Κοσμοπολίτες και αποσυνάγωγοι

Μελέτες για την ελληνική πεζογραφία και κριτική 1830-1930
Έκπτωση
35%
Τιμή Εκδότη: 20.39
13.25
Τιμή Πρωτοπορίας
+
160554
Συγγραφέας: Τζιόβας, Δημήτρης
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες:352
Ημερομηνία Έκδοσης:01/10/2003
ISBN:9789603755487
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Περιορισμένη διαθεσιμότητα
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Περιγραφή


Κοινό γνώρισμα των περισσοτέρων λογοτεχνών (τεσσάρων πεζογράφων και ενός κριτικού) το έργο και η δράση των οποίων εξετάζεται στην παρούσα συναγωγή μελετημάτων είναι ότι έζησαν για μεγάλα διαστήματα στο εξωτερικό και ήλθαν σε επαφή με τα ξένα πνευματικά κινήματα (περίπτωση Ιάκωβου Πιτζιπίου, Αλέξανδρου Ραγκαβή, Δημητρίου Βικέλα, Γιάννη Ψυχάρη), στο άλλο άκρο, η περίπτωση Γιάννη Αποστολάκη, οριακή και απομονωμένη, εξαιτίας της μονίμως αρνητικής στάσης του απέναντι στην ελληνική φιλολογική σκηνή.





ΚΡΙΤΙΚΗ



Στο βιβλίο αυτό ο καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham, Δημήτρης Τζιόβας, εκδηλώνει το φιλολογικό-ιστορικό ενδιαφέρον του για μεμονωμένες περιπτώσεις σημαντικών πεζογράφων και κριτικών που «χρωμάτισαν» την περίοδο 1830-1930, κομίζοντας κάτι καινούριο ή ερχόμενοι, για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, σε ρήξη με το κυρίαρχο πνεύμα της εποχής τους. Και το κάνει αυτό, παρακινημένος από την αλλού δηλωμένη κι αλλού τεκμαιρόμενη πρόθεσή του να αποκαταστήσει, σε βάθος και μεθοδικά επαναπροσεγγίζοντας, κάποιες πνευματικές φυσιογνωμίες· κάποιους συγγραφείς που, με κοινό χαρακτηριστικό τους το στοιχείο του κοσμοπολιτισμού, «όντας καλοί γνώστες της ευρωπαϊκής πνευματικής παράδοσης», εμφορούμενοι από ιδεώδη καινότροπα για την εποχή τους ή μένοντας πιστοί και αμετακίνητοι στις αντιλήψεις τους περί αισθητικής, προσέκρουσαν στην επιφύλαξη ή στην προκατάληψη του πνευματικού κατεστημένου.

Επιχειρεί ένα επίπονο αλλά και γοητευτικό, συνάμα, εγχείρημα: αυτό της ιχνηλάτησης της πνευματικής πορείας ανθρώπων που, σε μια μακρά περίοδο εθνικισμού, πατριωτικής ρητορείας, ποιητικής έξαρσης και εθνικής περιχαράκωσης -όπως ήταν κυρίως η περίοδος από το 1830 ώς το τέλος του 19ου αιώνα- πηγαίνουν αντίθετα προς το κυρίαρχο πνεύμα του τόπου και της εποχής τους, προβάλλοντας εκσυγχρονιστικά πρότυπα ηθοπλασίας και ανάπτυξης. Ανθρώπων που, έχοντας ζήσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους και με συχνές μετακινήσεις στο εξωτερικό (ο Πιτζιπίος ζει στη Χίο, στο Παρίσι, στην Οδησσό, στην Ερμούπολη και στην Κωνσταντινούπολη· ο Ραγκαβής στην Αθήνα, στις ΗΠΑ, στην Κωνσταντινούπολη, στο Παρίσι και στο Βερολίνο· ο Βικέλας, γεννημένος στην Ερμούπολη, ζει στην Οδησσό, στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στην Αθήνα· ο Ψυχάρης ζει τα παιδικά του χρόνια στην Οδησσό και στην Κωνσταντινούπολη, πηγαίνει για σπουδές στη Γερμανία, ζει στο Παρίσι κ.λπ.) είναι «εκ θέσεως» και όχι «εκ πεποιθήσεως» κοσμοπολίτες, γεγονός που τους δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουν και να βιώσουν διαφορετικούς τρόπους σκέψης, οργάνωσης και ζωής, εντελώς άγνωστους στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Ο Ιάκωβος Γ. Πιτζιπίος (1803-1869), ο συγγραφέας του περισσότερο πολυδιαβασμένου μυθιστορήματος του 19ου αιώνα (Η ορφανή της Χίου, 1839), υπήρξε, κατά πάσα πιθανότητα, «ένας άνθρωπος γνήσια αντισυμβατικός και αντιφατικός, με αντιρεαλιστικά σχέδια και προκλητικές ιδέες που δεν τις σήκωνε η εποχή του», γι αυτό και θεωρήθηκε φαύλος και κατηγορήθηκε για καιροσκοπισμό. Σε μια Αθήνα όπου το ξενόφερτο μυθιστόρημα αποσκοπεί, εις βάρος της λογοτεχνικότητάς του, στην αναμόρφωση των ηθών και στην καταστολή των ορμών, αναγνωρίζεται, καθυστερημένα, ως ένας από τους σημαντικότερους πρωτεργάτες του είδους και ως εκφραστής της συνθετικής τάσης στην ελληνική πεζογραφία, αφού κατάφερε να συνδυάσει φαντασία και πραγματικότητα, ρομαντισμό και ρεαλισμό, το εθνικό και το ευρωπαϊκό.

Ανταποκρίνεται στα δεδομένα του πολιτισμικού πλαισίου της εποχής, επιδιώκοντας την τέρψη αλλά και την ωφέλεια των αναγνωστών του· συγκινώντας και λειτουργώντας ως ηθικός αναμορφωτής και κριτικός των επικρατουσών κοινωνικών συνθηκών· κυρίως, δίνοντας έμφαση στην ηθική διαμόρφωση των ανθρώπων, για την οποία πιστεύει ότι οι δοκιμασίες της ζωής, η καλή οικογενειακή ανατροφή και η σωστή παιδεία συμβάλλουν τα μέγιστα. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου επιδιώκει ο Πιτζιπίος και στο δεύτερο μυθιστόρημα του, Ο πίθηκος Ξουθ ή Τα ήθη του αιώνος, που, κατά τον Νάσο Βαγενά, «είναι ίσως το πιο άτυχο έργο της πεζογραφίας μας», αφού, «αν και φαίνεται να γράφτηκε ολόκληρο», ένα μέρος του μόνο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες, το 1848, στο περιοδικό Αποθήκη των Ωφελίμων και Τερπνών Γνώσεων, που εξέδιξε στη Σύρο ο συγγραφέας. Εδώ η κοινωνική κριτική που ασκεί είναι οξύτερη, και αναφέρεται στον κίνδυνο που διατρέχουν τα νεοελληνικά ήθη από την ασύστολη μίμηση του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής· παράλληλα, όμως, ο μυθιστοριογράφος μοιάζει να θέλει να καλλιεργήσει έναν εντελώς ιδιότυπο ρεαλισμό, που δίκαια χαρακτηρίστηκε φανταστικός («Η εισβολή του υπερφυσικού στο καθημερινό και η συλλειτουργία δύο διαφορετικών επιπέδων πραγματικότητας, καθώς τίθενται στην υπηρεσία ρεαλιστικών επιδιώξεων, μας επιτρέπουν να το εντάξουμε σ αυτό που σήμερα ονομάζεται φανταστικός ρεαλισμός», Ν. Βαγενάς).

Ελληνας του εξωτερικου και της περιφέρειας, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892) καταπιάνεται με όλα, σχεδόν, τα είδη του αφηγηματικού λόγου (μυθιστόρημα, διήγημα, περιπετειώδη και αισθηματικά αφηγήματα, οδοιπορικές αναμνήσεις, επιστολογραφία κ.λπ.) Σε μια εποχή που τον κυρίαρχο ρόλο στα λογοτεχνικά πράγματα τον διαδραματίζει η ποίηση, αυτός επιδιώκει την ισορροπία ανάμεσα στην ωφέλεια και την τέρψη, στη φαντασία και την αληθοφάνεια, συμβάλλοντας στο γεφύρωμα της αντίθεσης ανάμεσα «στη λόγια-επίσημη και τη λαϊκή κουλτούρα και στο συμβιβασμό μιας εμπορευματικής αντίληψης για την τέχνη με μια ηθικο-ωφελιμιστική».

Γνώστης της διεθνούς επικαιρότητας, χωρίς οργανικούς δεσμούς με την Ελλάδα -αλλά ούτε με κάποιον άλλο τόπο όπου έζησε-, με τον «εθνικό χώρο» να μη σημαίνει και πολλά πράγματα γι αυτόν, οραματίζεται τον εκπολιτισμό και τον εκσυγχρονισμό του νέου ελληνικού κράτους, προτείνοντας διδακτικά πρότυπα ανάπτυξης και τεχνολογικής προόδου, χωρίς να πάψει να τον απασχολεί το ζήτημα της ηθικής αγωγής. Κοσμοπολίτης και οικουμενικός, υπηρετεί ένα οικουμενικό συγγραφικό ιδεώδες, βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία του οποίου είναι η περιπέτεια, η πλοκή, αλλά και ένας ευρύτερος κοινωνικός προβληματισμός, που ξεπερνά κατά πολύ τα περιοριστικά όρια ενος μονοσήμαντα εθνικού, περιγραφικού, συντηρητικού και στατικού προτύπου, όπως ήταν το δεσπόζον στην εποχή του πνευματικό πρότυπο.

Η συμβολή του Ραγκαβή έγκειται στο γεγονός ότι, με αφετηρία το πραγματικό και το επικαιρικό, «καλλιέργησε και εμπέδωσε το μυθοπλαστικό, με συνέπεια τα διηγήματά του να μπορούν να χαρακτηριστούν «πραγματολογική μυθοπλασία»· συνδυάζει δημοσιογραφία και επινόηση· παρεμβαίνει νεωτεριστικά μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας και, χωρίς να ενδίδει ούτε στη μία ούτε στην άλλη, επιτυγχάνει την ισορροπημένη ώσμωσή τους με διορθωτικό και τερπνό συνάμα αποτέλεσμα». Αυτή ακριβώς η νεωτερικότητα της παρέμβασής του· το ότι κινήθηκε στους αντίποδες των λαογραφικών και ηθογραφικών τάσεων της εποχής, κυρίαρχα αιτήματα της οποίας ήταν το «εθνικό χρώμα» και η «ρεαλιστική αλήθεια», τον κατέστησε ένα από τα πρώτα θύματα της ελληνοκεντρικής κριτικής του 19ου αιώνα (ακόμα και για το σημαντικότερο δημιούργημά του, τον Συμβολαιογράφο, κρίθηκε «ότι ήτο δυνάμει μυθιστοριογράφος, αλά δεν έγινε εν ενεργεία»)· γεγονός που, κατά τον Δημήτρη Τζιόβα, δείχνει ότι η επανεξέταση της παλαιάς πεζογραφίας δεν πρέπει να περιοριστεί στα λογοτεχνικά κείμενα, αλλά να επεκταθεί και στις εδραιωμένες, γύρω απ αυτά, κριτικές απόψεις.

Ο Δημήτριος Βικέλας (1835-1908), αν και Ελληνας της διασποράς, απέφυγε τον κοσμοπολιτισμό και έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην αναπαράσταση της ιστορίας και των ηθών της χώρας του. Ζώντας, κι αυτός, έξω από την Ελλάδα δεν είχε, όπως και ο Ραγκαβής, δεσμούς με την ελληνική κοινωνία· δεν τη γνώριζε καλά και έτσι δεν μπορούσε να την αναπαραστήσει. Σηματοδότησε, ωστόσο, το πέρασμα από το ιδανικό στο πραγματικό, από τη φαντασία στο ιστορικά προσδιορισμένο παρόν, προβάλλοντας την ανάγκη της ανάπτυξης μιας ευνομούμενης αστικής κοινωνίας, βασισμένης στην εργασία, την πειθαρχία και την οικογενειακή συνοχή, αποβλέποντας σε ηθικοδιδακτικούς σκοπούς περισσότερο από όσο στην τέρψη των αναγνωστών του.

Το αναμφισβήτητα σημαντικότερο κείμενό του (Λουκής Λάρας. Αυτοβιογραφία γέροντος Χίου, 1879), δημοσιεύεται σε μια περίοδο στην οποία κυριαρχούν δύο τάσεις: η μία είναι «μάλλον επικριτική για το νεοπαγές ελληνικό κράτος και την κοινωνία του», ενώ η άλλη είναι «πιο ιδεαλιστική και εποικοδομητική, αποσκοπώντας στη βελτίωση της ελληνικής κοινωνίας, ενισχύοντας τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό και συμβάλλοντας στην προώθηση της ευημερίας και της ηθικής». Πρόκειται για ένα έργο που θεωρήθηκε από την κριτική κάτι σαν πέρασμα από το ρομαντισμό στο ρεαλισμό, ικανό να συγκινήσει τους αναγνώστες του «δι άλλου τρόπου εκ των έως τότε εν χρήσει πατριωτικών φωνασκιών», δηλωτικό του γεγονότος ότι «η διηγηματογραφία ήρχισεν έκτοτε να κινείται και να εισέρχεται εις τον δρόμον της» (Γρηγ. Ξενόπουλος).

Γνήσιος «πολίτης του κόσμου» μη μπορώντας να ριζώσει σε κανέναν από τους τόπους όπου έζησε, τροφοδοτήθηκε, ως συγγραφέας, από τη μνήμη και από την απόσταση. Μη μπορώντας να αναπαραστήσει την ελληνική κοινωνία, επιστρατεύοντας τη μνήμη και τη διαποτισμένη από νοσταλγία κριτική του, «διαγράφει, έμμεσα, μέσα από το αναμνησιακό φιλτράρισμα του παρελθόντος και από την προοπτική του παρόντος, την κοινωνική εξέλιξη και την προτίμησή του για παλαιότερους κοινωνικούς συσχετισμούς· προσπαθώντας «να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη διασπορά και το γενέθλιο τόπο».

Στους κοσμοπολίτες συγκαταλέγεται και ο Γιάννης Ψυχάρης (Οδησσός 1854-Παρίσι 1929)· και σ αυτήν του την ιδιότητα, την κοσμοπολίτικη, αποδίδει ο συγγραφέας την πνευματική του ιδιομορφία· την πρόθεσή του να συμφιλιώσει τον Ευρωπαίο και τον Ρωμιό· την πένα με το συναίσθημα. Φωτίζοντας μια άλλη, σχεδόν καθόλου προσεγμένη πλευρά του σχολαστικού γλωσσολόγου: αυτήν του προκλητικού χιουμορίστα, του ανθρώπου «της γροθιάς και της ζωντάνιας», του συναισθηματικού Γραικού.

Και το βιβλίο κλείνει με μία, μάλλον συμπαθητική, επανεξέταση της περίπτωσης του αποσυνάγωγου Γιάννη Αποστολάκη (1886-1947). Αυτού του στρυφνού Δον Κιχώτη της ελληνικής κριτικής, του τελευταίου γνήσιου ρομαντικού στην Ελλάδα, που με το βιβλίο του Η ποίηση στη ζωή μας (1923) έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις επικρατούσες κριτικές απόψεις και θεωρήσεις, με κάθε κοινωνιολογική ή περιβαλλοντολογική θεωρία. Γιατί τα όσα, σχεδόν αυταρχικά, διατύπωνε σ αυτό, υπερέβαιναν τα όρια της λογοτεχνικής κριτικής, έχοντας απώτερο στόχο μια, μέσω της λογοτεχνίας (έργων και όρων της), συνάρθρωση αρχών, η ισχύς των οποίων θα όφειλε να επεκταθεί σε όλους, ανεξαιρέτως, τους τομείς της κοινωνικής πραγματικότητας.

Βλέποντας τις αξίες να κλονίζονται, επηρεασμένος από τη θεωρία του Καρλάιλ, διακηρύσσει ότι η θέληση για δράση, σε όλους τους τομείς, πρέπει να ηνιοχείται από μία ισχυρή προσωπικότητα· από κάποιον ήρωα, προορισμένο να αναλάβει το βάρος της ανταπόκρισης στους πόθους των πολλών· κι έτσι, με το βάρος αυτού του προορισμού πορευόμενος, να σφυρηλατεί την ατομική ιστορία της ψυχής του και, παράλληλα, την ιστορία των γύρω του. Αυτό τον ήρωα ο Αποστολάκης τον εντοπίζει στο πρόσωπο του Διονυσίου Σολωμού, εξυψώνοντάς τον και αντιμετωπίζοντάς τον ως την ουσία της ελληνικής συνείδησης· εξομοιώνοντας την εσωτερική περιπέτεια του ποιητή με την περιπέτεια του έθνους, γεγονός που συνεπαγόταν την άμεση απόρριψη ποιητών όπως ο Παλαμάς, ο Πορφύρας κ.ά.

Ετσι, όμως, αποξενώνεται από την πνευματική ζωή του τόπου. Αναδεικνύοντας, με αδιαλλαξία, σε ύψιστη μορφή τον Σολωμό, αντιμάχεται την απόλυτη κυριαρχία του Παλαμά, που «έχει δημιουργήσει τη δική του ποιητική παράδοση και έχει σχεδόν καθιερωθεί ως εθνικός ποιητής». Η ανθρωποκεντρική κριτική του θεώρηση προσκρούει στον κοινωνιοκεντρισμό και εθνοκεντρισμό του Παλαμά και του κύκλου του· αποτελεί τη μειοψηφία του ενός απέναντι στη «δεσπόζουσα περιβαλλοντολογική θεωρία της εποχής του, τόσο στον ιστορικό-κοινωνιολογικό χώρο όσο και στη λογοτεχνική κριτική». Και «καταντά» αποσυνάγωγος, παρά το γεγονός ότι στο πρόσωπό του συγκεντρώνονται ιδιότητες (μισοξενισμός, ουμανισμός, ιδεαλισμός, συντηρητισμός, πανεπιστημιακή έδρα κ.λπ.), που υπό διαφορετικές συνθήκες θα αποτελούσαν εχέγγυα για την ανεπιφύλακτη αποδοχή του στους κύκλους των πνευματικώς κρατούντων.



ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 08/04/2004

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!