Πανταχού απών

Μια αληθινή φαντασία
Έκπτωση
10%
Τιμή Εκδότη: 10.00
9.00
Τιμή Πρωτοπορίας
+
293485
Εκδόσεις: Τυπωθήτω
Σελίδες:182
Ημερομηνία Έκδοσης:01/04/2007
ISBN:9789604023035
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Περιγραφή


Ένα σκληρό μυθιστόρημα με ήρωα έναν άντρα χωρίς ηθικές δεσμεύσεις, που καταφεύγει σε μια αλυσίδα φόνων για να ξεγλιστρά από τη μοίρα του.

«Ήθελα να σου μάθω όσα ξέρω γι’ αυτό», του είπα. «Να σου τα μάθω χωρίς να χρειαστεί να πονέσεις όσο εγώ για να τα βρεις από μόνος σου. Αλλά τα ξέρεις. Τα περισσότερα, τουλάχιστον. Για τα υπόλοιπα, ναι… Θα σου τα πω. Όσα ξέρω, κι όσα καταλαβαίνω από σένα. Μου μαθαίνεις ένα σωρό λεπτομέρειες κι εσύ. Σ’ ευχαριστώ. Καινούργια πράγματα… Τις φωνές…»

«Είμαστε παράξενοι, ε;»

Το σκέφτηκα μια-δυο στιγμές. «Ναι, πολύ».

«Ωραία».

Η Τσιγγάνα, λίγο πιο δίπλα, ταΐζει τους νεκρούς μ’ ένα μαχαίρι που το αγόρι τής χάρισε πριν δυο μέρες, στο λιμάνι. Η λάμα του μου θυμίζει χαμόγελο.

Μια πνοή του αέρα γλιστράει πάνω μου και μ’ ανατριχιάζει. Φυσάει.

Μου αρέσει να φυσάει.

Μου αρέσει η δροσιά.

Μου αρέσει ν’ ανατριχιάζει το δέρμα μου.

Αφήνω την πετσέτα μου να γλιστρήσει και βγαίνω στο μπαλκόνι καλωσορίζοντας την πόλη.

Ανατριχιάζει κι εκείνη βλέποντάς με.







ΚΡΙΤΙΚΗ



Είναι απολύτως βέβαιο ότι ο γνήσιος, ο πραγματικός συγγραφέας που «πάσχει από την "ανίατη" νόσο του υπαρξισμού», είναι η συνείδηση του κόσμου. Ως εκ τούτου το έργο του δεν είναι παρά μια αντανάκλασή της. Στην καλύτερη περίπτωση, αν δεν αρκείται στην απλή, ρεαλιστική αντιγραφή του εξωτερικού κελύφους της, είναι ένα παραμορφωμένο μυθολογικό είδωλό της. Η διαπραγμάτευσή του, ωστόσο, γίνεται με ερεθίσματα και υλικά, καταλλήλως επεξεργασμένα, που αντλούνται από τις ομογάλακτες, «αδελφές» περιοχές της λογοτεχνίας.

Το σκεπτικό προκάλεσε -και επιβεβαίωσε- το τελευταίο μυθιστόρημα του Κυριάκου Αθανασιάδη (Θεσσαλονίκη, 1963), ενός από τους πλέον ενδιαφέροντες συγγραφείς της νεότερης γενιάς, ο οποίος άρχισε τη λογοτεχνική του πορεία υπό τον δυσοίωνο αστερισμό του Πόε. Χωρίς ουσιαστικά να παρεκκλίνει απ' αυτόν, τώρα, πολύ πιο παραστατικά, εστιάζει τη σκυθρωπή οπτική του στον σύγχρονο, επί παγκοσμίου βάσεως, αμοραλιστικό κόσμο, απομυθοποιώντας εντελώς τις ψυχολογικές, συναισθηματικές, φιλοσοφικές και ηθικές ψευδαισθήσεις του με τις οποίες φαντάζεται ότι «επιβιώνει» εθελοτυφλώντας, και τον παραδίδει ολόγυμνο στη σαρδόνια χλεύη τού έτσι κι αλλιώς αμοραλιστικού κοινού, ενός κοινού που αδυνατεί να «δει» εντός του ραγισμένου κατόπτρου που στήνει εμπρός του, μέσω της ιστορίας του, το ίδιο το κατακερματισμένο πρόσωπό του.

Απ' αυτή την άποψη ο αντιήρωάς του είναι η αποκρουστική συνισταμένη ενός αποκρουστικού κόσμου, ο οποίος ανά πάσα στιγμή επιβεβαιώνει το τέρας που ενυπάρχει εντός του. Οπως, για παράδειγμα, ο κανίβαλος ήρωας Χάνιμπαλ Λέκτερ, του Τόμας Χάρις («Η σιωπή των αμνών», 1988) ή ο σαδιστής σφαγέας Πάτρικ Μπέιτμαν, του Μπρετ Ιστον Ελις («Αμερικανική ψύχωση», 1991), από τους οποίους και κατάγεται. Προβολή του υπαρξιακού κενού που τον γέννησε, κενό και ο ίδιος, όπως πιστεύει, για να κατοικήσει στη γήινη κόλαση, δεν υπάρχει απολύτως τίποτε για να τον «γεμίσει» και, κυρίως, να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Ακόμη και οι θηριώδεις, κτηνώδεις συμπεριφορές του, οι μόνες που μοιάζει να προσδίδουν ένα κάποιο νόημα στο «άδειο» της «άδειας κατασκευής» του, δεν του προσφέρουν ούτε καν τη «σωματική» απόλαυση. Αντιθέτως μάλιστα, κατά έναν παράξενο τρόπο, που συνεχώς φροντίζει να διερμηνεύει με διανοητική ευστροφία, πιστοποιούν το αβυσσαλέο χάος του εαυτού του. Τίποτε δεν τον αγγίζει συναισθηματικά, τουλάχιστον έτσι θέλει να πιστεύει. Γι' αυτό εξάλλου και συνεχώς επινοεί «πράξεις», και τις εκτελεί ψυχρά και αποστασιοποιημένα σαν ένας «άλλος», αλλά με την αινιγματική δικαιολογία ότι οφείλει να τροφοδοτήσει τους νεκρούς, διότι «...πεινάνε, και κάποιος πρέπει να σταματήσει το κλάμα τους». Ενδόμυχα, όμως, διακατέχεται από την αγχωτική ελπίδα, κι ας μην το ομολογεί, ότι πιθανώς έτσι ενδέχεται να προκαλέσει την «μήνιν των θεών», όχι για να τον τιμωρήσουν ή για να αποδώσουν δικαιοσύνη, αλλά για να εκμαιεύσει μια κάποια «φωνή», έναν κάποιο «ήχο» από το κράτος της σιωπής.

Ματαίως. Οσο περισσότερο «θυσιάζει» εαυτόν -γιατί αυτό ακριβώς κάνει ουσιαστικά- τόσο περισσότερο βαθαίνει το κενό εντός του οποίου στροβιλίζεται, αποκτώντας σταδιακά χαώδεις, απροσδιόριστες διαστάσεις. Ενώ επί της Γης η ανάλογη υπόστασή του (του κενού δηλαδή) κερδίζει έδαφος συνεχώς. Η «επόμενη φυλή» που θα διαδεχτεί την υπάρχουσα θα είναι ακόμη πιο εφιαλτικά ωμή. Κατέρχεται στην αρένα πάνοπλη από την παιδική της ήδη ηλικία.

Ο δεκαπεντάχρονος Σπύρος, ως ενδεικτικός εκπρόσωπός της, τον οποίον ο «ήρωας» συναντά σ' ένα οριακό σταυροδρόμι της ζωής του, ξεπερνά κατά πολύ τον ειδεχθή μέντορά του. Είναι το πρότυπο του «νέου, θαυμαστού, καινούριου κόσμου», που θα διαδεχτεί τον υπάρχοντα, και που αναδύεται με φρικιαστική μεγαλοπρέπεια από τα δυσώδη σπλάχνα του παλαιού. Εχει σχεδιάσει την αποτρόπαιη δολοφονία των αθώων γονέων του, κι έχει εξορύξει τα μάτια ενός ζεύγους για να τα φάνε αργότερα με τον διδάσκαλό του στη διάρκεια του ταξιδιού τους. Μια πράξη που προοιωνίζεται ό,τι πρόκειται να επακολουθήσει.

Υποσυνείδητα, ωστόσο, ο ήρωας, ο οποίος συμβολικά ονομάζεται Οδυσσέας, είναι ένας απελπισμένος «άπατρις», που περιπλανιέται στον μαύρο ωκεανό του κόσμου, όχι για ν' αναζητήσει μια ανύπαρκτη Ιθάκη, ούτε για «γεμίσει» -με τι;- τον αβυσσαλέο εαυτό του, τον κατοικημένο έτσι κι αλλιώς από άχρηστη γνώση, αλλά μόνο και μόνο για να επιβεβαιωθεί, εφόσον «όλα επιτρέπονται σ' έναν κόσμο που κατοικείται από σκιές και φαντάσματα, που δεν υπάρχει συγγνώμη... δεν υπάρχουν λάθη», και «η ηθική είναι ένα βδέλυγμα, μια τρομοκρατική πλάνη». Πολύ φυσικά, αφού «η Γη είναι ένας τόπος τεράτων»· αυτός απλώς αρέσκεται να τα θανατώνει, απλώς και μόνο για να καταπραΰνει το κενό που ουρλιάζει μέσα του.

Στο μυστικό άδυτο, όμως, του εαυτού του ενυπάρχει η αίσθηση της τραγωδίας του, την οποία είναι καταδικασμένος να βιώνει εφ' όρου ζωής. Στην ορχήστρα ενός αρχαίου θεάτρου, για παράδειγμα, βιάζει κτηνωδώς μια κωφάλαλη - και επακολουθεί ο σφαγιασμός της απ' τον Χορό. Είναι οι φίλοι του, ο Κόσμος, που απλώς παρακολουθούν το «Εργο», λαμβάνοντας κι αυτοί μέρος στα τεκταινόμενα, ενώ πέρα απ' το κοίλον, στο βάθος του σκότους, ηχεί παράτονη, παράφωνη, σπασμένη, η φωνή του Ποιητή, σαν πικρό, σαρκαστικό σχόλιο: «Ομορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος».

Με μια γλώσσα στεγνή, ωμή, γυμνή, φαρμακερή, αλλά αποκαλυπτική, ο Κ.Α., με γεγονότα, σκηνές και εικόνες που προκαλούν σοκ, που δοκιμάζουν τις αντοχές τού αναγνώστη, θέτει ενώπιόν του ένα παραμορφωτικό κάτοπτρο, εντός του οποίου υποχρεώνεται να δει το κατακερματισμένο πρόσωπό του, και κατ' επέκτασιν το κατάστικτο από μολυσμένες εστίες πρόσωπο της κοινωνίας.

Παράλληλα, κι ας μην το ομολογεί ευθέως, από τα έγκατα της κατασπαραγμένης εσωτερικά ανθρωπότητας αναδύεται ένα απελπισμένο, στυφό, πικρό, δηλητηριώδες και οργισμένο «γιατί». Ο συγγραφέας γνωρίζει πως δεν υπάρχει απάντηση, ξέρει επίσης ότι είναι καταδικασμένος να το επαναλαμβάνει συνεχώς, αενάως, κι αυτή είναι η ύψιστη απόγνωσή του ως συνειδησιακού, υπαρξιακού πλάσματος. Ενα πλάσμα που πάσχει εσωτερικά και εξωτερικά, μετρώντας τις πηγές του επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Κι ίσως γι' αυτό στο τέλος ενδίδει στον υφέρποντα εντός του ανθρωπισμό, που ματαίως προσπαθεί να συγκαλύψει και να προφυλάξει από τα «τέρατα»· αυτός, ερήμην του, αναδύεται, πληγωμένο, σκοτεινό άνθος, και ομολογεί σαν να απευθύνει προσευχή σ' έναν ανύπαρκτο θεό: «...το κενό μουγκρίζει ανασαλεύοντας μέσα μου, και το αίμα μου λέει κι αυτό "ναι, ναι, ναι", και κοιτώντας δακρυσμένος εκείνα τα δυο πλάσματα που αγαπώ, θέλω να ζήσω όλη μου τη ζωή μέσα σε μια στιγμή, μέσα σε μια στιγμή και μόνο. Τώρα».

Ως μαύρος άγγελος από έναν απολεσθέντα οριστικά πλέον Παράδεισο, ο Κ.Α. καταθέτει τη θλιβερή ελεγεία του σαν οιμωγή πληγωμένου ζώου που θνήσκει ολομόναχο στην έρημο κάτω από τα τυφλά μάτια του ουρανού. Είναι μια ελεγεία θανάτου, ένας λυγμός άφατου πόνου, όχι γι' αυτό που πράττει, όσο, κυρίως, γιατί πλάστηκε να πράττει έτσι όπως πράττει. Καθισμένος στο κέντρο της νύχτας και της σιωπής, σαν να είναι ο τελευταίος της αποτυχημένης φυλής των ανθρώπων, αφουγκράζεται τον θρήνο των νεκρών και καλεί τον αναγνώστη του να τον ακούσει κι αυτός. Ισως έτσι το κενό του ανθρώπινου σύμπαντος αποκτήσει κάποιο άλλο, βαθύτερο νόημα.



ΜΑΚΗΣ ΠΑΝΩΡΙΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 01/02/2008

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!