Τα σταυροδρόμια του λυκόφωτος Ι

Έκπτωση
30%
Τιμή Εκδότη: 19.90
13.93
Τιμή Πρωτοπορίας
+
353613
Συγγραφέας: Τζόρνταν, Ρόμπερτ
Σελίδες:512
Επιμελητής:Καρανικολού, Δήμητρα
Ημερομηνία Έκδοσης:15/2/2012
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Άμεσα διαθέσιμο
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Καθώς ο Ματ εξαφανίζεται από το Έμπου Νταρ έχοντας απαγάγει την Κόρη των Εννέα Φεγγαριών, μαθαίνει ότι τόσο η Σκιά, όσο και οι δυνάμεις της Αυτοκρατορίας των Σωντσάν, έχουν εξαπολύσει θανάσιμη καταδίωξη εναντίον του. Στο μεταξύ, ο Πέριν αναζητεί τρόπο να ελευθερώσει τη Φάιλε από τους Σάιντο, όμως ίσως η μόνη του ελπίδα είναι να συμμαχήσει με τον εχθρό. Ως Άμερλιν των εξεγερμένων Άες Σεντάι, η Εγκουέν πολιορκεί την Ταρ Βάλον, μα πρέπει να νικήσει γρήγορα. Αν ο Λευκός Πύργος δεν ενωθεί, οι Άσα’μαν θα είναι οι μόνοι που θα παραμείνουν για να υπερασπιστούν τον κόσμο ενάντια στον Σκοτεινό, και τίποτα δεν θα τους σταθεί εμπόδιο στην απόκτηση της απόλυτης δύναμης. Σκοτεινόφιλοι κι εχθροί της Ηλαίην σχεδιάζουν την καταστροφή της όσο εκείνη αγωνίζεται για τον Θρόνο του Λιονταριού. Αν αποτύχει, το Άντορ ίσως παραδοθεί στη Σκιά και, μαζί του, ο Αναγεννημένος Δράκοντας, που έχει απαλλάξει το σαϊντίν από το μίασμα, αλλά ακόμη δεν ξέρει ποιους μπορεί να εμπιστευθεί.


Από τον πρόλογο

Ο Ρόντελ Ιτουράλντε μισούσε την αναμονή, αν κι ήξερε ότι αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος στη ζωή ενός στρατιώτη που πάντα περιμένει την επόμενη μάχη, την επόμενη κίνηση του εχθρού, το ενδεχόμενο λάθος. Παρατηρούσε το χειμωνιάτικο δάσος κι ήταν ακίνητος σαν τα δέντρα. Ο ήλιος είχε διανύσει τη μισή απόσταση μέχρι το ζενίθ, χωρίς να εκπέμπει ζεστασιά. Η ανάσα του Ιτουράλντε σχημάτιζε μια λευκή ομίχλη μπροστά στο πρόσωπό του, δημιουργώντας πάχνη πάνω στο περιποιημένο και ψαλιδισμένο μουστάκι του και στη γούνα από μαύρη αλεπού, που φοδράριζε την κουκούλα του. Ευτυχώς, η περικεφαλαία του κρεμόταν από το μπροστάρι της σέλας του. Η πανοπλία κρατούσε το κρύο, το οποίο περνούσε μέσα από το πανωφόρι και τα στρώματα μαλλιού, μεταξιού και λινού από κάτω. Ακόμα κι η σέλα του Νταρτ ήταν κρύα, λες και το λευκό μουνούχι ήταν φτιαγμένο από παγωμένο γάλα. Η περικεφαλαία θα του θόλωνε το μυαλό.

Ο χειμώνας είχε φτάσει καθυστερημένα στο Άραντ Ντόμαν, πολύ μάλιστα, αλλά ήταν αρκετά εκδικητικός. Από την καλοκαιρινή κάψα, που είχε επεκταθεί εντελώς αφύσικα έως το φθινόπωρο, μέχρι την καρδιά του χειμώνα δεν μεσολάβησε ούτε μήνας. Τα φύλλα που είχαν επιζήσει από την εκτεταμένη ξηρασία του
καλοκαιριού πάγωσαν πριν προλάβουν να αλλάξουν χρώμα, και τώρα λαμπύριζαν κάτω από τον πρωινό ήλιο σαν παράξενα πετράδια καλυμμένα με πάγο. Τα άλογα των είκοσι και πλέον οπλιτών γύρω του χτυπούσαν πού και πού τις οπλές τους πάνω στο χιόνι, που τα κάλυπτε έως το γόνατο. Είχαν ήδη διανύσει μεγάλη πορεία κι έπρεπε να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο, ασχέτως αν η μέρα θα καλυτέρευε ή όχι. Σκούρα σύννεφα κυλούσαν στον ουρανό με βόρεια κατεύθυνση. Δεν χρειαζόταν κάποιον με την ικανότητα να προβλέπει τον καιρό για να του πει ότι η θερμοκρασία θα έπεφτε ραγδαία πριν βραδιάσει. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρουν καταφύγιο μέχρι τότε.

«Ο φετινός χειμώνας δεν είναι τόσο βαρύς όσο ο προπερασμένος, ε, Άρχοντά μου;» σχολίασε ήρεμα ο Τζάαλαμ. Ο ψηλός, νεαρός αξιωματικός διάβαζε με κάποιον τρόπο τον νου του Ιτουράλντε, ανεβάζοντας ελαφρώς τον τόνο της φωνής του, για να τον
ακούσουν κι οι υπόλοιποι. «Από την άλλη, υποθέτω πως κάποιοι άντρες ονειρεύονται ήδη μια κούπα ζεστό κρασί. Όχι ετούτοι εδώ, φυσικά, που είναι εξαιρετικά λιτοδίαιτοι κι έχω την εντύπωση πως πίνουν τσάι. Παγωμένο τσάι. Λίγο μαστίγωμα τους χρειάζεται,
και θα δεις για πότε κάνουν μπάνιο μες στο χιόνι».
«Προς το παρόν, θα ήταν προτιμότερο να μη γδυθούν», αποκρίθηκε ξερά ο Ιτουράλντε, «όμως, αν είναι τυχεροί, μπορεί να πιουν λίγο παγωμένο τσάι απόψε». Τα λόγια του προκάλεσαν μερικά σιγανά χάχανα. Είχε επιλέξει αυτούς τους άντρες με ιδιαίτερη προσοχή κι εκείνοι ήξεραν πότε η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη για να κάνουν φασαρία.
Ο ίδιος θα μπορούσε κάλλιστα να βολευτεί με μια αχνιστή κούπα αρωματικού κρασιού, ακόμα και με τσάι, αλλά είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που οι έμποροι έφερναν τσάι στο Άραντ Ντόμαν. Πολύς καιρός από τότε που κάποιος ξενομερίτης έμπορος είχε επιχειρήσει να περάσει τα σύνορα με τη Σαλδαία.

Τα νέα που έρχονταν από τον έξω κόσμο ήταν ήδη μπαγιάτικα σαν ψωμί περασμένου μήνα, άσε που μπορεί να ήταν απλώς φήμες.
Όλα αυτά, βέβαια, δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία. Αν όντως ο Λευκός Πύργος είχε διαιρεθεί κι είχαν καλέσει πίσω, στο Κάεμλυν, όλους τους άντρες με την ικανότητα της διαβίβασης… τότε, ο κόσμος θα έπρεπε να τα βγάλει πέρα δίχως τον Ρόντελ Ιτουράλντε μέχρι το Άραντ Ντόμαν να ενωνόταν ξανά. Μέχρι στιγμής, το Άραντ Ντόμαν
ήταν αρκετό για να κάνει τη δουλειά του κάθε λογικός άνθρωπος. Μελέτησε γι’ άλλη μία φορά τις διαταγές που είχε δώσει, τις οποίες θα παρέδιδαν οι γρηγορότεροι καβαλάρηδες σε κάθε ευγενή που ήταν πιστός στον Βασιλιά. Όσο διχασμένοι κι αν ήταν εξαιτίας του μίσους και των παλιών ερίδων, εξακολουθούσαν να έχουν πολλά κοινά. Μόλις κατέφθαναν οι προσταγές του Λύκου, θα ένωναν τους στρατούς τους και θα επέλαυναν. Όσο, τουλάχιστον, είχε ο ίδιος την εύνοια του Βασιλιά, μία διαταγή του οποίου ήταν αρκετή ακόμα και για να κρυφτούν στα βουνά και να περιμένουν.
Ναι, αυτό σίγουρα θα εκνεύριζε μερικούς, μπορεί να έφταναν και στο σημείο να καταραστούν τ’ όνομά του, αλλά σίγουρα θα υπάκουαν. Ήξεραν πολύ καλά ότι ο Λύκος κέρδιζε τις μάχες.

Επιπλέον, ήξεραν ότι κέρδιζε ολόκληρους πολέμους. Λυκόπουλο, έτσι τον αποκαλούσαν όταν νόμιζαν πως δεν άκουγε, αλλά εκείνος δεν νοιαζόταν για το αν τον θαύμαζαν –όχι πάρα πολύ, είναι αλήθεια– όσο για το αν υπάκουαν σε όσα τους πρόσταζε.

Πολύ σύντομα, η πορεία τους θα χειροτέρευε, καθώς θα
κινούνταν για να στήσουν μια παγίδα που δεν θα γινόταν φανερή πριν περάσουν αρκετοί μήνες. Έπαιρνε μεγάλο ρίσκο. Υπήρχαν πολλοί τρόποι για να αποτύχουν τα πολύπλοκα σχέδια, και το συγκεκριμένο είχε κάμποσες στοιβάδες. Αν το δόλωμα δεν ήταν ικανοποιητικό, όλα θα πήγαιναν στράφι πριν καν αρχίσουν. Ή αν
κάποιος αγνοούσε τη διαταγή να αποφύγει τους αγγελιαφόρους του Βασιλιά. Ωστόσο, όλοι γνώριζαν τα κίνητρά του, ενώ κι οι πιο πεισματάρηδες συμφωνούσαν, αν κι ήταν ελάχιστοι αυτοί που θα έκαναν πρόθυμα λόγο για το θέμα. Ο ίδιος είχε κινηθεί σαν
φάντασμα που καλπάζει στην καταιγίδα από τη στιγμή που έλαβε την τελευταία διαταγή του Αλσαλάμ. Την είχε κρυμμένη μέσα στο μανίκι του, εκεί όπου το διπλωμένο χαρτί ήταν χωμένο πάνω από την ωχρή δαντέλα που έπεφτε μέσα στο γάντι με το
μεταλλικό στήριγμα. Είχαν μία τελευταία πιθανότητα, αν και μικρή, να σώσουν το Άραντ Ντόμαν. Ίσως ακόμα και να έσωζαν τον Αλσαλάμ από τον ίδιο του τον εαυτό, προτού το Συμβούλιο των Εμπόρων αποφάσιζε να ανεβάσει στον θρόνο κάποιον άλλο στη θέση του. Διοικούσε συνετά περισσότερα από είκοσι χρόνια.
Φωτός θέλοντος, θα συνέχιζε έτσι. Ένας δυνατός κρότος ακούστηκε από τα νότια και το χέρι του Ιτουράλντε γλίστρησε γοργά στο μακρύ σπαθί του. Ακολούθησε
ένας αχνός τριγμός δέρματος και μετάλλου, καθώς κι άλλοι χαλάρωναν τα όπλα τους. Από τους υπόλοιπους, σιωπή. Το δάσος ήταν βουβό σαν παγωμένος τάφος. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ένα κλωνάρι που έσπαζε υπό το βάρος του χιονιού. Μία στιγμή
αργότερα, ο Ιτουράλντε άφησε τον εαυτό του να χαλαρώσει – τόσο, όσο τα είχε καταφέρει από τότε που ακούστηκαν για πρώτη φορά οι ιστορίες από τον Βορρά, που μιλούσαν για την επανεμφάνιση του Αναγεννημένου Δράκοντα στον ουρανό του Φάλμε. Ίσως, τελικά, αυτός ο άντρας να ήταν όντως ο Αναγεννημένος Δράκοντας και
μπορεί πράγματι να είχε εμφανιστεί στον ουρανό, αλλά, όποια κι αν ήταν η αλήθεια, οι φήμες αυτές προκάλεσαν την ανάφλεξη του Άραντ Ντόμαν. Ο Ιτουράλντε ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να κατασβήσει αυτή την ανάφλεξη, αν είχε το ελεύθερο, και κάθε άλλο παρά κομπασμός ήταν να σκέφτεται έτσι. Γνώριζε πολύ καλά τι έπρεπε
να κάνει σε μια μάχη, σε μια εκστρατεία ή σ’ έναν πόλεμο. Από τότε, όμως, που το Συμβούλιο είχε αποφασίσει πως θα ήταν πιο ασφαλές για τον Βασιλιά να περάσει λαθραία από το Μπάνταρ Έμπαν, ο Αλσαλάμ φαίνεται πως άρχισε να πιστεύει για τα καλά ότι ο ίδιος ήταν η αναγέννηση του Άρτουρ του Γερακόφτερου.

Από τότε, η υπογραφή κι η σφραγίδα του είχαν μαρκάρει δεκάδες διαταγές μάχης που στέλνονταν προς τα έξω από τα σημεία που τον είχε κρυμμένο κατά καιρούς το Συμβούλιο. Ούτε στον Ιτουράλντε δεν ανέφεραν ποια ήταν εκείνα τα σημεία. Όποια
γυναίκα του Συμβουλίου συναντούσε, χαμήλωνε τη ματιά της και ξέφευγε με δικαιολογίες και μόνο στην αναφορά του ονόματος του Βασιλιά. Κόντευε να πιστέψει πως ούτε εκείνες γνώριζαν πού βρισκόταν ο Αλσαλάμ. Γελοίες σκέψεις, ασφαλώς. Το Συμβούλιο επαγρυπνούσε για τον Βασιλιά. Ο Ιτουράλντε ανέκαθεν θεωρούσε
πως οι Οίκοι των εμπόρων ανακατεύονταν υπερβολικά, αλλά, όπως είχε διαμορφωθεί η κατάσταση, ευχόταν να είχαν βάλει το χέρι τους τώρα. Ήταν μυστήριο γιατί παρέμεναν σιωπηλοί, μια κι ένας βασιλιάς που διαλύει το εμπόριο δεν παραμένει για πολύ
καιρό στον θρόνο.

Συγγραφέας:
Τζόρνταν, Ρόμπερτ
Εκδότης:
Φανταστικός Κόσμος
Σελίδες:
512
ISBN:
9789606868610
Επιμελητής:
Καρανικολού, Δήμητρα
Μεταφραστής:
Γερογιάννης, Κώστας
Ημερομηνία Έκδοσης:
15/2/2012

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική