Ειδικός απεσταλμένος

Μυθιστόρημα
121397
Συγγραφέας: Βαργκάς, Φρεντ
Σελίδες:257
Μεταφραστής:ΠΑΣΣΙΑ ΑΓΓΕΛΙΚΗ
Ημερομηνία Έκδοσης:01/01/2001
ISBN:9789603980148


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο

Περιγραφή


Ποιός έκλεψε τα περίφημα σχέδια του Μιχαήλ Αγγελου από τη Βιβλιοθήκη του Βατικανού; Πόσα γνωρίζουν οι τρεις αχώριστοι νεαροί, που προτιμούν τα ονόματα αυτοκρατόρων -Τιβέριος, Κλαύδιος, Νέρων- αντί της πραγματικής τους ταυτότητας; Γιατί αποφάσισε ο Ανρί Βαλιμπέρ να ταξιδέψει αιφνιδιαστικά από το Παρίσι στη Ρώμη, όπου βρέθηκε δολοφονημένος με κώνειο. Κρατάει άραγε το κλειδί του μυστηρίου η γοητευτική και αινιγματική σύζυγός του, η Λάουρα;
Ο Γάλλος ειδικός απεσταλμένος, που καλείται να διαλευκάνει την υπόθεση, βρίσκεται αντιμέτωπος με το ίδιο του το παρελθόν και για πρώτη φορά στη ζωή του διαστάζει μπροστά στη δύναμη των ανθρώπινων παθών.





ΚΡΙΤΙΚΗ



Σίγουρα η ακραία άδικη πράξη της δολοφονίας, η οποία αποτελεί το συνήθη πυρήνα των αστυνομικών «παραλογοτεχνημάτων», αυτή καθαυτήν δεν αποτελεί τίποτα πρωτότυπο, είναι μια μακάβρια χειρονομία: η σκηνοθεσία της, με την υπογραφή των συγγραφέων του «είδους», βαραίνει· όλη εκείνη η ενορχήστρωση στοιχείων ψυχολογικών και κοινωνικών που την πλαισιώνουν και την καθορίζουν, απογυμνώνοντάς την με έναν τρόπο που μας κάνει όλους συνενόχους της. Ας μην ξεχνάμε ότι με περισσή «αφέλεια» ο πανούργος Ρέιμοντ Τσάντλερ, ένας άριστος θεράπων του crime novel, στο δοκίμιό του «Η απλή τέχνη του φόνου», ακριβώς ξεκινώντας από το ειδεχθές γεγονός ενός φόνου, που έχει, όμως, περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο ως κάτι συνηθισμένο, μίλησε για μερικά από τα μυστικά της γραφής της αστυνομικής «παραφιλολογίας»: της τόσο περιφρονημένης από την κυρίαρχη θεωρία και πριν από μερικές δεκαετίες ακόμα.

Το στοίχημα, λοιπόν, ενός συγγραφέα αστυνομικών κειμένων, είναι να υφάνει πέριξ του φόνου, ή μιας άλλης έκνομης πράξης, ένα δίχτυ λεπτών και αποκαλυπτικών συγκρούσεων περί τα ατομικά και τα γενικότερα. Αν και το συγκεκριμένο «είδος» είναι πολιτιστικό, περιθωριακό σχεδόν, προϊόν του νεότερου «άστεως», που οι ηθικοί του προβληματισμοί και οι αφηγηματικές του τεχνικές στηρίζονταν στη φόρμουλα της «τιμωρίας» του ενόχου από τους φύλακες της αστικής πόλης, δηλαδή την αστυνομία και τους άλλους λειτουργούς των μηχανισμών της σύγχρονης νομιμότητας, κατόρθωσε σχετικά γρήγορα, μέσα στον περασμένο αιώνα, να σπάσει τα δογματικά του πλαίσια και να προτείνει αναπεπταμένη λογοτεχνία.

Μπορεί σπουδαίοι στοχαστές να το αμφισβήτησαν, κρατώντας απέναντι στα αστυνομικά βιβλία μια στάση αμφιθυμίας, επειδή πίστευαν ότι η ασυναγώνιστη μορφή αυτού του παιχνιδιού των γρίφων, της ενοχής και της τιμωρίας βρίσκεται αποκλειστικά στα κλασικά κείμενα: από τον «Οιδίποδα» του Σοφοκλή μέχρι τη «Δίκη» του Κάφκα. Ομως δεν έγραψαν δοκίμια (βλέπε περίπτωση Ωντεν) επειδή και μόνο η «παραλογοτεχνία» αυτή ήταν δημοφιλής: δεν θεωρούσαν, δηλαδή, ως ιδιαίτερα σοβαρή την πρόταση ενός δευτεροκλασάτου συγγραφέα του «είδους», του Μίκι Σπιλέιν, για έναν ορισμό της λογοτεχνίας, που έλεγε ότι η τελευταία είναι «οτιδήποτε διαβάζει ο κόσμος», αλλά εκτιμώντας συγγραφείς όπως ο Κόναν Ντόιλ ή ο Τσάντλερ προσπαθούσαν να τους δουν αξιολογικά σε ευρύτατα λογοτεχνικά πλαίσια. Εφθασαν, όμως, σε σχηματικότητες μ' αυτό τον τρόπο, όταν δηλαδή αποφάσισαν να τους συγκρίνουν με πρώτα μεγέθη της γραφής και δεν περιορίστηκαν σε μια πιο ψύχραιμη βαθμολόγησή τους. Η χειρονομία και μόνο του καθολικού Ωντεν να μιλήσει για το στοιχείο της «τιμωρίας» διακειμενικά (μέσα από τους κλασικούς και τους συγγραφείς αστυνομικών έργων), αποδεικνύει το πόσο ήταν επηρεασμένος από τους τελευταίους. Οταν βάζει ως μότο στο περίφημο δοκίμιό του «Το ένοχο πρεσβυτέριο» τη φράση του Παύλου προς Ρωμαίους «Αλλά την αμαρτίαν ουκ έγνων ει μη διά νόμου» και προχωρεί σε μία συγκριτική μελέτη της «σοβαρής» και μη λογοτεχνίας, αφού ομολογεί εισαγωγικά την έλξη που ασκεί πάνω του η δεύτερη πριν την επικρίνει, δεν χρειάζεται να προχωρήσουμε σε ανάλυση του φαινομένου.

Σήμερα η μεταμοντέρνα συνθήκη νομιμοποίησε το αστυνομικό «είδος», δίνοντας την ευκαιρία σε πολλούς ικανούς φιξιονίστες να διαπρέψουν. Ετσι προωθήθηκε μια γραφή που γνώρισε μεγάλες στιγμές στα χέρια ενός Χάμετ ή ενός Σιμενόν: για τον τελευταίο έχει γραφτεί με δόση ελκυστικής υπερβολής ότι υπήρξε «ο Ντοστογιέφσκι των αστυνομικών έργων». Οι θαυμαστές του φαίνεται ότι βρήκαν απόηχους των δοκιμασιών των αυτοτιμωρούμενων ηρώων του μεγίστου Ρώσου και των ανάλογων περιπετειών των γκρίζων χαρακτήρων που στοιχειώνουν στις σελίδες του απαισιόδοξου Γάλλου. Αλλά είναι αυτονόητο και κάτι άλλο: ότι ο συμφυρμός του «υψηλού» και του «χθαμαλού», που μας σερβίρισε ο μεταμοντερνισμός, έχει συσκοτίσει τα πράγματα. Η αστυνομική «παραφιλολογία» έχει και αυτή τα προβλήματά της και δεν αθωώνεται συλλήβδην. Κάθε άλλο μάλιστα. Εννοώ ότι στους κόλπους της (συνεχίζουν να) κυκλοφορούν μετριότητες, αληθινά παραναγνώσματα, τύπου pulp κ.ά., των οποίων δίκαιος προορισμός θα ήταν τα βιβλιοπωλεία των αεροδρομίων και όχι η βιβλιοθήκη του απαιτητικού αναγνώστη. Και όμως η διαφημιστική δύναμη των σύγχρονων μηχανισμών αγοράς έχει κατορθώσει να ...αποστείλει καραμπινάτους παραλογοτέχνες δίκην προβοκατόρων στο στρατόπεδο των δεξιοτεχνών του αστυνομικού «είδους» και να δημιουργήσει εύλογες παρεξηγήσεις. Ευτυχώς προσωρινές, όσον αφορά τους ειδοποιημένους αναγνώστες.

Η Γαλλίδα Φρεντ Βαργκάς στο αστυνομικό μυθιστόρημά της «Ειδικός απεσταλμένος» προδίδει τις προθέσεις και τα όριά της: προσπαθεί να κινηθεί σε ένα «μέσο» επίπεδο, εύληπτο και σαφές, το οποίο θα 'θελε να τεντώσει στα άκρα. Ομως δεν έχει τα συγγραφικά φόντα να προτείνει ένα σύνολο με αποχρώσεις. Δεν μπορεί να μετατρέψει το στερεότυπο του «είδους» σε κάτι πιο απαιτητικό (να εξηγούμεθα: όχι σε τίποτα πειραματικό) αν και είναι εμφανής η φιλοδοξία της να εκβιάσει κάποιες σκέψεις δεύτερου βαθμού γύρω από όσα προφανή μας εκθέτει.

Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι «Ceux qui vont mourir te saluent» («Οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν»). Η ιστορία στηρίζεται σε ένα γρίφο του τύπου «ποιος είναι ο δολοφόνος;» («whodunit;»), δηλαδή όλα περιστρέφονται γύρω από το μυστήριο του αληθινού ενόχου. Η δράση τοποθετείται στη σημερινή Ρώμη με πρωταγωνιστές έναν εκδότη έργων τέχνης, τον Ανρί Βαλιμπέρ, τη νεαρή γυναίκα του Λάουρα, τον επίσκοπο Λορέντζο Βιτέλι, το γιο του πρώτου Κλαύδιο, τους φίλους του Τιβέριο και Νέρωνα και βέβαια τον ειδικό απεσταλμένο της γαλλικής κυβέρνησης νομικό Ρισάρ Βαλάνς, ο οποίος πρέπει να διαλευκάνει τα αίτια της δολοφονίας του Βαλιμπέρ με κώνειο. Η ελληνική έκδοση, με το δικό της τίτλο που χάρισε στο μυθιστόρημα, τονίζει εμφαντικά την προσωπικότητα του τελευταίου, χωρίς να δίνει κάποια άλλη διάσταση στο κείμενο: έτσι κι αλλιώς όλα είναι προγραμματικά, δεν σου επιτρέπουν να σκεφθείς υπαινιγμούς μιας άλλης σκηνής πιο σύνθετης. Αν και το μυθιστόρημα βρίθει από σύμβολα, που παραπέμπουν στην «ακόλαστη» ρωμαϊκή εποχή, σε ένα τοπίο, δηλαδή, συνωμοσιών, δολοπλοκιών και ανατροπών. Οι τρεις νεαροί φίλοι Κλαύδιος, Τιβέριος και Νέρων, ας πούμε, είναι μία «ομοούσια» ομάδα, καλύτερα: ένα πρόσωπο, ο Τιβέριος ο πιο απαιτητικός από τους τρεις χαρακτήρες, το πλήρες όνομα του οποίου συγκεντρώνει ιστορικά και τα ονόματα των άλλων δύο φίλων του: ο αυτοκράτορας Τιβέριος Κλαύδιος Νέρων ήταν μία σκοτεινή φυσιογνωμία της αρχαιότητας. Και λοιπόν; Πόσο σημαίνον είναι αυτό το στοιχείο για τη δραματουργία ή και την ατμόσφαιρα απλώς του έργου; Οφείλει κανείς να απαντήσει αυθόρμητα: δεν έχει κανένα σχετικό βάρος αυτή η «σημειολογική» παράμετρος. Τουλάχιστον στο «Ονομα του ρόδου» κανένα ιστορικό, φιλολογικό ντοκουμέντο δεν υπήρχε εκεί τυχαία. Αλλά πολύ υπερτιμούμε, ίσως και αδικούμε, την Βαργκάς, η οποία απλώς αναζήτησε πιόνια στη σκακιέρα της χωρίς απαιτήσεις.

Ακόμα και τα αρχεία του Βατικανού με τα κλεμμένα άγνωστα προσχέδια του Μιχαήλ Αγγέλου εισάγονται στο μύθο προσχηματικά, για την κατασκευή μιας ακόμα στοάς του απλοϊκού λαβυρίνθου, ο οποίος καταλήγει στον ένοχο.

Η Βαργκάς αδυνατεί να είναι πολυφωνική. Πίσω από τους άκαμπτους ήρωές της ακούγεται συνεχώς η φωνή της, η οποία μοιράζεται στα ηχεία. Ο ίδιος ο Βαλάνς σκιτσάρεται χονδροειδώς, δεν είναι σε θέση να μας πείσει ούτε στο ελάχιστο για την ιδιαίτερη παρουσία του. Ετσι η ρωγμή στο δήθεν στιβαρό του προφίλ, μετά την αποκάλυψη για την παλιά του σχέση με τη Λάουρα και την αναπόφευκτα προσωπική του συμμετοχή στα δρώμενα, δεν επέρχεται σε μία φιγούρα σαν κι αυτόν, άκαμπτη και αδιάφορη. Η Βαργκάς ποντάροντας σε ένα κοινό ανειδοποίητο προσφέρει στο φόντο δόσεις ρομάντζου και μελοδραματικών στοιχείων, οι οποίες μαρτυρούν τις πεπερασμένες της φιλοδοξίες. Θα ζητούσε πολλά κανείς απ' αυτήν εάν απαιτούσε μία ακόμα «λαϊκή» παραβολή πάνω στο δίπτυχο Καλό/Κακό, την οποία σε πολλούς τόνους μάς έχει προσφέρει το αστυνομικό «είδος». Ο «Ειδικός απεσταλμένος» είναι ένα, δυστυχώς, άχρωμο και μονοσήμαντο μυθιστόρημα.

Η μετάφραση της κ. Αγγελικής Πασσιά έφερε ανεμπόδιστα κοντά μας ένα κείμενο στηριγμένο κυρίως σε διαλόγους (δίκην τηλεοπτικού, κοινότοπου σεναρίου) και σε μονόχορδες περιγραφές. Είναι, πάντως, κρίμα να μη συναντάς ακόμα και σε αδύνατα κείμενα, που αναπαράγουν το «μέσο γούστο», κάποιες εύστροφες «εξόδους» της γλώσσας. Παλιά και στο πιο ασήμαντο «βιβλίο τσέπης» έβρισκες σποραδικά έξοχες γλωσσικές λύσεις, ενώ στα αντίστοιχα σημερινά...



ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 14/09/2001

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!