθνους. Μέσα από την πολιτική και πολιτισμικο-εκπαιδευτική διάχυση αυτής της ιδέας οι άνθρωποι εντάσσονται σε νέες μορφές συλλογικών ταυτοτήτων ευρύτερων και ισχυρότερων από αυτές της παραδοσιακής κοινωνίας (οικογένεια, τόπος, δυναστεία). Ο Habermas τονίζει την επιστημονικά αυτονόητη και πολιτικά αμφιλεγόμενη θέση πως «μόνο η συμβολική κατασκευή ενός "λαού" μετέτρεψε το σύγχρονο κράτος σε εθνικό κράτος».

Στην κορυφή αυτού του κράτους βρίσκεται ο χωρισμός του από την οικονομία. Το χώρο αυτού του διαχωρισμού καταλαμβάνει η αγοραία οικονομία, η θεσμική βάση της οποίας βρίσκεται στην αναγνώριση των υποκειμενικών ιδιωτικών δικαιωμάτων. Η μετατροπή του υπηκόου σε πολίτη και αυτοθεσμισμένου φορέα των ατομικών δικαιωμάτων αποτελεί οικουμενική ιδέα κεφαλαιώδους σημασίας για την εξέλιξη του εθνικού κράτους. Η διαλεκτική της ισονομίας και της αντικειμενικής ανισότητας αποδεικνύει πως αυτή καθ' αυτήν η αγοραία οικονομία δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει τη διαλεκτική των δικαιωμάτων. Προς επίρρωσιν της προσπάθειας στήριξης των δικαιωμάτων έρχεται η πολιτική μέσα από τους μηχανισμούς δικαίου και κοινωνικής πρόνοιας.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 αυτή η μορφή λειτουργίας του δημοκρατικού κράτους αρχίζει να δέχεται την ολοένα αυξανόμενη πίεση της παγκοσμιοποίησης. Η τελευταία αναγνωρίζεται από το συγγραφέα ως μια συνεχής διαδικασία και όχι ως μια τελική κατάσταση. Γι' αυτό το λόγο δεν κλαίει και οδύρεται στα μεγαλεία της «λαϊκής κυριαρχίας» και της «εθνικής ανεξαρτησίας», αλλά αναζητεί τρόπους πολιτικής ή μάλλον πολιτικές διείσδυσης του δημοκρατικού λόγου στο σώμα της συστημικής ενσωμάτωσης.

Εδώ αξίζει να υπενθυμίσω πως ο Habermas διακρίνει τέσσερα υποσυστήματα του κοινωνικού συστήματος. Το συστημικό καθοδηγητικό μέσο του υποσυστήματος «προσαρμογή» (οικονομία) είναι το χρήμα και του υποσυστήματος «επίτευξη των στόχων» (πολιτική) η εξουσία, ο δε χώρος τους είναι το σύστημα. Τα δύο αυτά υποσυστήματα διαμορφώνουν τους μηχανισμούς της συστημικής ενσωμάτωσης, οι οποίοι με την ανάπτυξη του καπιταλισμού αποσπώνται από τους μηχανισμούς της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Τη σφαίρα της κοινωνικής ενσωμάτωσης καταλαμβάνουν αυτά τα μέσα συντονισμού δράσης που αφορούν επικοινωνιακές και γλωσσικοποιημένες μορφές συντονισμού. Η επιρροή και το κύρος είναι τα μέσα τους και χώρος τους, ο βιόκοσμος. Ο Νίκος Μουζέλης στο κατά τη γνώμη μου σημαντικότερο επιστημονικό έργο του Επιστροφή στην κοινωνιολογική θεωρία, («Θεμέλιο», 1997) με οξύνοια διακρίνει την αδυναμία που έχει αυτή η μεθοδολογική αρχή, όταν αποσυνδέοντας τους δύο τύπους ενσωμάτωσης υποβαθμίζει τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των τεσσάρων υποσυστημάτων. Ο Κωνσταντίνος Καβουλάκος (Γιούργκεν Χάμπερμας, Τα θεμέλια του Λόγου και της κριτικής κοινωνικής θεωρίας, «Πόλις», 1996) κάνει μια ανάλογη παρατήρηση με έμφαση στις πολιτικές επιπτώσεις της. Σε τελική ανάλυση οι μηχανισμοί συστημικότητας δεν λειτουργούν ανεξάρτητα από τους συμμετέχοντες στην επικοινωνιακή δράση, αλλά και οι τελευταίοι δεν υπάρχουν χωρίς τους μηχανισμούς τους.

Ο Habermas σε αυτό το έργο δείχνει να έχει κατανοήσει τις αδυναμίες αυτού του σχήματος και αναζητεί λύσεις ώστε οι συμμετέχοντες στο βιόκοσμο να μπορούν να επηρεάζουν την πορεία της συστημικής ενσωμάτωσης ή αλλιώς της παγκοσμιοποίησης. Πολύ καλά κατανοεί πως η αφαίρεση αρμοδιοτήτων από το εθνικό κράτος, όπως είναι η νομισματική και φορολογική πολιτική, η αδυναμία άσκησης προνοιακών πολιτικών, η έλλειψη ταύτισης της πολιτικής με τα όρια της επικράτειας, αλλά και προβλήματα που απορρέουν από τα μεταναστευτικά ρεύματα, την τυποποίηση των κοινωνικών συμπεριφορών, την αμφισβήτηση των συλλογικών ταυτοτήτων, όλα αυτά ανοίγουν χάσματα νομιμότητας. Αυτά δεν καλύπτονται με νεοφιλελεύθερες πολιτικές και με μια διακυβερνητική, άρα αδύναμη, Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ο Habermas αναμφισβήτητα τάσσεται υπέρ μιας Ομόσπονδης Ευρώπης ως προϋπόθεση για την άσκηση υπερεθνικών οικονομικών πολιτικών κοσμοπολίτικης διάστασης (όχι βεβαίως υπέρ ενός παγκόσμιου κράτους). Το στοίχημα της Ευρώπης είναι αν μπορεί, αφ' ενός, να επιβάλλει «σε ισχυρούς συμμέτοχους της αγοράς ανακατανεμητικές υποχρεώσεις» και αφ' ετέρου, να σχηματίσει μια νέα συλλογική ταυτότητα πέρα από τα όρια του έθνους-κράτους. Ο κοινωνιολόγος θίγει το πρόβλημα, αλλά δεν προσφέρει έτοιμες συνταγές. Μας προειδοποιεί πως είμαστε ακόμα στο προσχέδιο. Υπάρχουν όμως δύο παράγοντες που μπορούν να μετατρέψουν το προσχέδιο σε σχέδιο. Ο ένας συνδέεται με τη δυνατότητα να δημιουργηθεί στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών (βιόκοσμος;) μια αίσθηση κοσμοπολίτικης συνείδησης. Ο ίδιος δεν πιστεύει ότι οι υπερεθνικές οικονομικές πολιτικές μπορούν να στηριχτούν στις πολιτικές και γραφειοκρατικές ελίτ. Αρκεί, θα πρόσθετα, να έχει παρακολουθήσει κανείς έστω και μία συνεδρία των διαφόρων σωμάτων της Ενωσης για να μην έχει καμία αμφιβολία για αυτό. Αυτές οι πολιτικές εξαρτώνται από την πίεση της κοινωνίας των πολιτών και των οργανώσεών της ή, αλλιώς, από τον κόσμο της επικοινωνιακής δράσης.

Αυτό όμως που θα κινητοποιήσει μια τέτοια προσπάθεια είναι η αναγνώριση του οικουμενικού χαρακτήρα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Habermas αποδεχόμενος πλευρές της μεταμοντέρνας κριτικής δεν υποτιμά τις αντιφάσεις που εμπεριέχονται στο νεωτερικό παράδειγμα. Αντιφάσεις που αφορούν τη μετατροπή της υποκειμενικότητας σε κατασταλτική αρχή, τη μετατροπή της ελευθερίας σε πειθαρχία και της χειραφέτησης σε κατακερματισμό. Από τη μεταμοντέρνα κριτική όμως απορρίπτει το γλωσσικό ιδεαλισμό και την άρνηση της οικουμενικότητας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (είτε αφορούν τους ανυπεράσπιστους σήμερα Ιρακινούς πολίτες, τους Αμερικάνους των δίδυμων πύργων χθες και τους κατοίκους του Σεράγεβο παλαιότερα, όταν επί τρία συνεχόμενα έτη η πόλη τους βομβαρδιζόταν από τον «αδελφό» Μιλόσεβιτς). Η χαμπερσιανή οικουμενικότητα όμως δεν είναι αφαιρετική, που θεωρεί πως το άτομο προϋπάρχει της κοινωνίας (Locke), αλλά μια οικουμενικότητα δημοκρατική, πολιτική, που κατανοεί πως «ο εξορθολογισμός δεν βουλώνει μόνο τις πηγές αλληλεγγύης, αλλά ανακαλύπτει νέες, όταν οι παλαιές στερεύουν». Χρειάζεται μήπως να προσθέσω κάτι παραπάνω για την επιστημονική εμβέλεια και την πολιτική σημασία της παρούσας έκδοσης;



ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 11/07/2003

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!