Η τελευταία μαύρη γάτα

Έκπτωση
10%
129497
Συγγραφέας: Τριβιζάς, Ευγένιος
Σελίδες:359
Ημερομηνία Έκδοσης:01/10/2001


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο


"Η τελευταία μαύρη γάτα" είναι το εκατοστό βιβλίο του Ευγένιου Τριβιζά, το οποίο αποτελεί παράλληλα και το πρώτο του μυθιστόρημα για μικρούς και μεγάλους.

Σε ένα μακρινό νησί, τα μέλη μιας μυστικής αδελφότητας προληπτικών πιστεύουν ότι οι μαύρες γάτες φέρνουν γρουσουζιά και αποφασίζουν να τις εξολοθρεύσουν με δηλητήρια, παγίδες και χίλιους δυο απάνθρωπους τρόπους. Σε λίγο έχουν σχεδόν επιτύχει το σκοπό τους. Μόνο μια μαύρη γάτα απομένει ζωντανή. Τα μέλη της αδελφότητας είναι αποφασισμένα να τη βρουν και να την εξοντώσουν.

Ο συγγραφέας πλάθει ένα μυθικό αλλά και πειστικό κόσμο, με σκοτεινές δολοπλοκίες, εμφύλιες διαμάχες, διαψευσμένες προσδοκίες, ανελέητα κυνηγητά και σπαρταριστούς χαρακτήρες.

Η «Τελευταία Μαύρη Γάτα» καταφέρεται εναντίον του ρατσισμού, της προκατάληψης και της δεισιδαιμονίας.






ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ




Επιδρομή στην ψαροταβέρνα



Στην αγατούλα

Σας τα λέω όλ αυτά

γιατί εδώ στο νησί μας,

όπως κι αλλου,

οι γάτες ξεχνάνε,

οι άνθρωποι ξεχνάνε,

και η τρέλα δεν θέλει πολύ

να φουντώσει πάλι

φτου ξανά κι απ την αρχή





Όπου μετά από μια σειρά από μυστηριώδεις και ανεξήγητες εξαφανίσεις γάτων, ο ήρωας μας παρακολουθεί μια απαγωγή και αντικρίζει για πρώτη φορά τον κοντό με την τραγιάσκα.

Πρώτα εξαφανίστηκε ο Μεταξονούρης. Μετά ο Σαλταπήδας. Μετά εξαφανίστηκαν ο Νιαουρίνος, ο Γκιουζέπε, ο Ραμσής, η Αραπίνα, ο Σαρδανάπαλος και η Μπιζού. Όλες αυτές οι γάτες δεν είχαν κανένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα εκτός από ένα: Ένα μόνο. Το χρώμα τους. Το μαύρο, κατάμαυρο χρώμα τους.

Στην αρχή, οι αιφνίδιες αυτές απουσίες δεν είχαν προκαλέσει ιδιαίτερη ανησυχία στο γατόκοσμο του νησιού. Δεν είναι δα και τόσο σπάνιο για μια γάτα να γίνεται άφαντη κάποια στιγμή στα καλά καθούμενα. Η εξαφάνιση της μπορεί να οφείλεται σε χίλιες δυο αιτίες: το αφεντικό της μπορεί να μετακόμισε σε κάποια άλλη γειτονιά, ή μπορεί καμιά στριμμένη σπιτονοικοκυρά να την έχει κλειδαμπαρωμένη μέσα στο σπίτι και να μην της επιτρέπει εξόδους -ή δεν αποκλείεται ακόμα να το έχει βάλει η ίδια η γάτα γινάτι και να ξημεροβραδιάζεται έξω από καμιά ποντικότρυπα, περιμένοντας να ξεμυτίσει το αφιλότιμο ποντίκι που έχει βάλει στο μάτι για να το γραπώσει και να του δώσει να καταλάβει.

Προσωπικά, ουδόλως με είχε απασχολήσει το θέμα αυτό ως εκείνο το μοιραίο καλοκαιριάτικο βράδυ.

Το βράδυ εκείνο, που λέτε, είχα ραντεβού με τον Κοψονοΰρη, τον καλύτερο μου φίλο, γνωστό επίσης με τα παρατσούκλια «Γατοκομάντος» ή «Τηγανάκιας», λόγω των επιδόσεων του στον εντοπισμό και την αστραπιαία αρπαγή τηγανητών ψαριών από ψαροταβέρνες. Φίνος γάτος ο Κοψονούρης, άριστος φίλος, πάντα αισιόδοξος, μ ένα χαρούμενο σπινθήρισμα στα μάτια. Το τι ξάπλες, πλάκες, τσάρκες και μάσες είχαμε κάνει μαζί δεν περιγράφεται. Χαράματα το ίδιο πρωί ο Κοψονούρης μου είχε εκμυστηρευθεί ότι σε μία από τις απογευματινές του περιπλανήσεις είχε εντοπίσει μια παραθαλάσσια ψαροταβέρνα, που το πλαϊνό παράθυρο της κουζίνας της δεν έκλεινε καλά και είχαμε συμφωνήσει να συναντηθούμε εκεί κοντά κατά το βραδάκι για να την τιμήσουμε δεόντως με μία αστραπιαία επιδρομή, που θα άδειαζε τα τηγάνια της και θα γέμιζε τις κοιλίτσες μας.

Τόπος του ραντεβού είχε οριστεί η τσίγκινη σκεπή μιας ετοιμόρροπης παράγκας, καμιά τριακοσαριά μέτρα απόσταση από το στόχο μας. Όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, είχαμε επιλέξει εκείνο το συγκεκριμένο βράδυ επειδή δεν είχε παρά ελάχιστο φεγγάρι και συνεπώς μειώνονταν σημαντικά οι πιθανότητες να γίνουν αντιληπτές οι κινήσεις μας. Κι αυτό επειδή στο παρελθόν, επιδρομές σε ψαροταβέρνες και άλλα ευαγή ιδρύματα με πανσέληνο μας είχαν στοιχίσει ακριβά.

Εγώ λοιπόν, που λέτε, καταφθάνω πρώτος, σκαρφαλώνω στο άψε-σβήσε από ένα σκουριασμένο λούκι και αρχίζω να κόβω βόλτες πέρα-δώθε στη σκεπή της παράγκας. Αισθάνομαι ανέμελος και ευδιάθετος. Έχω μια υπέροχη θέα από κει πάνω. Δεξιά μου απλώνεται η θάλασσα, σκουροπράσινη κι απέραντη, ως εκεί που φτάνει το μάτι, λες και δεν έχει τέλος. Παλιότερα, όταν ήμουνα μικρό γατάκι, ψιψινάκι δηλαδή, ονειρευόμουν ότι θα γινόμουν κάποια μέρα καραβόγατος, θα μπαρκάριζα σε ένα καλοτάξιδο ιστιοφόρο φορτωμένο κασέλες με λιθρίνια και σαρδέλες και θα γύριζα όλο τον ντουνιά απ άκρη σ άκρη. θα περνούσα ζωή χαρισάμενη στα πέρατα του κόσμου, θα γευόμουν εξωτικά φεγγαρόψαρα σε τροπικά λιμάνια, θα σκαρφάλωνα σε ψαροκοκαλόδεντρα σε παραμυθένιες ζούγκλες και θα αγαπιόμουνα με παθιάρες γάτες στο Σιάμ, το Αφγανιστάν και την Περσία.

Αλλά δυστυχώς το όνειρο έμεινε όνειρο, επειδή η θάλασσα μου προκαλούσε ναυτία. Σήμερα βέβαια είναι ήρεμη σαν λάδι προτού το ρίξουν στο τηγάνι για να τηγανίσουν παλαμίδες και το αντιφέγγισμα των αστεριών παιχνιδίζει στην ακύμαντη επιφάνεια της. Το χειμώνα όμως η ίδια αυτή θάλασσα, θεέ μου, πώς αλλάζει, φουρτουνιάζει, θεριεύει, αγριεύει, μανιασμένα κύματα σηκώνονται ίδια βουνά θεόρατα, ο ένας τυφώνας διαδέχεται τον άλλο και για τρεις-τέσσερις μήνες ούτε καράβι, ούτε καΐκι, ούτε κανένα άλλο πλεούμενο μπορεί να πλησιάσει στο νησί μας.

Από κει ψηλά, λοιπόν, κόβω, που λέτε, κίνηση. Λίγο παρακάτω στα δεξιά μου, μπορώ να διακρίνω καθαρά το ασβεστωμένο κτίριο της ψαροταβέρνας «ο Κόκκινος Κοκοβιός», και από το φωτισμένο παράθυρο της κουζίνας, τη σκιά του μάγειρα, του κυρ Ανέστη, που καθαρίζει ανύποπτος τα τηγάνια του, σκουπίζοντας που και που με μια πετσέτα τον ιδρώτα από το μέτωπο του. Δεν έχει και πολλή πελατεία σήμερα η ψαροταβέρνα. Μόνο ένας μεσόκοπος καπετάνιος με τον παπαγάλο του και δυο ερωτευμένα ζευγαράκια κάθονται στα ξύλινα τραπέζια που είναι στρωμένα με ξεθωριασμένα ασπροκόκκινα καρό τραπεζομάντιλα. Απόηχοι από τις φωνές τους φτάνουν στα αυτιά μου και γαργαλιστικές μυρωδιές μπαρμπουνιών περιπαίζουν στα ρουθούνια μου.

Η κοιλιά μου γουργουρίζει ανυπόμονα, αλλά την καθησυχάζω, διαβεβαιώνοντας την ενόρκως ότι σε λίγο θα την κάνω ευτυχισμένη. Παρ όλα αυτά, εξακολουθεί να γουργουρίζει γιατί σπάνια με εμπιστεύεται κι αυτό επειδή οι γαστριμαργικές υποσχέσεις μου, τις πιο πολλές φορές, αποδεικνύονται απατηλές.

Ξαφνικά συμβαίνει κάτι αναπάντεχο. Κάτω από μια αναποδογυρισμένη ψαρόβαρκα εμφανίζεται ένας άλλος, άγνωστος μου, μαύρος γάτος, που καθώς φαίνεται τον έχει προκαλέσει κι αυτόν η γαργαλιστική και ακατανίκητη μυρωδιά των μπαρμπουνιών.

- Όπα! Να τα μας! Ελπίζω να μη μας τα χαλάσει ο γατεργάρης! σκέφτομαι.

Τον παρακολουθώ να πλησιάζει με προφύλαξη προς την κατεύθυνση της ψαροταβέρνας, ρίχνοντας κλεφτές ματιές ολόγυρα. Τα υπόλοιπα συμβαίνουν τόσο αναπάντεχα, τόσο αστραπιαία, που αναρωτιόμουν μετά αν πραγματικά τα είδα. Μια τρίκυκλη μοτοσικλέτα με καρότσα στο πλάι, που ερχόταν φουλαριστή από το βάθος του δρόμου, κόβει ταχύτητα, φρενάρει απότομα, δυο τύποι, ένας κοντός με τραγιάσκα και ένας ψηλός με κρεμαστό μουστάκι, πηδούν, αρπάζουν επιδέξια το γάτο με μια απόχη, του κοπανάνε μια-δυο κλοτσιές και τον μπουζουριάζουν σε ένα τσουβάλι. Ο ταλαίπωρος γάτος αρχίζει να συστρέφεται, να γρατζουνάει και να νιαουρίζει απελπισμένα αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι απαγωγείς ρίχνουν το θήραμα τους στην καρότσα, πηδάνε πάλι στη μοτοσικλέτα και γίνονται καπνός.

Εγώ δεν τολμώ να πιστέψω στα μάτια μου. Παγωμένος από έκπληξη χάνο) πολύτιμο χρόνο. Δεν είμαι σίγουρος πώς πρέπει να αντιδράσω. Να περιμένω το φιλαράκο μου τον Κοψουνοΰρη, όπως είχαμε συμφωνήσει, ή να πάρω από πίσω τους κακοποιούς; Από τη μια η πεινασμένη κοιλίτσα μου, από την άλλη ένας συνάδελφος που έχει την ανάγκη μου. Διστάζω κάνα δυο δευτερόλεπτα αλλά το παίρνω απόφαση. Δίνω ένα σάλτο και αρχίζω να τρέχω με όλη μου τη δύναμη πίσω από τη μοτοσικλέτα. Αδικος κόπος. Όσο και να τρέχω η μοτοσικλέτα τρέχει ακόμα γρηγορότερα και σε λίγο χάνεται από τα μάτια μου στο βάθος του σκοτεινού δρόμου.

Λαχανιασμένος παίρνω το δρόμο της επιστροφής και όπως περνάω με κατεβασμένη ουρά από το σημείο της απαγωγής, παίρνει το μάτι μου ένα μεταλλικό αντικείμενο να γυαλίζει στην άσφαλτο. Καταπώς φαίνεται έχει πέσει από τους κακοποιούς. Πλησιάζω, το αναποδογυρίζω με το μπροστινό μου πόδι, το μυρίζω και το εξετάζω προσεχτικά. Είναι μια καρφίτσα, από αυτές που φοράνε οι άνθρωποι καμιά φορά στο πέτο. Δείχνει ένα πράσινο τετράφυλλο τριφύλλι μέσα σε ένα ασημένιο πέταλο. Περίεργο. Τι νόημα να έχει άραγε αυτό;

Δεν προλαβαίνω να το καλοσκεφτώ. Ένα ξαφνικό κορνάρισμα μου κόβει τη χολή και ένα θηριώδες τριαξονικό φορτηγό ως εκεί πάνω, περνάει φουλαριστό ξυστά πλάι μου. θαύμα πως δε με έκανε χαλκομανία! Επιστρέφω ολοταχώς στο πόστο μου, σκαρφαλώνω στη σκεπή της παράγκας και αντικρίζω έναν ανήσυχο Κοψονοΰρη να με περιμένει ελαφρώς εκνευρισμένος.

- Ρε συ; Τι έγινες; Δεν είπαμε ότι θα την πέσουμε για ψάρια σήμερα; Τι τρέχει; Που εξαφανίστηκες και με κάνεις κι ανησυχώ;

- Το και το, Κοψονοΰρη! Δυο τύποι, ένας κοντός με τραγιάσκα και ένας ψηλός με κρεμαστό μουστάκι τσουβαλιάσανε ένα γάτο.

- Μπα; Αλήθεια; Τι γάτο;

- Μαύρο! Σαν κι εμάς!

- Και τι σε κόφτει εσένα;

- Αν ήσουνα εσύ στη θέση του δεν θα ήθελες να νοιαζόταν κάποιος για την τύχη σου; Τον χτύπησαν κιόλας! Ποιος ξέρει πού τον πάνε το φουκαριάρη...

- Δεν έχεις άδικο! παραδέχτηκε ο Κοψονούρης. Αλλά τι μπορούμε να κάνουμε εμείς; Και μια και το φερε η κουβέντα, κάτι δεν πάει καλά με το σινάφι μας τώρα τελευταία. Ο ένας γάτος εξαφανίζεται μετά από τον άλλο. Λες αυτοί οι δύο τύποι που είδες να ναι υπεύθυνοι και για τις άλλες περιπτώσεις; Για το Μεταξονούρη, το Σαλταπήδα, το Νιαουρίνο, τον Γκιουζέπε, το Ραμσή, την Αραπίνα, το Σαρδανάπαλο και την Μπιζού;

- Ένας μόνο τρόπος υπάρχει να το μάθουμε.

- Δηλαδή;

- Να τους βρούμε.

- Πώς;

- Από την οσμή. Ένας από τους δυο κακοποιούς, ο κοντός με το μουστάκι, είχε μια χαρακτηριστική μυρωδιά.

- Δηλαδή;

- Μύριζε ιώδιο και μέντα.

- Καλά... Τρέχα βρες τον... Ωχ! Τι ναι αυτός ο θόρυβος; Ατμομηχανή περνάει;

- Όχι, ρε! Μην υπερβάλλεις! Η κοιλιά μου διαμαρτύρεται!

- Δεν στα λέω εγώ; Πιάνουμε την κουβέντα και ξεχνάμε το ζωτικότερο όλων των θεμάτων! Τη μάσα. Όπου να ναι κλείνει η ψαροταβέρνα και θα χάσουμε την ευκαιρία. Είσαι έτοιμος;

- Πανέτοιμος!

- Έχεις κανένα σχέδιο;

- Βεβαίως. Με παρακολουθείς;

- Με απόλυτη προσήλωση.

- Εγώ, το λοιπόν, για να δημιουργήσω αντιπερισπασμό, θα ριχτώ στον παπαγάλο του καπετάνιου που κάθεται σ εκείνο εκεί το τραπεζάκι, βλέπεις; Μόλις ο μάγειρας βγει για να δει τι τρέχει, εσύ βουτάς ένα ψάρι κι όταν σε πάρει στο κυνήγι, αρπάζω κι εγώ ό,τι προλάβω!

- Τέλεια!

Η επιδρομή στην ψαροταβέρνα πήγε ρολόι. Ξεγελάσαμε με τον αντιπερισπασμό που είχα προτείνει το μάγειρα, αρπάξαμε από το τηγάνι ένα μπαρμπούνι ο καθένας και τα τιμήσαμε δεόντως.

Μετά, για να χωνέψουμε, αρχίσαμε να σουλατσάρουμε ανέμελα στην παραλία, σε απόσταση ασφαλείας βέβαια από την ψαροταβέρνα. Κοιτάζαμε τα αστέρια που καθρεφτίζονταν στα νερά. Αφουγκραζόμαστε τη θάλασσα που γλιστρούσε αθόρυβα ανάμεσα στα βράχια κι όταν αποτραβιόταν άφηνε ένα γλυκό γουργουρητό. Εγώ ρέμβαζα. Ο Κοψονούρης ήταν στα κέφια του και σε μια στιγμή πήρε να τραγουδάει το αγαπημένο του τραγούδι, την «Ντολορές με τις δώδεκα ουρές»:



Η ψιψίνα η Ντολορές

είχε την πιο όμορφη

απ όλες τις ουρές.

Και οι γάτοι κάνανε ουρά
για να τη δούνε να κουνάει

την ωραία της ουρά.

Ναι, οι γάτοι κάναν χάζι

όποτε την κούναγε με νάζι.

Είσαι φίνα

και τσαχπίνα

Είσαι απίθανη ψιψίνα

Ντολορές

Αχ! Να χες όχι μια αλλά δώδεκα ουρές!



- Τι λες; Πάμε και για δεύτερο πιάτο; ρώτησε μετά από λίγο ο Κοψονούρης. Ο μάγειρας θα ναι ακόμα ξεθεωμένος από το τρέξιμο. Δεν θα αντέξει να ξανατρέχει φτου ξανά κι απ την αρχή... Δεν τον είδες; Σαν ατμομηχανή σε ανηφόρα ξεφύσαγε...

- Καλά θα ήτανε, αλλά δεν γίνεται.

- Γιατί; Μη μου πεις ότι χόρτασες.

- Όχι. Αλλά έχω ραντεβού.

- Με την Γκρατσιέλα;

- Ποιαν άλλη;

- Αμάν πια μ αυτή την Γκρατσιέλα!

- Με περιμένει πώς και πώς. Δεν είναι σωστό να την απογοητεύσω.

- Τυχεράκια, με καμάρωσε ο Κοψονούρης, δεν ξέρω τι σου βρίσκει και είναι τόσο σαρδελωμένη μαζί σου.

- Ούτε εγώ ξέρω, αλλά όσο μου το βρίσκει, θα τη βρίσκω κι εγώ.

Και μ αυτά τα λόγια αποχαιρέτησα τον Κοψονούρη και πήρα το δρόμο που θα με οδηγούσε στη βελούδινη αγκαλιά της Γκρατσιέλας.






ΚΡΙΤΙΚΗ



Το πρόσφατο μυθιστόρημα του Ευγένιου Τριβιζά Η τελευταία μαύρη γάτα δεν είναι διόλου διασκεδαστικό. Οχι πως δεν έχει χιούμορ ή ότι δεν είναι ευρηματικό. Ολα εκείνα που χαρακτηρίζουν το στυλ του και τα οποία έχουν μιμηθεί πολλοί νέοι συγγραφείς βιβλίων για παιδιά διατρέχουν την ιστορία του. Είναι το κλίμα του βιβλίου που είναι μαύρο κι άραχλο, σκοτεινό και απελπιστικά επίκαιρο. Μιλάει για τον ρατσισμό.

Λίγα λόγια για την πλοκή: Σε ένα νησί συμβαίνουν ανεξήγητες εξαφανίσεις γάτων. Το κοινό σε όλους είναι το μαύρο χρώμα τους. Στην αρχή κανένας δεν δίνει σημασία, ώσπου αποκαλύπτεται ότι η εξόντωση των γατιών οργανώνεται από τους επιφανείς πολίτες του τόπου με μεθόδους που θυμίζουν γνωστή ιστορική περίοδο της ευρωπαϊκής ηπείρου. Τα «μεγάλα οικονομικά συμφέροντα» του νησιού εκείνου σκηνοθετούν την εξόντωση των μαύρων γάτων αξιοποιώντας τη λαϊκή πρόληψη περί της γρουσουζιάς που φέρνει η μαύρη γάτα. Αμέσως στήνεται ένας μηχανισμός προπαγάνδας για τον αποπροσανατολισμό των πολιτών και ξεκινά μια πλύση εγκεφάλου στην οποία ελάχιστοι μπορούν να αντισταθούν. Από κεί και πέρα όλοι σύσσωμοι καταδίδουν, παγιδεύουν, εξευτελίζουν, βασανίζουν, σκοτώνουν απάνθρωπα τα ζώα. Τα κεφάλαια που αναφέρονται στο στήσιμο και στην αποτελεσματικότητα του μηχανισμού αποδίδουν την τρέλα που έχει ενσκήψει στη μικροκοινωνία του μυθιστορήματος με ανατριχιαστική ψυχρότητα και ακρίβεια. Και αν αντικαταστήσουμε στο λεκτικό παιχνίδι του Τριβιζά τη λέξη «γάτα» με κάποια άλλη που να δηλώνει μια οποιαδήποτε μειονότητα, θα πατήσουμε γερά στη ζωντανή πραγματικότητα.

Πώς αντιδρούν οι γάτες του μυθιστορήματος; Οπως και οι άνθρωποι σε ανάλογες καταστάσεις: στην αρχή δεν μπορούν να πιστέψουν ότι αυτοί που αγαπούν δρουν έτσι παράλογα, μετά καταλαβαίνουν τον κίνδυνο, προσπαθούν να οργανωθούν, άλλοι αγωνίζονται και χάνονται, άλλοι προδίδουν για να σωθούν, μερικοί προσπαθούν να μασκαρευτούν για να μην ξεχωρίζουν. Οσοι επιζούν, έχουν περάσει την αγωνία του κρυμμένου, εκείνου που από στιγμή σε στιγμή κινδυνεύει να πιαστεί στη φάκα. Στο τέλος, όταν όλα έχουν φθάσει στο αμήν, οι κατατρεγμένοι γάτοι τα καταφέρνουν και γίνονται πάλι δεκτοί στην κοινωνία του νησιού. Μερικοί διάβασαν το μυθιστόρημα από φιλοζωική σκοπιά και αντέδρασαν στην αγριότητα των περιγραφών. Δεν είναι τα φιλοζωικά μας αισθήματα που προσβάλλονται από το βιβλίο. Αυτό που θίγεται είναι η βαθύτερη έννοια της αποδοχής της ιδιαιτερότητας και της διαφοράς, του ανθρωπισμού, της λογικής, της αντίστασης στον παραλογισμό. Η εξόντωση των γάτων είναι το τέχνασμα του συγγραφέα για να καταδικάσει τον ρατσισμό στην πιο ακραία του μορφή, εκείνη της γενοκτονίας. Και αν είναι άγρια αυτά που διαβάζουμε, είναι γιατί συνέβησαν, συμβαίνουν και, όπως γράφει στην αρχή: «Σας τα λέω όλα αυτά γιατί εδώ στο νησί μας, όπως κι αλλού, οι γάτες ξεχνάνε, οι άνθρωποι ξεχνάνε και η τρέλα δεν θέλει πολύ να φουντώσει πάλι φτου ξανά κι απ την αρχή».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ευγένιος Τριβιζάς είναι ευφάνταστος, χιουμορίστας, αντικομφορμιστής και αναρχικός σε ένα βαθμό, ένας συγγραφέας τελικά κλασικός που τα βιβλία του υπάρχουν σε κάθε βιβλιοθήκη. Το μυθιστόρημα Η τελευταία μαύρη γάτα πλατειάζει πολύ. Ο συγγραφέας θέλησε, κατά τη γνώμη μας, να τα βάλει όλα στο μυθιστόρημά του. Θέλησε να παρουσιάσει εξαντλητικά όλες τις πιθανές συμπεριφορές, απόψεις, βασανισμούς, ψυχολογικές καταστάσεις. Προσπάθησε να μην του ξεφύγει τίποτα, με αποτέλεσμα πολλά κεφάλαια να κουράζουν τον αναγνώστη με τη συνεχή αναφορά όλων των πιθανών κινδύνων που περικυκλώνουν τον τελευταίο μαύρο γάτο, καθώς επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά τα δεινά που υφίστανται και όσα αισθάνονται οι καταδιωκόμενοι. Υποθέτουμε ότι ορισμένα κεφάλαια γράφτηκαν για να ελαφρώσουν το κείμενο, αφήνοντας τον αναγνώστη να πάρει μια ανάσα, και να στηρίξουν την πλοκή. Είναι τα επεισόδια που αναφέρονται στην ερωτική ιστορία του ήρωα, στην απογοήτευσή του που η αγαπημένη του διαλέγει για σύζυγο τον γάτο ράτσας, στον αντεραστή που προδίδει τους δικούς του και παθαίνει τα ίδια με αυτούς. Και εδώ επίσης το κείμενο αγγίζει την υπερβολή, καθώς υπερτονίζει μια σειρά από στερεότυπες γυναικείες και ανδρικές συμπεριφορές που συμπληρώνουν την πινακοθήκη των γκροτέσκων ανθρώπινων τύπων που παρουσιάζει ο συγγραφέας στο μυθιστόρημα. Φυσικά, ο Ευγένιος Τριβιζάς είναι εξαιρετικά έμπειρος και καθετί που γράφει το αξιοποιεί στο έπακρο. Ετσι τίποτα δεν μένει τελικά ξεκρέμαστο και αδικαιολόγητο. Ωστόσο όλα δίνονται σε υπερβολικά μεγάλη δόση στην Τελευταία μαύρη γάτα.

Ο εικονογράφος Stephen West και ο Ριχάρντο Ιζολαμπέλα που φιλοτέχνησε το εξώφυλλο αποδίδουν το κλίμα του βιβλίου δουλεύοντας στο ασπρόμαυρο. Γατίσιες πατούσες, βινιέτες με γάτες που προχωρούν στις σελίδες, νατουραλιστικές εικόνες και τα μεγάλα τυπογραφικά στοιχεία δημιουργούν ένα αισθητικό παιχνίδι ακόμη και στις σελίδες με συνεχές κείμενο.



Μαρίζα Ντεκάστρο (παιδαγωγός και συγγραφέας βιβλίων για παιδιά)

ΤΟ ΒΗΜΑ , 21-04-2002
Συγγραφέας:
Τριβιζάς, Ευγένιος
Εκδότης:
#Ελληνικά Γράμματα
Σελίδες:
359
ISBN:
9789603938569
Εικονογράφος:
West, Stephen
Ημερομηνία Έκδοσης:
01/10/2001

telio_3

Το λατρευω! Ειναι καταπληκτηκό! WOW! Ειναι το λογοτεχνικο μου βιβλιο στη λογοτεχνια και φταχνω παρουσιαση γι αυτο!

Είναι πάρα πολύ όμορφη ιστορία! Εμείς το κάναμε στο σχολείο θεατρικό και εάναι θεικό! Ειδικά ο Τσαμπατζίκος (το τρελο ποντικάκι) είναι πολ΄ύ αστείος!

Είναι ένα φανταστικό βιβλίο καικατάληλο για να θέλεις να μείς μέσα του για να ζήσεις αυτή τη φανταστική και εξωπραγματική περιπέτεια. Το καλύτερο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ

Καλα! Το βιβλιο φυσάει ειναι φοβερο! Και μου αρεσει που μπορουν να το διαβάσουν όλες οι ηλικίες ! Ειναι φοβερο τρομερό θεϊκό και δεν ξερό τι αλλο να πω! Διαβάζω πολλα βιβλία και έχω πολλα αγαπημένα μου και αυτο ειναι ενα απο αυτα !

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΡΙΒΙΖΑΣ 4444444 ΕVER

Στην Τελευταια Μαυρη Γατα πλαναται μια αυρα θαλασσας, λαχταρας, ακομα και η μυρωδια φρεσκου ψαριου.....

ουαου!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!τελειοοοοοοοοοοο!!!ευγενιε i love you!!_3

Πάρα πολύ ωραίο βιβλίο.

to pio oreo vivlio pou eixa diavasei tora tou eugeniou triviza
Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!