Ο αθλητής του τίποτα ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟ

9.90
Τιμή Πρωτοπορίας
+
633743
Συγγραφέας: Κοντός, Γιάννης
Εκδόσεις: Κέδρος
Σελίδες:60
Ημερομηνία Έκδοσης:01/01/1997
ISBN:2229600414125

Περιγραφή


Κριτική
Κυκλοφόρησε το καινούριο (δέκατο) βιβλίοι του Γιάννη Κοντού Ο ΑΘΛΗΤΗΣ
ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ.


Και σ' αυτά τα ποιήματα του Γ.Κ. η καθημερινότητα προβάλλει σ' όλες της τις διαστάσεις (Ο εφοριακός, Η μνήμη των κομπιούτερς, Επιτραπέζια παιχνίδια, Η μακιγιέζ, U2, Το ρομποτάκι, Καλοκαιράκι), οι μικρές στιγμές απομονώνονται (Τα παπούτσια της βροχής, Η ξεχασμένη καμπαρτίνα, Χάλκινη εποχή), οι αποχρώσεις της ζωής μεγεθύνονται (Παραβάτης ή Οπως στις βυζαντινές εικόνες, Στην αναμπουμπούλα χαίρονται τα ποντίκια, Η ηθοποιός Τζούλι Κρίστι μεγάλη πια, Θα μπορούσε να ήταν ταινία του Μπέργκμαν, Τι έγιναν τα παιδιά του Καρόλου Ντίκενς) και ο φακός της ποιητικής γραφής τα φέρνει σε πρώτο πλάνο ώστε να συμμετέχει κι ο αναγνώστης.


Κι ο έρωτας, οι καταγγελίες για την τρέχουσα πολιτική και οι αναφορές στην "στρατονισμένη" ζωή της πόλης διαπερνούν όλα τα ποιήματα.


Για τον Γιάννη Κοντό Ο ΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ είναι αυτός που "Τρέχει. Τρέχει με αντίθετο άνεμο. / Περνά βουνά, λίμνες, πόλεις. Δυσκολίες / και δυσκολίες. Φωτιές, πολέμους, γκρίνιες, οικογένειες. / Λίγες


Με το δέκατο ποιητικό του βιβλίο ο Κοντός τοποθετεί άλλον έναν ισχυρό αρμό στην κατασκευή που συγκρατεί το έργο του. Πέντε χρόνια μετά τη συλλογή «Στο γύρισμα της μέρας», μεσολάβησαν «Τα Ευγενή Μέταλλα», όπου περιγράφει την καλλιτεχνική και πνευματική ζωή της τελευταίας εικοσιπενταετίας μέσα από την επαφή του με τα κείμενα και την προσωπικότητα συγγραφέων που σημάδεψαν αυτή την περίοδο, όπως ο Κοτζιάς, ο Ιωάννου, ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Σινόπουλος κ.ά., και όπου εξηγεί την ιδιαίτερη σχέση του με τις εικαστικές τέχνες μέσα από δοκιμές γραμμένες κατά καιρούς για ζωγράφους που τον ενδιέφεραν ­ ο ποιητής επιμένοντας στην ίδια θεματική και χρησιμοποιώντας σύμβολα που τον ακολουθούν ως εμμονές από το πρώτο του ακόμη βιβλίο (Περιμετρική, 1970) απλώνει με τον Αθλητή του τίποτα άλλον έναν ομόκεντρο κύκλο στη δημιουργία του. Καθώς οι κύκλοι αυτοί διευρύνονται ολοένα και ανοίγουν στην παρατήρησή του όχι τόσο νέες περιοχές αλλά κυρίως μεγαλύτερα βάθη, το χέρι του ανατόμου φτάνει ως το κόκαλο και ξεψαχνίζει αυτό που τον ενδιαφέρει πρωτίστως: τη φθορά που φέρνει το φάσμα του θανάτου μπροστά στους ζωντανούς, σε κάθε τους βήμα. Ψεύτικα που ήτανε τα χιόνια σας, / παιδιά. Λιώσανε με το πρώτο βλέμμα. / Φάνηκε το απαίσιο καύκαλο της γης λέει στο πικρό ποίημα που απευθύνει «Προς συμμαθητάς». Από τις ισχυρότερες και ανθεκτικότερες φωνές της γενιάς του '70, ποιητής εμβληματικός του άστεως, όπου συμπυκνώνονται οι εντάσεις και ξεπηδούν οι σπινθήρες των ανθρώπινων σχέσεων, επικεντρώνεται στην πίεση, στην απομόνωση, στο άγχος, στην αποξένωση που δυναστεύουν τη μεγάλη πολιτεία και κατατρώγουν τον ζωντανό ιστό της. Όλη αυτή η παθολογία του «στρατωνισμένου» τρόπου ζωής βρίσκεται αδιάλειπτα κάτω από τον μεγεθυντικό φακό της ποίησής του. Ο Κοντός αμύνεται στις επιθέσεις του (μέσα από την αμφίβολη ασφάλεια του περίκλειστου ιδιωτικού του χώρου, που κάποτε εκτείνεται σε ένα απειλητικό και πνιγηρό κλειστοφοβικό σύμπαν), ξορκίζοντάς τον με τα ποιήματα και προσπαθώντας να περισώσει κάθε φορά σε μια κιβωτό ό,τι πιο σπαραχτικό ­κάποτε τρομαχτικό και γκροτέσκο­ προκύπτει απ' αυτή την άνιση πάλη. Βρέθηκαν τα μαχαίρια, το αίμα, / τα μαλλιά στα χέρια του, οι βόγκοι σου, / η βοή και τα θρύψαλα του σεισμού / που έγινε τη στιγμή του φονικού («Χάλκινη εποχή»).


Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς πώς διαστέλλεται και πώς συρρικνώνεται η κοινωνική διάσταση στην ποίησή του ­ και στον Αθλητή του τίποτα αυτό φαίνεται ιδιαίτερα καθαρά ­, πώς ο ποιητής περνά από το κοινωνικό σχόλιο στο υπαρξιακό επίπεδο, πώς γλιστρά ­και το κάνει με ιδιαίτερη μαεστρία­ από το κοινωνικό επίπεδο σ' εκείνο που αφορά το άτομο και μόνο. Ο αθλητής δεν είναι άλλος από τον ίδιο, αν και στη μορφή του αθροίζονται και χωνεύονται πολλά, άπειρα πρόσωπα. Ο αθλητής τρέχει. / Τρέχει με αντίθετο άνεμο. / Περνά βουνά, λίμνες, πόλεις. Δυσκολίες / και δυσκολίες. Φωτιές, πολέμους, γκρίνιες, οικογένειες. / Λίγες ομορφιές όταν σταματάει να πιει νερό. / Τις βλέπει για λίγο, τις πιάνει, ξεχνιέται. Ολα αυτά όμως έχουν καταντήσει πράξεις δίχως νόημα. Καταλαβαίνει ότι ισορροπεί στο κενό. Πως όσο και να προσπαθήσει πάντα χαμένος θα είναι. Πως το παιχνίδι έχει κριθεί προτού καν αρχίσει. Το τέλος παραμονεύει εκεί, ίσως στην επόμενη στροφή, ίσως στην παρακάτω γωνιά και ανοίγεται άβυσσος φοβερή για να τον καταπιεί. Το τέρμα σφίγγεται βίδα / στο άπειρο ή στην κάθε μέρα λέει κάπου. Ένας διασκελισμός ακόμη και ο αθλητής θα χαθεί στην ομιχλώδη αβεβαιότητα του τέλους. Ωστόσο υπάρχουν και μερικές αντίρροπες δυνάμεις που τον στηρίζουν σε τούτη την απελπισμένη διελκυστίνδα με το χάος. Μια από αυτές είναι η παιδική ηλικία, μια νοσταλγική θέαση αυτού του ζοφερού κόσμου, η οποία χαρίζει παραμυθία. Έντονη εμφανίζεται η ροπή, η επιθυμία για μετατόπιση στη ζεστή και ασφαλή της μήτρα. Ο ποιητής όντας πεισμένος πως αυτή είναι η μόνη ίσως δυνατή οπτική γωνία, το μόνο ισχυρό γιατρικό για τον χρόνο που εξανεμίζει μονότονα και σταθερά τις ημέρες του, επιδιώκει να φτάσει μέσω της πρωτινής στην ύστερη αθωότητα που θα τον λυτρώσει ­ ενδεικτικοί οι τίτλοι πολλών ποιημάτων της συλλογής, που ανάμεσά τους κάποιοι, κατά την προσφιλή του πρακτική, είναι έτσι διατυπωμένοι ώστε να αποτελούν αυτοτελείς οντότητες, δηλαδή ένα δεύτερο ποίημα μες στο ποίημα: Δωδεκαετής στην αυλή του Επισκοπείου, Η ηθοποιός Τζούλι Κρίστι μεγάλη πια, Τι έγιναν τα παιδιά του Καρόλου Ντίκενς κ.ά. Η μορφή της μητέρας, τρυφερή μα και απόμακρη ­ μια persona που σπάνια συναντάμε στην ποίηση του Κοντού ­ ρίχνει την προστατευτική σκιά της σε αυτή τη διαδικασία ηλικιακής παλινδρόμησής του. Όπως αιωρείται θυμίζει το χρόνο, / το χώμα και εγκαρσίως / τα νερά. Η ομιλία της / είναι απόηχος του προσώπου, / μια σκιά της ψυχής. / Περνάει (απότομα) νέα, / αγέρωχη, με μαύρα μαλλιά. / Με φωνάζει, με μαλώνει, να μη φεύγω μακριά της / και χαθώ στον κόσμο: ο χαμένος, ο απολεσθείς, / ο άπελπις, ο ανέστιος («Το μεγάλο ποτάμι της μνήμης τα παρασύρει όλα»). Ο έρωτας είναι μια άλλη αρωγός δύναμη για τον ποιητή. Εμφανίζεται κυρίως ως ανάμνηση και ως πράξη αλλά και ως μεταφυσική (με την έννοια δηλαδή των προεκτάσεων που μπορεί να λάβει στη μία ή στην άλλη περίπτωση). Βέβαια, τόσο η αθώα παιδική ματιά όσο και ο έρωτας ­που ωστόσο αφήνει συχνά να φανεί η δυσοίωνη και καταστροφική του όψη­ πρέπει να κερδίζονται συνεχώς, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Αυτό όμως δεν φαίνεται να του προκαλεί άγχος ή ανασφάλεια. Μάλλον μια νηφαλιότητα καταγράφουμε, μια συγκατάβαση και μια αποδοχή των νομοτελειών αυτής της χάλκινης εποχής, μια ωριμότητα εν τέλει, που δεν παύει όμως να αφήνει στο στόμα τη στυφή της γεύση. Που δεν παύει να σκορπίζει τη βαριά μυρωδιά που αναδίνουν τα σάπια φρούτα του φθινοπώρου (τα πατάνε οι άνθρωποι σαν σάπια φρούτα) ή την αίσθηση πως σε περιβάλλει μια απέραντη εφιαλτική λευκότητα (έρχεται ένα άσπρο, / ένας ασβέστης, ένα ουδέτερο), ο μουχλιασμένος αέρας των διαδρόμων ενός νοσοκομείου, τον οποίο μάταια προσπαθεί να εκτοπίσει η ψυχρή, όλο φρεσκάδα πνοή του δειλινού, που χώνεται μέσα από ένα μισάνοιχτο, ξεχασμένο από κάποιον αφηρημένο νοσοκόμο, παράθυρο (από κάπου έρχεται ένας αέρας, / δεν μπορώ να εντοπίσω από πού).

Όλα αυτά μετατρέπονται από τον Κοντό σε μικρές, σχεδόν καθημερινές ιστορίες που με δεδομένη την κλίση του προς την πεζολογική διαπραγμάτευση των θεμάτων διαμορφώνουν μια ατμόσφαιρα η οποία δεν θέτει σοβαρά εμπόδια για την προσπέλαση στον ουσιαστικό πυρήνα του στοχασμού του. Η γλώσσα του απλή, στεγνή και επίπεδη ­ σχεδόν «αντιποιητική», αν δεχθούμε πως υπάρχει μια συγκεκριμένη γλώσσα που να προσιδιάζει στην ποίηση. Δουλεμένη εξαντλητικά κατορθώνει να αφήνει πίσω της ελάχιστα μόνο «αχνάρια» αυτής της επεξεργασίας, σημάδι πως ο τεχνίτης ξέρει καλά τη δουλειά του. Οι εικόνες του διαπνέονται από μια έντονη θεατρικότητα (ενώ συχνά πυκνά παρεισφρέουν εντός τους και αμιγώς κινηματογραφικά πλάνα). Αρέσκεται να στήνει τα πρόσωπά του ­τα τραγικά του προσωπεία καλύτερα­ και να τα χρωματίζει, να τα φωτίζει, να τα παρακινεί στον ειρωνικό και αυτοσαρκαστικό τους μονόλογο, σάμπως ηχεία που οι αυξομειώσεις τους αναδεικνύουν και την πιο μικρή ακόμη λεπτομέρεια του δράματος. Ως και η φύση επιστρατεύεται και χρησιμοποιείται από τον «σκηνοθέτη» για να υπηρετήσει την ιστορία που σκαρώνει. Οι πιο άγριοι και τρομεροί εκπρόσωποι του ζωικού βασιλείου μετατοπίζονται μέσα στην πόλη και συνδιαλέγονται με τον ήρωα του ποιήματος, προσφέροντάς του έναν ανέλπιστο σύμμαχο στις πιο πυρετικές του αγωνίες και, τις περισσότερες φορές, μια ασφαλή καταφυγή, ανακαλώντας μνήμες από ένα μακρινό παρελθόν όπου οι σχέσεις φύσης και ανθρώπου δεν ήταν ακόμη ανταγωνιστικές. Αυτά όμως δεν είναι τώρα παρά ιστορία. Ο αθλητής του Κοντού είναι αναγκασμένος να προσγειωθεί στην πραγματικότητα. Έχει αποδεχθεί τους όρους του παιχνιδιού, έχει παραιτηθεί από τις μάταιες προσπάθειες να τους αλλάξει, είναι στη φάκα πια, / για τα καλά. Ζει μια φαινομενικά ήσυχη ζωή, όπως κάνουν οι περισσότεροι από εμάς, χωρίς συγκινήσεις και διακυμάνσεις. Και βαθιά μέσα του είναι σίγουρος πως όσο και να πασχίσει ο ισολογισμός της ζωής του είναι και θα παραμείνει χρεωστικός.


Η συλλογή κοσμείται από τρεις αφαιρετικούς πίνακες του ζωγράφου Γιάννη Μιχαηλίδη, που καθώς κατακερματίζουν την πραγματικότητα μπορούν να εκληφθούν ως το εικαστικό ισοδύναμο των ποιημάτων.

Δημήτρης Χουλιαράκης, «ΤΟ ΒΗΜΑ», 18-01-1998

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!