Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936 (2 τόμ.)

264573
Συγγραφέας: Χέρινγκ, Γκούναρ
Εκδόσεις: Μ.Ι.Ε.Τ
Σελίδες:1417
Μεταφραστής:ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ
Ημερομηνία Έκδοσης:01/01/2008
ISBN:9789602503157


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο

Περιγραφή


Προϊόν μακρόχρονης εξαντλητικής έρευνας, μεθοδικής σπουδής και γόνιμου στοχασμού, το βιβλίο αυτό εξιστορεί τη δημιουργία και τους μετασχηματισμούς των ελληνικών πολιτικών κομμάτων κατά την περίοδο 1821-1936. Ο συγγραφέας αναλύει τις ιδεολογικές θέσεις και τα προγράμματα των κομμάτων, τους άρρητους στόχους και τις πρακτικές πολιτικές αποφάσεις τους, την οργανωτική δομή, τις προπαγανδιστικές μεθόδους και τις αντιπαραθέσεις τους. Αντιμετωπίζοντας κριτικά την παλαιότερη ιστοριογραφία, η οποία προσέγγιζε συνήθως το κομματικό φαινόμενο με αρνητική προδιάθεση, επισημαίνει τις μεθοδολογικές αδυναμίες των ιστορικών ερμηνειών που υπερτονίζουν το ρόλο των προσωπικών φιλοδοξιών, των εξωτερικών επιρροών ή των πελατειακών σχέσεων. Η ανάλυσή του δεν περιορίζεται στο κομματικό και πολιτικό σύστημα αλλά προεκτείνεται στην κοινωνική δομή, την οικονομία, το ιδεολογικό και πνευματικό κλίμα και τις κοινωνικές συγκρούσεις της εποχής. Το βιβλίο αποτελεί επομένως και μια εκτενή εισαγωγή στην πολιτική ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου







ΚΡΙΤΙΚΗ



Ο Γκούναρ Χέρινγκ (1934-1994) υπήρξε από τους σημαντικότερους νεοελληνιστές (επί σειρά ετών διατέλεσε καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης και «ψυχή» του Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών στο οικείο Πανεπιστήμιο) και ιστορικούς της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Πέρα από την υποδειγματική μελέτη του για την πολιτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου στα χρόνια του Κύριλλου Λούκαρι, δημοσίευσε πλήθος άρθρων στα πεδία της πολιτικής, κοινωνικής και διανοητικής ιστορίας, μεταξύ άλλων, για το γλωσσικό ζήτημα, τη διαμάχη πατριαρχικών και εξαρχικών, το εργατικό κίνημα στο Μεσοπόλεμο, τη δικτατορία του Ι. Μεταξά και τις πολιτικές ιδέες στα Βαλκάνια κατά το 19ο αιώνα. Η μελέτη του «Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936» κυκλοφόρησε πρώτα στα γερμανικά το 1992, και η έκδοσή του στα ελληνικά, σχεδόν δέκα χρόνια μετά το θάνατό του, αποτελεί μια σπάνια ευκαιρία να γίνουν ευρύτερα γνωστά το έργο και η σκέψη ενός κορυφαίου ιστορικού.

Χωρίς περιστροφές, «Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα» είναι ένα μνημειώδες έργο. Η μελέτη των πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα από την έναρξη του αγώνα της ανεξαρτησίας μέχρι την επιβολή της δικτατορίας του Ι. Μεταξά είναι ένα εγχείρημα που δύσκολα αναλαμβάνει ένας ιστορικός και συνήθως εναποτίθεται σε συλλογικές προσπάθειες, στις οποίες συνεργάζονται ιστορικοί με ειδίκευση σε αντικείμενα και περιόδους. Η αξία τέτοιων συλλογικών έργων, τα οποία πληθαίνουν τα τελευταία χρόνια, είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς συνδυάζουν την απεύθυνση στο ευρύτερο κοινό με την έγκυρη επιστημονική γνώση, συχνά όμως είτε είναι ετεροβαρή ως προς τη σύνθεση είτε απουσιάζουν το συστηματικό πλαίσιο ανάλυσης και η άρθρωση ενός κύριου επιχειρήματος. Ο Γκ. Χέρινγκ ανέλαβε να συγγράψει μια συνθετική μελέτη μεγάλου εύρους, βασισμένη σε πλούσια βιβλιογραφία και εκτενή αρχειακή έρευνα, και αποτελεί ευτυχή σύμπτωση ότι η έκδοσή του στα ελληνικά εμφανίστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοση του έργου του Γιώργου Δερτιλή, «Ιστορία του ελληνικού κράτους 1830-1920», «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», Αθήνα, 2005, η οποία κινείται αντίστοιχα στα πεδία της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας.

Για την ερμηνεία των πολιτικών εξελίξεων και του κομματικού φαινομένου στην Ελλάδα έχουν προταθεί ποικίλοι τρόποι προσέγγισης και το αξιοσημείωτο είναι ότι μερικοί από τους πιο απλουστευτικούς αναπαράγονται μέχρι τις μέρες μας. Τα κόμματα κατά καιρούς αντιμετωπίστηκαν ως φορείς ικανοποίησης μιας εγωιστικής επιδίωξης της εξουσίας, ως εκπρόσωποι ξένων συμφερόντων, ενώ για την εξήγηση των οξύτατων πολιτικών συγκρούσεων επιστρατεύτηκαν ακόμα και επιχειρήματα σχετικά με το «χαρακτήρα» των Ελλήνων. Από την άλλη πλευρά, οι πιο σοβαρές προσπάθειες για την ερμηνεία χαρακτηριστικών φαινομένων του πολιτικού βίου στην Ελλάδα (όπως π.χ. κυβερνητική αστάθεια, πατρωνία, στρατιωτικά κινήματα κ.ά.) εμφανίζουν ενδογενή προβλήματα. Ο συγγραφέας ασχολείται ιδιαίτερα με τις πελατειακές σχέσεις. Χωρίς να απορρίπτει την ερμηνευτική αξία των πελατειακών σχέσεων, τη σχετικοποιεί σε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη είναι ότι η πολυπλοκότητα της οργάνωσης των σύγχρονων κρατών δεν μπορεί να καλυφθεί από το πλέγμα των δυαδικών πολιτικών σχέσεων που συνεπάγεται η πελατειακή σχέση. Η δεύτερη είναι ότι τα κόμματα δεν στηρίζονται σε κατακόρυφες πελατειακές σχέσεις αλλά διαμορφώνουν οριζόντιες δομές επικοινωνίας μεταξύ διαφορετικών ατόμων και κοινωνικών ομάδων, οι οποίες επιτρέπουν την εμφάνιση των μαζικών κομμάτων, τη συγκρότηση συλλογικών πολιτικών ταυτοτήτων και την ανάπτυξη της συλλογικής δράσης.

Στον πρώτο τόμο ο Γκ. Χέρινγκ ασχολείται με τη δράση των κομμάτων κατά το 19ο αιώνα και σε πολλά σημεία οι παρατηρήσεις του είναι καινοτόμες και η συστηματική κριτική του σε παλαιότερες απλουστεύσεις και σχηματοποιήσεις συμβάλλει στην πληρέστερη κατανόηση των πολιτικών εξελίξεων. Μέσα από τη διαπραγμάτευση της λειτουργίας και του χαρακτήρα των κομμάτων κατά το 19ο αιώνα, ο συγγραφέας καταρρίπτει τρεις προηγούμενες θεωρήσεις. Η πρώτη είναι ότι τα κόμματα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο των «ξενικών» κομμάτων, λειτουργούσαν ως «πρακτορεία» των Μεγάλων Δυνάμεων. Η επιρροή, όμως, που ασκούσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις στην ελληνική πολιτική ζωή δεν μπορεί να μας διαφωτίσει ούτε για τους στόχους των κομμάτων ούτε πολύ περισσότερο για τις πεποιθήσεις των οπαδών· άλλωστε δεν ήταν λίγες οι φορές που τα κόμματα διαφοροποιήθηκαν από την πολιτική των χωρών αναφοράς (σ. 267-269). Η δεύτερη θεώρηση κατατάσσει τα κόμματα σε «προοδευτικά» και «συντηρητικά» ή «παραδοσιακά» και «εκσυγχρονιστικά». Ο Γκ. Χέρινγκ υπερβαίνει αυτή τη διχοτομική θεώρηση των ιδεολογικών χαρακτηριστικών των κομμάτων υποστηρίζοντας ότι όλα τα κόμματα, αφ' ενός, επεδίωκαν τον εκσυγχρονισμό και τον εξευρωπαϊσμό της χώρας και αφ' ετέρου, επικαλούνταν την παράδοση ή αντλούσαν στοιχεία από τη δεξαμενή της παράδοσης για να νομιμοποιήσουν την πολιτική τους. Οι εκπρόσωποι του συντηρητισμού και της θρησκευτικής αδιαλλαξίας στην Ελλάδα, παρά την αντιδυτική ρητορική τους, δεν αμφισβήτησαν «δυτικούς» θεσμούς, όπως το κράτος ή το Σύνταγμα, ενώ στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα εγκολπώθηκαν την κατεξοχήν «δυτική» ιδεολογία, τον εθνικισμό (σ. 272, 289). Από την άλλη πλευρά, αυτή του εκσυγχρονισμού, η διχοτόμηση αυτή γενικότερα συνδέθηκε με το επιχείρημα ότι οι πολιτικοί θεσμοί της νεωτερικότητας είχαν εισαχθεί από το εξωτερικό σε μια παραδοσιακή κοινωνία και άρα δεν μπορούσαν να εδραιωθούν στην Ελλάδα. Ο Γκ. Χέρινγκ για να αναιρέσει αυτή τη θέση επικαλείται το περίπλοκο θεσμικό πλαίσιο που εξισορροπούσε διαφορετικά συμφέροντα και αντιστοιχούσε στα κοινωνικά δεδομένα, τον πλούτο των ιδεών και των προσλήψεων του νεοελληνικού Διαφωτισμού, τη βούληση των επαναστατημένων Ελλήνων να αντικαταστήσουν την οθωμανική κυριαρχία με ένα κράτος δικαίου αλλά και τον αναμενόμενο πειραματισμό που επέβαλλαν οι συνθήκες (σ. 130-139). Σύμφωνα με μια τρίτη θεώρηση, τα ελληνικά κόμματα διαφέρουν από τα δυτικοευρωπαϊκά κατά το ότι δεν ήταν κόμματα «αρχών» ή δεν είχαν συγκεκριμένο πρόγραμμα και σε αυτό οφείλονται η πολιτική ρευστότητα και η κυβερνητική αστάθεια στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η σοβαρή κυβερνητική αστάθεια (για παράδειγμα, μεταξύ των ετών 1865-1873 είχαν σχηματιστεί δεκαεφτά κυβερνήσεις), δείχνει μέσα από τη μελέτη του ο συγγραφέας, δεν οφειλόταν τόσο στο χαρακτήρα των κομμάτων αλλά σε δύο άλλους παράγοντες. Ο ένας ήταν ο εκλογικός νόμος, ο οποίος με το σύστημα των σφαιριδίων επέτρεπε την εκλογή μεγάλου αριθμού ανεξάρτητων βουλευτών, οι οποίοι εκπροσωπούσαν τοπικά και όχι κομματικά συμφέροντα (σ. 427-435). Ο άλλος παράγοντας ήταν οι εκτεταμένες προνομίες που είχε ο βασιλιάς αναφορικά με την αναστολή της λειτουργίας του Κοινοβουλίου και το διορισμό πρωθυπουργού (συνήθως κυβερνήσεων μειοψηφίας) και άρα η κυβερνητική αστάθεια αντανακλούσε το συσχετισμό δύναμης μεταξύ του βασιλιά, της κυβέρνησης και του Κοινοβουλίου (σ. 435-442, 486 κ.ε.).

Ενα από τα αναμφίβολα πλεονεκτήματα της μελέτης του Γκ. Χέρινγκ είναι ότι δεν εξετάζει τα κόμματα μεμονωμένα αλλά τα εντάσσει σε κομματικά συστήματα, κάτι που του επιτρέπει να διαιρέσει την περίοδο 1821-1936 σε τρεις υποπεριόδους: «ξενικά» κόμματα, Ορεινοί και Πεδινοί, Φιλελεύθεροι και Λαϊκοί. Οι πολιτικές διαιρέσεις, υποστηρίζει ο συγγραφέας, εδράζονται σε πολιτικές αντιθέσεις, οι οποίες είναι ιστορικά προσδιορισμένες, με την έννοια ότι καθώς το περιεχόμενό τους μεταβάλλεται κάποιες διαιρέσεις απαρχαιώνονται και νέες διαιρέσεις εκκολάπτονται. Ετσι, για παράδειγμα, τα «ξενικά» κόμματα σταδιακά διαλύονται, μετά τη θέσπιση Συντάγματος το 1843, τη συσπείρωση των κομμάτων κατά της αυλής, την αύξηση της επιρροής των θρησκευτικών στοιχείων στην πολιτική ιδεολογία, την αντίθεση των Μεγάλων Δυνάμεων στον ελληνικό μεγαλοϊδεατισμό κ.λπ. (σ. 277 κ.ε.) Σε ένα ανάλογο πλαίσιο αναλύει ο συγγραφέας τον εθνικό διχασμό. Η σοβαρή κρίση νομιμοποίησης, που προκάλεσε η δεύτερη διάλυση της Βουλής το 1915, «κατέστρεψε τη θεμελιώδη συναίνεση για τις μεθόδους λύσης των αντιπαραθέσεων και έτσι κορυφώθηκε ταχύτατα, με αποσυνθετικές συνέπειες για το πολιτικό σύστημα», και διαίρεσε την κοινωνία σε δύο παρατάξεις (σ. 893-894).

Οπως γνωρίζουμε, το ρήγμα στο πολιτικό σύστημα που δημιούργησε ο διχασμός δεν θα γεφυρωθεί στα χρόνια του Μεσοπολέμου αλλά θα διαιωνιστεί μέχρι την επιβολή της δικτατορίας του Ι. Μεταξά. Η αστάθεια στην πολιτική ζωή της Ελλάδας, η οποία χαρακτηρίζει τα χρόνια του Μεσοπολέμου, ερμηνεύεται με βάση όχι κάποια υποτιθέμενη παθογένεια των κομμάτων αλλά με τη διαφορά ανάμεσα στον υψηλό βαθμό πολιτικοποίησης της κοινωνίας που έχει δημιουργήσει ο διχασμός και το χαμηλό βαθμό πολιτικής θεσμοθέτησης. Τα κόμματα μπορούσαν μόνον εν μέρει να ενσωματώσουν ή να χειραγωγήσουν την πολιτική κινητοποίηση των μαζών ή των κοινωνικών ομάδων, ιδιαίτερα μετά τις σημαντικές κοινωνικές αλλαγές που σημειώνονται μετά τη δεκαετία 1912-1922 (διπλασιασμός επικράτειας, άφιξη προσφύγων, επιτάχυνση αστικοποίησης κ.λπ.) Το αποτέλεσμα ήταν στο Μεσοπόλεμο να κατακερματιστούν οι δύο μεγάλες παρατάξεις, να ενισχυθούν οι αυταρχικές τάσεις και να πολλαπλασιαστούν οι πολιτικές επεμβάσεις του στρατού (σ. 1027-1031). Η δράση των κομμουνιστών σε συνδυασμό με την κοινωνική αναταραχή στα μέσα της δεκαετίας του 1930 θα προσθέσει έναν νέο πολιτικό αντίπαλο. Η αντίθεση στον κομμουνισμό δεν θα εξαλείψει τη διαμάχη βενιζελικών-αντιβενιζελικών αλλά θα συμβάλει στην ετοιμότητα των κομμάτων να δεχθούν αυταρχικές λύσεις. Η προθυμία των πολιτικών ηγεσιών να συνεργαστούν και να κινητοποιήσουν τους στρατιωτικούς, η τάση για ισχυροποίηση της εκτελεστικής εξουσίας έναντι του Κοινοβουλίου, ο αντικομμουνισμός θα προετοιμάσουν το έδαφος για τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, κάτι που φαίνεται άλλωστε και από την έλξη που ασκούσε το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας σε σημαντική μερίδα του αστικού πολιτικού κόσμου (σ. 1.091-1.093, 1.210-1.218, 1.275-1.277).

Καρπός πολύχρονης έρευνας και πλούσιου στοχασμού, η μελέτη του Γκ. Χέρινγκ «Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1836» αποτελεί ορόσημο για την ιστοριογραφία της νεότερης Ελλάδας. Κατ' αρχάς, αποτελεί μια υψηλού επιπέδου συνθετική μελέτη, όχι μόνο τον κομμάτων, αλλά συνολικά της πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας, στην οποία οι πολιτικές εξελίξεις δεν εξετάζονται γεγονοτολογικά αλλά εντάσσονται στην κίνηση των πολιτικών ιδεών, τις διαμάχες για τους πολιτικούς θεσμούς και τους κοινωνικούς-οικονομικούς μετασχηματισμούς. Επιπλέον, είναι μια μελέτη η οποία διαλέγεται κριτικά με την προηγούμενη ιστοριογραφική παραγωγή και έρχεται να ανανεώσει τους όρους συζήτησης και τις υποθέσεις εργασίας σχετικά με τη μελέτη της πολιτικής ιστορίας της νεότερης Ελλάδας. Το αποτέλεσμα είναι μια μελέτη σπάνιου εύρους, πλούσια σε στοιχεία και ιδέες, η οποία οδηγεί την έρευνα για τη νεότερη ελληνική Ιστορία σε νέες κατευθύνσεις και θα αποτελέσει έργο αναφοράς.



ΠΟΛΥΜΕΡΗΣ ΒΟΓΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 02/12/2005

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!