Προστασία κατά του ρατσισμού και ελευθερία της πληροφόρησης

Ένα συνταγματικό δίλημμα
Έκπτωση
30%
Τιμή Εκδότη: 14.91
10.44
Τιμή Πρωτοπορίας
+
111265
Εκδόσεις: Παπαζήσης
Σελίδες:275
Ημερομηνία Έκδοσης:01/10/2000
ISBN:9789600204322
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Περιγραφή


«... Το Σύνταγμά μας επιτρέπει την ποινική απαγόρευση του ρατσιστικού λόγου, όχι όμως σε κάθε περίπτωση, αλλά μόνο από ένα σημείο και πέρα, όταν οι αρνητικές συνέπειές του γίνονται ανυπόφορες. Έτσι, ενώ δεν παρέχει μιά γενική δυνατότητα απαγόρευσης του ρατσιστικού λόγου για την αποτροπή του μακροπρόθεσμου κινδύνου επικράτησης των ρατσιστικών ιδεών και εγκαθίδρυσης ενός μισαλλόδοξου καθεστώτος, ταυτόχρονα δεν ανέχεται τον ρατσιστικό λόγο που είναι βάναυσα προσβλητικός ή εξωθεί σε παράνομες πράξεις. Με άλλα λόγια, το Σύνταγμά μας δείχνει εμπιστοσύνη στη δημοκρατική συνείδηση της κοινωνίας, χωρίς όμως να επιτρέπει την προσβολή της τιμής των άλλων ή τη διακινδύνευση της κοινής ειρήνης...»





ΚΡΙΤΙΚΗ



Το συνταγματικό δίλημμα ανάμεσα στην προστασία κατά του ρατσιστικού λόγου και την ελευθερία της πληροφόρησης επαναθέτει ο διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου Χαράλαμπος Ανθόπουλος στο τελευταίο του βιβλίο. Πρόκειται για επίκαιρο δίλημμα, που έχει απασχολήσει πολλούς τα τελευταία χρόνια.

Ο ρατσιστικός λόγος, ορθά το υπογραμμίζει ο συγγραφέας, «Στα διάφορα επίπεδά του, αναπτύσσει έναν κεντρικό ρόλο στην παραγωγή και αναπαραγωγή του ρατσισμού στις σύγχρονες κοινωνίες, διότι, μέσω αυτού κυρίως, εκφράζονται και αναπαράγονται οι ρατσιστικές ιδεολογίες που νομιμοποιούν τις άλλες κοινωνικές πρακτικές του ρατσισμού. Συγκεκριμένα, η ανάπτυξη ρατσιστικών προκαταλήψεων στο κοινωνικό σώμα διά μέσου των διαφόρων μορφών λόγου και επικοινωνίας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την παραγωγή, την κοινωνική αποδοχή ή την ανοχή άλλων μορφών ρατσιστικής συμπεριφοράς ή τουλάχιστον για τη συλλογική αδιαφορία ή σιωπή απέναντί τους...».

Λόγος συνήθως συγκαλυμμένος στις σημερινές συγκυρίες, γι' αυτό ακόμη πιο επικίνδυνος και δύσκολα αντιμετωπίσιμος εντός του ισχύοντος συνταγματικού πλαισίου με τα μέσα του Ποινικού Δικαίου, ο ρατσιστικός λόγος μπορεί ακόμη και να αποτελέσει μία από τις κύριες αιτίες επιθετικών και διακριτικών συμπεριφορών απέναντι στις διάφορες μειονότητες. Τις επανέφερε στη μνήμη μας, στο πρώτο μέρος του βιβλίου του, ο συγγραφέας, ορισμένες από τις πιο σκοτεινές στιγμές της ελληνικής δημοσιογραφίας, των οποίων αντικατοπτρισμός υπήρξε η στάση της κοινωνίας μας απέναντι σε συγκεκριμένα γεγονότα και μειονοτικές ομάδες. Αναφέρονται παραδειγματικά: η στάση των ελληνικών και τουρκικών μέσων πληροφόρησης, η οποία λίγο έλειψε να οδηγήσει σε έναν πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, στην κρίση του 1996, στα Ιμια. Το επεισόδιο που συνέβη στο φυλάκιο της Επισκοπής, τον Απρίλιο του 1994, όπου ομάδα αγνώστων σκότωσε δύο Αλβανούς στρατιώτες και τραυμάτισε άλλους τέσσερις και για το οποίο πολύ εύκολα ένα μέρος του ελληνικού Τύπου επέρριψε τις ευθύνες στην αλβανική πλευρά, ενώ το σύνολο σχεδόν του ελληνικού Τύπου περιορίστηκε στην άντληση πληροφοριών μόνο από τις επίσημες κρατικές πηγές, χωρίς άλλη διερεύνηση των γεγονότων. Και ακόμη, κατά τη διάρκεια του πολέμου στη νέα Γιουγκοσλαβία, την άνοιξη του 1999, η στάση των ελληνικών μέσων πληροφόρησης, που τήρησαν μία σαφώς φιλοσερβική και αντιΝΑΤΟϊκή στάση, η οποία ανταποκρίνεται στα αισθήματα της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών. Υπογραμμίζει ο συγγραφέας: «Τα ελληνικά μέσα πληροφόρησης ανέδειξαν -και καλώς έπραξαν- τη βαρβαρότητα των ΝΑΤΟϊκών βομβαρδισμών, δεν έμειναν ασυγκίνητα στον ξεσπιτωμό των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, αλλά σε μεγάλο βαθμό αγνόησαν την άλλη μισή αλήθεια του πολέμου αυτού, δηλαδή, την παράλληλη πραγματικότητα των εθνικών εκκαθαρίσεων, στις οποίες είχαν επιδοθεί συστηματικά οι σερβικές στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις, πριν από την έναρξη των βομβαρδισμών αλλά και σε όλη τη δεκαετία της δεκαετίας του '90 (για παράδειγμα, η φοβερή σφαγή της Σρεμπρένιτσα, τον Ιούλιο του 1995, είναι ένα γεγονός ελάχιστα γνωστό και ξεχασμένο πια στην Ελλάδα). Μάλιστα, κατά την περίοδο αυτή, αναπτύχθηκε, σε ορισμένα μέσα πληροφόρησης, ένας ιδιόμορφος ρατσιστικός λόγος, με συστατικό του στοιχείο το συνδυασμό της αλβανοφοβίας με τον αντιαμερικανισμό. Οι Αλβανοί μετανάστες στην Ελλάδα εμφανίστηκαν περίπου ως ο «νέος εσωτερικός εχθρός», όχι μόνο ως πραγματικοί ή δυνητικοί κακοποιοί, αλλά και ως ενεργούμενα του αλβανικού κράτους και του "Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσσυφοπεδίου" (UCK) για την πραγματοποίηση του οράματος της "Μεγάλης Αλβανίας", το οποίο προωθούσε -εις βάρος της Ελλάδας- ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός...».

Και το τελευταίο ειδικά παράδειγμα, αν και ιδιόμορφο, αποδεικνύει ότι οι νεορατσιστικές θέσεις δεν είναι αναγκαίο να διατυπωθούν σε μια γλώσσα ανοιχτά επιθετική, προσβλητική και μισαλλόδοξη. Το ίδιο μήνυμα, π.χ. το «Εξω οι ξένοι», το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ποινικώς επιλήψιμο (σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 927/1979, που καθιστά κολάσιμη πράξη την εκ προθέσεως δημόσια προτροπή σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων, λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους ή του θρησκεύματός τους), μπορεί να προβληθεί μέσα από μία ανάλυση για τις συνέπειες της παρουσίας των μεταναστών στη χώρα μας, όπως η απειλή που υποτίθεται καθιστούν για τη δημόσια τάξη ή η συμβολή τους στην αύξηση της ανεργίας κ.λπ., χωρίς κινδύνους νομικών κυρώσεων ή ηθικής αποδοκιμασίας.

Ποια μέσα έχουμε στη διάθεσή μας, ώστε να προστατευτούμε απ' αυτό το επικίνδυνο φαινόμενο; Σε αυτό το ερώτημα δίνει τη δική του απάντηση ο συγγραφέας, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου του.

Αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα την υπόθεση της θέσπισης εκτεταμένων αντι-ρατσιστικών περιορισμών στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, οι οποίοι μπορεί να οδηγήσουν σε «έναν ολισθηρό κατήφορο, που δεν θα έχει τελειωμό...». Θεωρεί ότι η ποινική απαγόρευση του ρατσιστικού λόγου είναι συνταγματικώς επιτρεπτή, όχι όμως σε κάθε περίπτωση, αλλά μόνο, όταν οι αρνητικές του συνέπειες είναι ανυπόφορες. Τούτο συμβαίνει όταν ο ρατσιστικός λόγος αποτελεί καταφρονητική συμπεριφορά, που θέλει να μειώσει, να ταπεινώσει, να εξευτελίσει το πρόσωπο ή την ομάδα προσώπων στα οποία αναφέρεται ή όταν υποκινεί άμεσα σε παράνομες πράξεις. Κάτω από το ίδιο πρίσμα αντιμετωπίζει και το λόγο του «ιστορικού αναθεωρητισμού», θεωρώντας ότι η ποινική απαγόρευσή του πρέπει να περιοριστεί στις περιπτώσεις όπου ο «αναθεωρητικός λόγος» συνδυάζεται με απειλητικές, προσβλητικές και καταφρονητικές εκφράσεις εναντίον των επιζώντων του Ολοκαυτώματος και των συγγενών τους ή γενικά εναντίον του εβραϊκού λαού.

Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η δημοσιογραφική δεοντολογία μπορεί να παίξει έναν αποφασιστικό ρόλο στην καταπολέμηση του ρατσιστικού λόγου. Γι' αυτό προτείνει την κατάρτιση ενός ειδικού κώδικα δεοντολογίας κατά των ρατσιστικών διακρίσεων, στο πλαίσιο των θεσμών αυτορύθμισης του δημοσιογραφικού σώματος. Ενας τέτοιος κώδικας θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις νέες «επιτηδευμένες» μορφές ρατσιστικού λόγου, που δεν βρίσκουν εμπόδια στην αντιρατσιστική ποινική νομοθεσία.



ΕΛΙΖΑΜΠΕΤΤΑ ΚΑΖΑΛΟΤΤΙ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 24/08/2001







ΚΡΙΤΙΚΗ



Δεν μπορεί κανείς σήμερα να αναλύσει το φαινόμενο του σύγχρονου ρατσισμού χωρίς να ερευνήσει τον ρόλο των μέσων ενημέρωσης στην παραγωγή και αναπαραγωγή των ρατσιστικών προκαταλήψεων. Το βιβλίο του Χαράλαμπου Ανθόπουλου Προστασία κατά του ρατσισμού και ελευθερία της πληροφόρησης - Ενα συνταγματικό δίλημμα αποτελεί μια βασική αφετηρία για την έρευνα του θέματος αυτού στον ελληνικό χώρο, το οποίο πρόσφατα αποτέλεσε και αντικείμενο έκθεσης που συνέταξε το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για τον Ρατσισμό και την Ξενοφοβία (EUMK). Η βασική θέση που υποστηρίζει ο συγγραφέας είναι ότι στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης η νομιμοποίηση και αναπαραγωγή του ρατσισμού πραγματοποιείται κυρίως με τη μορφή ενός «συμβολικού» ρατσισμού, συγκεκαλυμμένου και έμμεσου, ο οποίος είναι δομημένος με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγει τα εμπόδια που ορθώνει η αντιρατσιστική ποινική νομοθεσία. Η υπόθεση αυτή τεκμηριώνεται με συγκεκριμένα παραδείγματα, τα οποία αφορούν την παρουσίαση των μεταναστών στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης κατά την περίοδο 1995-2000.

Οι μετανάστες παρουσιάζονται από τα μέσα ενημέρωσης ως οι κύριοι πρωταγωνιστές της έξαρσης της εγκληματικότητας στη χώρα μας. Ταυτόχρονα θεωρούνται ως βασικοί υπεύθυνοι για την αύξηση της ανεργίας των ελλήνων πολιτών. Σπανίως γίνεται αναφορά στις «κανονικές» όψεις της καθημερινής τους ζωής. Αντίθετα, δίνεται έμφαση στα προβλήματα που δημιουργούν με την παρουσία τους, σε κάθε τομέα της κοινωνίας, ή, στην καλύτερη περίπτωση, στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Κατά κανόνα εμφανίζονται ως ικανοί να κάνουν μόνο αυτό που συνήθως κάνουν, να εργάζονται δηλαδή σε θέσεις που δεν απαιτούν ιδιαίτερα προσόντα και δεξιότητες. Το ρατσιστικό χιούμορ είναι ανεκτό, με το πρόσχημα της ελευθερίας της σάτιρας. Τέλος, στο όνομα ενός κακώς εννοούμενου πλουραλισμού, παρέχεται εύκολα βήμα σε υποστηρικτές ρατσιστικών απόψεων. Απέναντι σε τέτοιες μορφές ρατσιστικού λόγου, η αντιρατσιστική ποινική νομοθεσία δεν βρίσκει πολλά περιθώρια εφαρμογής, γιατί ο έλληνας νομοθέτης απαγορεύει και τιμωρεί - ορθά κατά τον συγγραφέα - μόνο τον ανοικτό ή κραυγαλέο ρατσιστικό λόγο.

Ο Ανθόπουλος δεν φαίνεται να πείθεται από την αρκετά διαδεδομένη άποψη στον χώρο των αντιρατσιστικών κινημάτων ότι στην παρούσα ιστορική περίοδο των μεγάλων μεταναστεύσεων χρειάζονται αυστηρότεροι περιορισμοί στον ρατσιστικό λόγο («ο ρατσισμός δεν είναι γνώμη, είναι έγκλημα»), χωρίς πάντως να υιοθετεί την ακραία «ελευθεριακή» εκδοχή της καθολικής απουσίας οποιασδήποτε απαγόρευσης, η οποία αναπόφευκτα θα ενθάρρυνε τη ρατσιστική βία, και την πραγματοποίηση μιας πολιτικής ίσου σεβασμού για κάθε μέλος της κοινωνίας. Είναι προσανατολισμένος σε μια πραγματιστική προσέγγιση, ικανή να αποφύγει τις ανεπιθύμητες συνέπειες τόσο της απόλυτης απαγόρευσης όσο και της απόλυτης ουδετερότητας απέναντι στον ρατσιστικό λόγο. Φαίνεται πάντως να θεωρεί ότι, όσο και αν είναι επιβλαβής ο ρατσιστικός λόγος, μπορεί να αποδειχθεί στην πράξη ακόμη πιο επικίνδυνο να εμπιστευθούμε στο κράτος να κρίνει ποιος λόγος είναι άξιος προστασίας και ποιος όχι.

Από μια τέτοια αφετηρία, είναι απόλυτα συνεπής η προτίμηση του συγγραφέα σε ένα σύστημα «αυτορρύθμισης» στο πλαίσιο των κωδίκων δημοσιογραφικής ηθικής, που μπορεί να περιλαμβάνει αυστηρότερους περιορισμούς στην ελευθερία της δημοσιογραφικής έκφρασης και της πληροφόρησης κατά την παρουσίαση των μεταναστών και άλλων μειονοτήτων στα μέσα ενημέρωσης. Μάλιστα ο συγγραφέας επιχειρεί μια συγκριτική έρευνα των «δεοντολογικών» περιορισμών της ελευθερίας της δημοσιογραφικής έκφρασης και πληροφόρησης, η οποία αποδεικνύει ότι ο Κώδικας της ΕΣΗΕΑ στο θέμα αυτό χρειάζεται να συμπληρωθεί με πρόσθετες υποδείξεις. Η μελέτη του Ανθόπουλου παρουσιάζει ένα ευρύτερο ενδιαφέρον, που ξεπερνά τα όρια του συγκεκριμένου προβλήματος της νομικής αντιμετώπισης του ρατσιστικού λόγου. Τα θεωρητικά ζητήματα που τίθενται αναφορικά με την απαγόρευση του ρατσιστικού λόγου δεν είναι κατά βάθος διαφορετικά από εκείνα που ανακύπτουν σε σχέση με την πορνογραφία, τα «τηλεσκουπίδια», γενικά τον λόγο ή τις εκφράσεις «χαμηλής αξίας». Η θέση του συγγραφέα γύρω από τα ζητήματα αυτά είναι σαφής και υποστηρίζεται με πειστικό τρόπο: μερικές φορές είναι καλύτερο να ανεχόμαστε ορισμένα κακά - π.χ., τον «συμβολικό» ρατσιστικό λόγο - παρά να ανοίγουμε τον δρόμο στον πολλαπλασιασμό των περιορισμών της ελευθερίας της έκφρασης. Η συζήτηση όμως παραμένει ανοικτή.



Ξενοφών Κοντιάδης (καθηγητής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης)

ΤΟ ΒΗΜΑ , 28-04-2002

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!