Ο αξιοπρεπής κύριος Πνιν

151982
Συγγραφέας: Ναμπόκοφ, Βλαντιμίρ
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Σελίδες:231
Μεταφραστής:ΓΙΑΜΑΛΙΔΟΥ ΜΑΡΙΑ
Ημερομηνία Έκδοσης:01/04/2003
ISBN:9789600335118


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο

Περιγραφή


Αυτό που σήμερα θεωρείται το κωμικό αριστούργημα του Ναμπόκοφ (γραμμένο ανάμεσα στη Λολίτα και τη Χλομή φωτιά) χαρτογραφεί τη ζωή του Ρώσου καθηγητή Τομοφέι Πνιν σε μια Αμερική γεμάτη πλυντήρια και διαφημίσεις, κουτσομπολιά και ακαδημαϊκές πλεκτάνες. Άνθρωπος πολύπλοκων αισθημάτων, ο Πνιν δίνει συνεχώς μια μάχη με τη νέα του πατρίδα και τη νέα του γλώσσα. Και σε αυτή τη διασκεδαστική όσο και συγκινητική ιστορία ενός ανθρώπου που μοιάζει γεννημένος για την αποτυχία, σ' αυτό το μυθιστορηματικό χρονικό ενός Ευρωπαίου που δυσκολεύεται να κατανοήσει τον Νέο Κόσμο, υπάρχει όλο το πάθος μιας γενιάς που ξεριζώθηκε άσπλαχνα και ανεπανόρθωρα από το παρελόν της.





ΚΡΙΤΙΚΗ



Ελάχιστοι συγγραφείς μπορούν να καυχηθούν πως μέσα από το έργο τους κατάφεραν να εισαγάγουν μια νέα λέξη στην παγκόσμια σκέψη, προερχόμενη από το όνομα κάποιας λογοτεχνικής περσόνας τους. Ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ είναι μία εξ αυτών των σπανιότατων περιπτώσεων, με την πασίγνωστη πλέον λέξη-σύμβολο Λολίτα. E, λοιπόν, όσες εικόνες, σκέψεις και συμπεριφορές εγείρει η αναφορά του ονόματος της προαναφερθείσας κορασίδας, άλλες τόσες κι εξίσου δυνατές θα εγείρει εφεξής στη σκέψη μου η αναφορά και μόνο της λέξης Πνιν, πρωταγωνιστού του κωμικού αυτού αριστουργήματος του Ναμπόκοφ.



Χλιαρός και αδιάφορος



Ο Πνιν ωστόσο δεν είναι ένας γοητευτικός χαρακτήρας. Αντιθέτως, σε όλες του τις εκφάνσεις, είναι μάλλον απογοητευτικός, χλιαρός, αδιάφορος. Τα πάθη, οι έρωτες, η ζωή του η ίδια, είναι αναλόγως χλιαρά, γεγονός που ο συγγραφέας κάθε άλλο παρά επιχειρεί να μεταμφιέσει. Στην πορεία του βιβλίου παρακολουθούμε τον αυτοεξόριστο, μεσήλικο διανοούμενο Τιμοφέι Πνιν να πασχίζει να αφομοιωθεί από μια Αμερική που του στάθηκε ως αμφίθυμη δεύτερη πατρίδα, να κάνει απέλπιδες προσπάθειες να υιοθετήσει τη γλώσσα, τον τρόπο σκέψης της, να γίνει μέλος μιας εκ των πολυάριθμων και ανακόλουθων ακαδημαϊκών της κοινοτήτων. Βλέπουμε τον ενθουσιασμό του απέναντι στις μικρές χαρές της αμερικάνικης ζωής - όπως η αγορά μιας ολοκαίνουργιας οδοντοστοιχίας -, τη νοσταλγική ανάδυση του παρελθόντος, σε στιγμές ονειροπόλησης - όπως ένας ματαιωμένος νεανικός γάμος με μιαν άπιστη γυναίκα, που εκτός των άλλων επί του παρόντος του φορτώνει τη φροντίδα του σπλάχνου της, αποκτηθέντος από άλλον σύζυγο -, πάνω απ' όλα όμως στο σκουρόχρωμο, ρυτιδιασμένο πρόσωπό του βλέπουμε τη Ρωσία των αρχών του 20ού αιώνα, τη γεμάτη αγαθές προθέσεις και ευγενή ιδανικά, να ξεψυχά, να συνθλίβεται υπό το βάρος μιας νέας πραγματικότητας, στην οποία αδυνατεί και αρνείται να αντεπεξέλθει.

Σε κανένα άλλο βιβλίο του ο Ναμπόκοφ δεν εξαντλεί τόσο την ειρωνεία του απέναντι στο γλωσσικό ιδίωμα των «σλαβικών» αγγλικών. Σύμφωνα που αντικαθίστανται από άλλα, κατά την εκφορά του λόγου του αδιόρθωτου Πνιν (v αντί για w στο πρωτότυπο, πολύ εύστοχα μεταφρασμένα σε φ αντί θ από τη μεταφράστρια), άμεση αντιπαραβολή στα ρωσικά των αστεϊσμών ή ορισμένων εκφράσεων που χρησιμοποιεί ο Πνιν και οι ομοεθνείς του, αλλά και μια ακατάσχετα παιγνιώδης διάθεση, που φτάνει στο σημείο της εισαγωγής του ίδιου του αφηγητή, ως λογοτεχνικής περσόνας, παλιού φίλου του Πνιν, χωρίς καν να μεταμφιέζει το πραγματικό του όνομα. Πράγματι, με περισσή περιέργεια από την αρχή του βιβλίου παρατηρούμε μια περιστασιακή παραβίαση της τριτοπρόσωπης αφήγησης, με κτητικές αντωνυμίες (άλλωστε ο αρχικός τίτλος που σχεδίαζε να δώσει ο Ναμπόκοφ στο έργο ήταν Ο φτωχός μου Πνιν) ώσπου προς το τέλος ο αφηγητής, για τον οποίο έχουμε μάθει ότι είναι σπουδαίος αυτοεξόριστος συγγραφέας, λέγεται Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς κι έχει ως χόμπι του να μαζεύει πεταλούδες (!) από σύμπτωση και μόνο δεν πέφτει πάνω στο λογοτεχνικό του δημιούργημα, που μάλιστα τρέφει για δαύτον ανάμεικτα αισθήματα, θαρρείς και υποπτεύεται την ειρωνεία με την οποία ο Ναμπόκοφ τον στολίζει από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του βιβλίου.



Ακροβάτης ολκής



Σε επίπεδο γλώσσας και ύφους, το βιβλίο είναι ένα διαμάντι. Με δίκαιη αυτοπεποίθηση για το επίπεδο των αγγλικών του, ο Ναμπόκοφ αποδύεται σε μιαν ασύστολη όσο και ηδονική επίδειξη των ακροβατικών του ικανοτήτων, παίζοντας ανάμεσα στο βραχύ και το μακροπερίοδο, τη λεπτολογία των χώρων ή των αισθημάτων, αλλά και με μία τόσο ευφυή χρήση της υπερβολής ως κωμικού μέσου, που το βιβλίο είναι στην κυριολεξία ξεκαρδιστικό. Παρομοιώσεις και μεταφορές που σχεδόν παραπέμπουν στο παράλογο, κι ενσωματωμένες στη ροή της αφήγησης με μιαν άνεση που μονάχα ο Προυστ ίσως διέθετε, έστω και χωρίς την ίδια εξωφρενική κωμική διάθεση. Σκανδαλίζομαι τόσο, που πρέπει να αναφέρω μερικές: «ρουθούνια πεθαμένου» «ξανθές βλεφαρίδες που μοιάζαν με δολώματα για ψάρια», «ερωτικές γαλότσες», «άψυχος πολυέλαιος», «ενδημικά μαξιλάρια».

Οσο όμως κι αν η κωμική γραφή μπορεί να αποτελέσει δέλεαρ για τη δημιουργία ενός επίπεδου, αβαθούς έργου, ο Ναμπόκοφ δεν πέφτει καθόλου σ' αυτή την παγίδα. Γιατί, περνώντας μέσα από τον γαργαλιστικό ιστό της αφήγησης, οι απόψεις του Ναμπόκοφ για τις δυο του πατρίδες, αλλά και για τη φύση του ανθρώπου, εμφανίζονται αιχμηρές κι αδιαπραγμάτευτες σαν καρφίτσες κρυμμένες σε ένα άνετο ρούχο. Ο συγγραφέας για άλλη μία φορά σφάζει με το γάντι τον κόσμο των αμερικανών ακαδημαϊκών, κάνοντας λόγο για τα επιδοτούμενα προγράμματα των πανεπιστημίων τους, την αδιάφορη προσωπικότητά τους, που πολλές φορές φτάνει σε επίπεδο κιβδηλογραφίας του τίτλου τους (όπως ένας Πρόεδρος Τμήματος Γαλλικής Λογοτεχνίας που δεν διαβάζει ποτέ λογοτεχνία και δεν γνωρίζει λέξη γαλλικά). Φανερώνει τον απερίφραστο όσο και δικαιολογημένο σνομπισμό του για το καλλιτεχνικό και πνευματικό κατεστημένο των αυτοεξόριστων συμπατριωτών του και ακόμη, σε ορισμένες σελίδες που αιμορραγούν από τρυφερότητα και θυμίζουν τα λυρικότερα σημεία της Λολίτας ή άλλων έργων της ιδίας περιόδου, ο Ναμπόκοφ μάς δείχνει πόσο βαθιά γνωρίζει την ιστορία του ανθρώπου, «την ιστορία του πόνου» όπως την αποκαλεί σε κάποιο σημείο διά στόματος Πνιν.



Μια σαστισμένη Ιφιγένεια



Εστω λοιπόν και αν η ενασχόλησή του σ' αυτό το έργο μ' έναν πρωταγωνιστή συγκινητικά αδιάφορο επέβαλε στη μοίρα τού Πνιν να είναι ο φτωχός συγγενής της «αμερικανικής» τριλογίας του Ναμπόκοφ (ανάμεσα στη Λολίτα και τη Χλωμή φωτιά), το μυθιστόρημα σε τίποτε δεν υστερεί από τα δύο αυτά τραγικά αριστουργήματα. Στον πυρήνα του, κι ας μην περιέχει δολοφονίες ή δολοφονικά πάθη, ο Πνιν ίσως είναι κι αυτός μια τραγωδία, απλώς μ' έναν πρωταγωνιστή κάπως άβουλο, αποπροσανατολισμένο και λιγότερο «τραγικό» με τη δραματική έννοια. Μπροστά στη Μήδεια που εκπροσωπεί ο Χάμπερτ Χάμπερτ, ο Πνιν ίσως είναι μια σαστισμένη Ιφιγένεια, μεταφερμένη σ' έναν άγνωστο τόπο λίγο προτού γίνει βορά των μπολσεβίκων. Κι αν μη τι άλλο, όπως κι ο ίδιος ο Πνιν αναφέρει σε μια παλιά, ξεχασμένη πρόταση γάμου (η οποία είχε γίνει δεκτή!) «... μια μεγαλοφυΐα θα πρέπει να αποθηκεύει πράγματα για το μέλλον... ενώ εγώ θα σας προσφέρω ολόκληρο τον εαυτό μου, για να σας κάνω ευτυχισμένη». Αν υποθέσουμε λοιπόν ότι το ίδιο συμβαίνει κι ανάμεσα σε λογοτεχνικούς χαρακτήρες κι αναγνώστες και ότι κατέχουμε στην ολότητά τους μόνο τους αποτυχημένους και τους αντιήρωες, ε, τότε, δεν μπορούμε να γυρίσουμε την πλάτη στη γενναιόδωρη πρόταση του Πνιν. Που, εκτός των άλλων, μας προσφέρει τόσο γέλιο, που μας κάνει-σχεδόν-ευτυχισμένους.



Αύγουστος Κορτώ (συγγραφέας)

ΤΟ ΒΗΜΑ , 15-06-2003







ΚΡΙΤΙΚΗ



Ο Πνιν (1957) είναι το τέταρτο γραμμένο στα αγγλικά μυθιστόρημα του Ναμπόκοφ, δηλαδή αυτό που ακολούθησε την περίφημη Λολίτα (1955). Το γεγονός πως κυκλοφόρησε αμέσως μετά το πιο δημοφιλές -ή το μόνο δημοφιλές- έργο του αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα της συγκρατημένης υποδοχής του από το κοινό αλλά και την κριτική. Παρ' όλα αυτά, ο Πνιν σήμερα θεωρείται έργο ισάξιο της Λολίτας, αποτελώντας με αυτήν και τα μυθιστορήματα Χλωμή φωτιά (1962) και Αντα (1968), τη μυθιστορηματική τετράδα που αντιπροσωπεύει την καλλιτεχνική κορύφωση του Ναμπόκοφ.



Ενα αντίδοτο της Λολίτας



Ο Πνιν σε αρκετά σημεία λειτουργεί αντιστικτικά ως προς τη Λολίτα. Η τολμηρότητα του εγωιστικά αμοραλιστή πρωταγωνιστή της Λολίτας Χάμπερτ, καθώς κι εκείνη του θέματος (το ερωτικό πάθος ενός ηλικιωμένου για ένα νυμφίδιο) αντικαθίστανται από την ταπεινή ηθικότητα του Πνιν και από μια ουσιαστικά αντανακλαστική δράση που χαρακτηρίζεται από ευγένεια και ανιδιοτέλεια. Ο πρώτος είναι ένας ήρωας ενεργητικός και σεξουαλικός, που γίνεται τραγικός μέσα στην κλιμάκωση του πάθους του, ενώ ο δεύτερος είναι παθητικός: ασεξουαλικός, αδέξιος, μοναχικός, ιδιόρρυθμος, φτάνοντας στο σημείο να δίνει την εικόνα ενός κλόουν. Και οι δύο είναι Ρώσοι αυτοεξόριστοι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι που προσπαθούν να προσαρμοστούν στο νέο κόσμο της Αμερικής, αλλά με πολύ διαφορετικά αποτελέσματα: ο Χάμπερτ είναι ευπροσάρμοστος, ευέλικτος και επιτυχημένος, ίσως επειδή παράλληλα με τις διανοητικές του ικανότητες διαθέτει και τη δύναμη του πάθους, ενώ ο Πνιν δείχνει να προσαρμόζεται πολιτισμικά και κοινωνικά μόνο επιφανειακά (με χαρακτηριστικό σύμβολο αυτής της κατ' επίφαση προσαρμογής την ιδανικά συμμετρική τεχνητή οδοντοστοιχία, με την οποία διορθώνει τη φυσική ασυμμετρία των δοντιών του). Με τον τρόπο αυτόν την τραγικότητα του ανεξέλεγκτου πάθους του Χάμπερτ αντικαθιστά η επικοινωνιακή και γλωσσική τραγικότητα του Πνιν, ο οποίος προσπαθεί να συνομιλήσει (στην καθημερινή του ζωή), αλλά και να διδάξει (στο πανεπιστήμιο) με μια γλώσσα την οποία δεν ελέγχει και τη χρησιμοποιεί με τρόπο πρωτόγονο. Ο πρωτογονισμός επομένως ή, αλλιώς, η έλλειψη ελέγχου χαρακτηρίζει τους πρωταγωνιστές και των δύο μυθιστορημάτων, με τη διαφορά πως στη Λολίτα αυτό που ελέγχεται είναι η γλώσσα και εκείνο που δεν ελέγχεται είναι το πάθος, ενώ στον Πνιν ελέγχεται το πάθος, ενώ η γλώσσα όχι.

Παρ' όλες, όμως, τις διαφορές των δύο πρωταγωνιστών, οι προθέσεις του συγγραφέα απέναντί τους του φαίνεται πως είναι όμοιες, μια και χαρακτηρίζονται από την τάση του να κάνει τον αναγνώστη να τους συμπαθήσει. Θα μπορούσαμε μάλιστα να ισχυριστούμε πως αυτή η συμπάθεια είναι μεγαλύτερη για τον εγωιστή και αμοραλιστή Χάμπερτ παρά για τον Πνιν. Αυτό ίσως οφείλεται στο γεγονός πως ο πρώτος -μια και πρόκειται για ήρωα ενός άνομου ερωτικού πάθους -χρειάζεται περισσότερο τη συμπάθεια του αναγνώστη. Ο Πνιν, αντιθέτως, γίνεται συμπαθής χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, και ίσως γι' αυτό ο συγγραφέας, θέλοντας να διατηρήσει μια διαλεκτική ισορροπία ανάμεσα στη δράση του πρωταγωνιστή και στη συναισθηματική ανταπόκριση ή εμπλοκή του αναγνώστη, επιτρέπει συχνά στον αφηγητή να δείχνει μια καλυμμένη σκληρότητα, κάνοντας τον αναγνώστη να γελά με τον (ή σε βάρος τού) Πνιν, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν αφήνει να φανεί ο σεβασμός του για το ήθος της ζωής του Πνιν γενικώς, και πιο συγκεκριμένα για την αφοσίωσή του στην πρώην σύζυγό του και στο γιο που αυτή απέκτησε με τον άνδρα για τον οποίο τον εγκατέλειψε.

Ο Πνιν, οπωσδήποτε, είναι ένα μυθιστόρημα που δεν προκαλεί ενδιαφέρον με τον τρόπο της Λολίτας, αλλά πιο διακριτικά, στο επίπεδο της δομής κυρίως, καθώς και σε εκείνο των μοτίβων και του θέματος. Σχετικά με τη δομή, η οργάνωση του έργου σε κεφάλαια, που είναι δυνατό να λειτουργούν και ως αυτόνομα διηγήματα, δημιουργεί στο συγγραφέα προβλήματα που για να τα ξεπεράσει χρησιμοποιεί με τρόπο αποκαλυπτικό πολλές από τις συνθετικές αρχές που υπάρχουν μεν στα αφηγηματικά έργα του, αλλά όχι τόσο ευδιάκριτα όσο στον Πνιν.

Εκτός από τα προβλήματα που θέτει το μυθιστόρημα στο επίπεδο της σύνθεσης, ερμηνευτικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα προβλήματα τα σχετικά με την ταυτότητα του αφηγητή, η οποία αποτελεί ένα σταθερό αντικείμενο αφηγηματικής πραγμάτευσης από τον Ναμπόκοφ. Είναι, μάλιστα, δυνατό να δούμε το πρόβλημα της σύνθεσης και το πρόβλημα της ταυτότητας του αφηγητή να συνδυάζονται σε έναν αφηγηματικό πειραματισμό ικανό να δικαιώσει το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, δίνοντας σε αυτό μια θέση όχι εντυπωσιακά αλλά διακριτικά σημαντική μέσα στο πεζογραφικό έργο του Ναμπόκοφ.



Το θεματικό πλέγμα



Η αντίληψη του Ναμπόκοφ σχετικά με την πιο βασική αφηγηματική αρχή του μυθιστορήματος, την ιστορία και την πλοκή, διαφέρει από την παραδοσιακή, καθώς πιστεύει στην αναπόφευκτη μεν, αλλά δευτερεύουσα σημασία της. Γι' αυτό προτείνει μια πρώτη ανάγνωση που προσλαμβάνει και αφομοιώνει τα στοιχεία της πλοκής, για να αφήσει στη συνέχεια το πεδίο ελεύθερο για την κατανόηση των στοιχείων εκείνων που συνήθως θεωρούνται λεπτομέρειες, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν το πιο σημαντικό μέρος της αφήγησης. Αυτές οι «λεπτομέρειες» της αφήγησης, που υπερβαίνουν τη θέση τους μέσα σε μια χρονική ακολουθία, αλλά και την αιτιακή αξιοποίηση αυτής της ακολουθίας, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα σύνολο θεμάτων που συνδέονται μεταξύ τους με ένα πλέγμα σχέσεων.

Γράφοντας μια σειρά κεφαλαίων, από τα οποία πολλά αρχικώς δημοσιεύτηκαν αυτοτελώς με τη μορφή διηγημάτων, είναι φανερό πως ο Ναμπόκοφ δεν ήθελε να διηγηθεί μια ιστορία που αναπτύσσεται χρονικά, αλλά να αναφερθεί σε κάποια θέματα, όπως η αμερικανική κουλτούρα, το παρασκήνιο των πανεπιστημίων, τα προβλήματα των Ευρωπαίων αυτοεξόριστων που προσπαθούν να προσαρμοστούν στα αμερικανικά ήθη. Τον εμφανή συνεκτικό ιστό αυτών των θεμάτων αποτελεί το πρόσωπο του Πνιν, που για να μπορέσει να λειτουργήσει με αυτόν τον τρόπο, αποδίδεται σε μια υπερβολή που τον τοποθετεί σε ένα πλατύ φάσμα ιδιορρυθμίας, παρουσιάζοντάς τον από αστείο έως σπαραξικάρδιο. Ακόμη και στο επίπεδο της χαρακτηρολογίας, όμως, ο Ναμπόκοφ θέλει να διατηρήσει τη στατικότητα της αφήγησης και γι' αυτό ο πρωταγωνιστής του δεν εξελίσσεται, λειτουργώντας έτσι αφηγηματικά με έναν τρόπο ανάλογο της πλοκής.

Ως αφηγηματικό -δηλαδή νοηματοδοτικό- υποκατάστατο της απουσίας εξέλιξης της πλοκής και του χαρακτήρα ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το θεματικό πλέγμα. Αυτή η επιλογή, πέρα από την καλλιτεχνική και τη φιλοσοφική προοπτική, έχει και μια ηθική διάσταση. Η ηθική διάσταση εκδηλώνεται μέσα από τη σχέση του αφηγητή με τον πρωταγωνιστή, η οποία σχέση καθορίζεται από την ταυτότητα του πρώτου. Η μορφή, ωστόσο, του αφηγητή αποτελεί το πιο απροσδιόριστο στοιχείο μέσα στο μυθιστόρημα. Ο προσωποποιημένος αφηγητής από την αρχή του έργου δηλώνει την παρουσία του, η οποία κάθε τόσο παρεμβάλλεται απρόσκλητη ή και αδιάκριτη, για να κλιμακώσει αυτόν το χαρακτήρα της στο τελευταίο κεφάλαιο, εκτοπίζοντας τον πρωταγωνιστή και μετατοπίζοντας την εστίαση της αφήγησης.

Αυτή η καταλυτική λειτουργία του αφηγητή αποκτά και μια ηθική σημασία, εάν στον αφηγητή αναγνωρίσουμε τον ίδιο το συγγραφέα, πιστεύοντας στα ίχνη ομοιότητας που ο ίδιος -παράλληλα με τα ίχνη της διαφοράς- αφήνει: το όνομα και πατρώνυμο (Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς), το αρχικό του επωνύμου (Ν.), η χρονολογία και ο τόπος γέννησης (Απρίλιος του 1899, Πετρούπολη), η ιδιότητα του -γνωστού- Αγγλόφωνου Ρώσου συγγραφέα, καθηγητή και ειδικού στα κολεόπτερα. Καλλιεργώντας την υποψία της ταύτισης του αφηγητή με το συγγραφέα, ο Ναμπόκοφ εμφανίζεται να σχολιάζει από μια ηθική (αυτοκριτική) σκοπιά τον συχνά απρεπή έως περιπαικτικό τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται το πρόσωπο του Πνιν. Με αυτό το έμμεσο σχόλιο αποφεύγει τον άδικο χαρακτηρισμό του ως επιφανειακού και εχθρικού «βιογράφου» ενός συμπατριώτη και συναδέλφου του -δηλαδή ως ενός συγγραφέα που με την απουσία επιείκειας αφήνει να φανεί μια υπεροψία και ματαιοδοξία που θα τον ταύτιζε με έναν αναξιοπρεπή Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Ν.



ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 04/07/2003

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!