Εισαγωγή στην αρχαιογνωσία ΙΙ Ρώμη (Δεμένο) ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟ

Έκπτωση
76%
Τιμή Εκδότη: 83.07
20.00
Τιμή Πρωτοπορίας
+
2229602064847
Συγγραφέας: Graf, Fritz
Εκδόσεις: Παπαδήμας
Σελίδες:814
Επιμελητής:GRAF FRITZ
Μεταφραστής:ΝΙΚΗΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Ημερομηνία Έκδοσης:01/01/2001
ISBN:2229602064847

Περιγραφή


Η Ρώμη -η οποία μαζί με την Αρχαία Ελλάδα έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού- εκτός από τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην πολιτική και στρατιωτική ιστορία του κόσμου συνέβαλε αποφαστιστικά και στην πνευματική του πορεία. Αντλώντας αενάως από τις ελληνικές πηγές, καλλιέργησε τόσο τη θεωρία όσο και την πράξη σε κάθε περιοχή της ανθρώπινης δραστηριότητας: στο λόγο και τη σκέψη, τη λογοτεχνία και τις καλές τέχνες, το δίκαιο και τη φιλοσοφία, την παιδεία και τη θρησκεία, την οικονομία και την αρχιτεκτονική, τις θεωρητικές και τις θετικές επιστήμες. Χωρίς τη Ρώμη θα είχε μείνει η Ελλάδα αναξιοποίητη και η Ευρώπη απαίδευτη. Αυτήν την πλούσια και πολυποίκιλη συνεισφορά της Ρώμης, στην παγκόσμια τράπεζα της ιστορίας, του πολιτισμού και του πνεύματος παρουσιάζουν στον τόμο αυτό, διαφωτιστικά και εύληπτα, είκοσι τρεις διακεκριμένοι επιστήμονες και πανεπιστημιακοί καθηγητές, θέλοντας να υπενθυμίσουν στον σπουδαστή, στον δάσκαλο, στον επιστήμονα και σε κάθε πνευματικό άνθρωπο τις λαμπρές ρίζες του σήμερα και το χρέος για το αύριο.





ΚΡΙΤΙΚΗ



Στο τέλος ενός αιώνα, για λόγους συμβολικούς ή και ψυχολογικούς, επιχειρούνται εργασίες απολογιστικές, που, εφόσον είναι ουσιαστικές, δεν καταμετρούν απλώς τα επιτεύγματα, αλλά στοχεύουν στην ανασυγκρότηση των δυνάμεων, προσδιορίζουν το στίγμα μέσα στη νέα εποχή και γίνονται εφαλτήριο για το μέλλον. Σε ουσιαστική αποτίμηση αποβλέπουν κατά κανόνα τα αντίστοιχα εγχειρήματα στον χώρο των επιστημών, ειδικά όταν προγραμματικά ανακαλούν ή και ανασταίνουν παλαιότερα έργα-ορόσημα του γνωστικού τους πεδίου, διότι τότε η οφειλή στους δασκάλους, η αίσθηση συνέχειας της ακαδημαϊκής παράδοσης και η αναπόφευκτη σύγκριση με το καταξιωμένο πρότυπο δεν αφήνουν πολλά περιθώρια προχειρότητας ή ολιγωρίας. Σε τέτοιο πλαίσιο εγγράφεται η δίτομη Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία των Heinz-Gunther Nesselrath και Fritz Graf, η οποία δεδηλωμένα παραπέμπει στο ομότιτλο έργο που από κοινού είχαν εκδώσει στις αρχές του 20ού αιώνα (1909 κε.) οι Alfred Gercke και Eduard Norden. Στη νεότερη εκδοχή οι επιστημονικές εξελίξεις έχουν επιβάλει τη χωριστή εξέταση των δύο κόσμων, ελληνικού και ρωμαϊκού, και έτσι ο πρώτος τόμος αφορά την αρχαία Ελλάδα (βλ. παρουσίασή του από την Εβίνα Σιστάκου στο «Βήμα» τής 3.2.2002), ενώ ο δεύτερος τόμος, που μας ενδιαφέρει εδώ, τη Ρώμη.

Οι εννέα ενότητες του έργου προσφέρουν ένα πανόραμα του ρωμαϊκού πολιτισμού. Η απαραίτητη σήμερα παρά ποτέ διαλεκτική ανάμεσα στην εξειδίκευση και τη σφαιρική γνώση εξασφαλίζεται αφενός με τη συμβολή επιφανών ειδικών για τη σύνταξη των επί μέρους ενοτήτων και αφετέρου με το δέσιμο των κειμένων τους σε ενιαίο τόμο. Πρόκειται μάλλον για άθροισμα παρά για σύνθεση, και η επιλογή αυτή ικανοποιεί τόσο τον γενικώς φιλομαθή αναγνώστη, που αποζητεί την απλή αλλά έγκυρη πληροφόρηση, όσο και τον ενδιαφερόμενο για περαιτέρω εμβάθυνση, ο οποίος ερεθιστικά ωθείται στη (συγ)κριτική μελέτη προκειμένου να κατανοήσει τα οφέλη που προκύπτουν από τη διεπιστημονική προσέγγιση.

Ο πολύπλευρος φωτισμός του ρωμαϊκού κόσμου σε βάθος χρόνου και εύρος γεωγραφικού χώρου, ο πλούτος των πληροφοριών, η αποσαφήνιση ειδικότερων θεμάτων μέσω παραδειγμάτων και η βιβλιογραφική τεκμηρίωση συνιστούν μερικές μόνον από τις επιστημονικές αρετές του έργου. Για το ευρύ κοινό, ωστόσο, πολύ πιο σημαντικό είναι ότι αναδεικνύονται ορισμένα καίρια διαχρονικά ποιοτικά στοιχεία των λατινικών σπουδών. Πέρα από την τετριμμένη γνώση ότι η λατινική αποτέλεσε τη μήτρα των περισσότερων ευρωπαϊκών εθνικών γλωσσών, εδώ διερευνάται το ρωμαϊκό παρελθόν των ευρωπαϊκών κρατών, καθίστανται ευδιάκριτες οι πολιτισμικές οφειλές του σύγχρονου κόσμου στη Ρώμη και, τελικά, τα λατινικά γράμματα αποδεικνύονται άρρηκτα συνυφασμένα με την έννοια της παιδείας στον Δυτικό κόσμο για σειρά αιώνων. Εξάλλου με την πρόοδο της έρευνας κατά τον τελευταίο αιώνα οι λατινικές σπουδές στέκονται πλέον ισότιμες έναντι των ελληνικών· οριστικά έχει ξεπεραστεί η αντίληψη ότι τα ρωμαϊκά έργα αποτελούν απλώς μιμήσεις των ελληνικών προτύπων τους, χάρη και στη γόνιμη επίδραση μεθόδων και ερμηνευτικών προσεγγίσεων που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο νεότερων φιλολογιών ή άλλων συναφών θεωρητικών κλάδων - ίσως η μόνη ένσταση ειδικά για την ενότητα της λογοτεχνίας είναι ότι δεν προβάλλεται η σημαντική εργασία που έχει γίνει στα λατινικά κείμενα από αυτή την οπτική γωνία.

Αξιοσημείωτος, επίσης, είναι ο προβληματισμός που διατυπώνεται για τη φυσιογνωμία της κλασικής φιλολογίας στη σύγχρονη εποχή, και ο Glenn Most με παρρησία αναγνωρίζει τους κινδύνους που εγκυμονεί η τάση να θεωρείται η διδασκαλία των λατινικών στα πανεπιστήμια ως εκπαίδευση δασκάλων. Οταν τέτοιες ανησυχίες διαφαίνονται σε κοινωνίες με ισχυρή ακαδημαϊκή και εκπαιδευτική παράδοση στις κλασικές σπουδές αξίζει να αναρωτηθούμε ειλικρινά για την τύχη τους στον τόπο μας, όπου επικρατεί η στρεβλή αντίληψη ότι τα αρχαιογνωστικά μαθήματα του σχολείου, που ούτως ή άλλως συρρικνώνονται διαρκώς, μπορούν να διδάσκονται και από μη φιλολόγους (ακόμη και όταν δεν γνωρίζουν αρχαία ή λατινικά). Αντίστοιχα στις προπτυχιακές σπουδές των φιλολογικών τμημάτων η καθαρά επιστημονική εκπαίδευση απεμπολείται σε μεγάλο βαθμό κάτω από την πίεση των μαζικών ακροατηρίων ή υπέρ των αναγκών της δυνητικής σχολικής καριέρας των αποφοίτων. Σε αυτό το κλίμα και καθώς οι κλασικές σπουδές στην Ελλάδα είναι εκ των πραγμάτων ετεροβαρώς προσανατολισμένες προς τον έναν κλάδο τους, τα λατινικά ακόμη και για τους φιλολόγους απλώς εξυπηρετούν την απόκτηση του πολυπόθητου πτυχίου.

Η αδιαφορία συνιστά την ηπιότερη εν Ελλάδι αντίδραση απέναντι στα λατινικά γράμματα, τη στιγμή που αυτά παίζουν σημαντικό ρόλο στην ίδια την αυτοσυνειδησία του ευρωπαϊκού κόσμου. Οποιος πράγματι θέλει να αποτελεί οργανικό κομμάτι αυτού του κόσμου θα διακρίνει εδώ όχι απλώς ένα εκπαιδευτικό πρόβλημα, αλλά έλλειμμα παιδείας, που επιτείνει τη διαφορά και μεγαλώνει την απόσταση. Η Εισαγωγή του Graf, προσφέροντας μια νηφάλια θεώρηση του ρωμαϊκού πολιτισμού, μπορεί να βοηθήσει στη γεφύρωση του χάσματος, εάν βεβαίως δεν παραμείνει φοιτητικό εγχειρίδιο (και ως τέτοιο είναι άριστη), αλλά γίνει - και αξίζει να γίνει - ανάγνωσμα του κοινού εκείνου που επιζητεί την ουσιαστική και κριτική προσέγγιση των ανθρωπιστικών σπουδών, τις βαθύτερες οφειλές μας στην Αρχαιότητα και τον ειλικρινή διάλογο των πολιτισμών. Στο να παίξει έναν τέτοιο ρόλο συμβάλλει καθοριστικά η εξαιρετική μετάφραση του βιβλίου στη γλώσσα μας.

Ο καθηγητής Δ. Ζ. Νικήτας ανέλαβε πραγματικό άθλο, επιχειρώντας μόνος του τον εξελληνισμό του ογκώδους αυτού έργου, και τον έφερε σε πέρας με απόλυτη επιτυχία χάρη στη βαθιά γνώση της γερμανικής γλώσσας και του γνωστικού αντικειμένου. Η ορθότητα της μετάφρασης (διόλου αυτονόητη δυστυχώς για ελληνικές μεταφράσεις επιστημονικών βιβλίων σχετικών με τα λατινικά) σε συνδυασμό με την ομοιογένεια του ύφους του ενός μεταφραστή εξασφαλίζει την υψηλή ποιότητα της εργασίας του, την οποία αναδεικνύει και η γενικά προσεγμένη έκδοση.



Βασίλης Α. Φυντίκογλου (λέκτωρ της Λατινικής Φιλολογίας)

ΤΟ ΒΗΜΑ , 26-05-2002

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!