Άννα Καρένινα Ι

Έκπτωση
40%
Τιμή Εκδότη: 17.83
10.70
Τιμή Πρωτοπορίας
+
276732
Συγγραφέας: Τολστόη, Λέων
Εκδόσεις: Πατάκης
Σελίδες:631
Ημερομηνία Έκδοσης:1/12/2005
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Άμεσα διαθέσιμο
Θεσσαλονίκη:
Άμεσα διαθέσιμο
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

"Εμοί εστίν η εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος".
Αυτό το μότο απ την Αγία Γραφή, που προτάσσεται σε ξεχωριστή σελίδα, μόνο του, στην αρχή του μυθιστορήματος Άννα Καρένινα, εμβάλλει σε σκέψεις τον αναγνώστη ως προς την πραγματική πρόθεση του Τολστόι απέναντι στη σύνθεση του υλικού του. Αυτή η δυσοίωνη προφητεία, που ακούγεται από μακριά σαν καλπασμός κάπου Άγγελου Εξολοθρευτή που πλησιάζει με τη ρομφαία, αφορά τάχα μόνο τη μοιχαλίδα σύζυγο που παράτησε άντρα και παιδί για ν ακολουθήσει τον ωραίο εραστή της. Ή μήπως, έμμεσα αλλά σίγουρα, απειλεί με την τιμωρία του αφανισμού μια ολιγάριθμη τάξη που πύργωσε την αλαζονική υπεροχή της πάνω στο μαρτύριο και στις οιμωγές ενός ολόκληρου λαού;...
Δεν είναι τυχαίο ασφαλώς το γεγονός ότι ο Τολστόι άρχισε να γράφει την Άννα Καρένινα (1875) τέσσερα χρόνια αφότου η Παρισινή Κομούνα είχε σκορπίσει ρίγη ανατριχίλας στη Γαλλία και σ όλους τους καταπιεσμένους λαούς της Ευρώπης. Η Παρισινή Κομούνα ήταν η πρώτη έμπρακτη στην ιστορία του κόσμου εφαρμογή της ουτοπίας που ήθελε τον άνθρωπο πραγματικά ελεύθερο, αυτόνομο, αυτοδιοικούμενο και σε σχέση δικαιοσύνης και ισοτιμίας με το συνάνθρωπό του. Ήταν η πρώτη και η τελευταία. Κράτησε ένα μήνα. Και πνίγηκε στο αίμα από μια τάξη ανάλγητη, ασυνείδητη, φρικαλέα στην εφαρμογή των αντιποίνων της...[...]
Από τον πρόλογο του μεταφραστή

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου









ΚΡΙΤΙΚΗ



Ο Λέον Τολστόι (1828-1910), ο μυστικιστής, ο ηθικός φιλόσοφος, ο θρησκευτικός αναμορφωτής, ο παιδαγωγός, ο θεμελιωτής του ψυχολογικού ρεαλισμού στη Ρωσία, αγαπήθηκε πολύ στην Ελλάδα. Τα έργα του γνώρισαν απανωτές εκδόσεις και εξακολουθούν να διαβάζονται ακόμη και σήμερα. Από την αυτοβιογραφική τριλογία του «Από τη ζωή μου», με την οποία πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1852, ώς το ιστορικό-φιλοσοφικό έπος του «Πόλεμος και Ειρήνη» και από τις νουβέλες και τα διηγήματά του (ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν η «Ανάσταση», ο «Χατζη-Μουράτ», «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλιτς», «Η σονάτα του Κρόιτσερ», τα «Αφέντης και δούλος», «Εξόριστοι του Καυκάσου», «Αλμπερτ», «Λουκέρνη» κ.ά.) ώς την εμβληματική «Αννα Καρένινα», ο Τολστόι χρησιμοποίησε τη λογοτεχνία ως μέσο για την ανάπτυξη και τη διάδοση των θρησκευτικών και ηθικών του ιδεών. Η πρόσφατη έκδοση στα ελληνικά της «Αννας Καρένινα», σε μετάφραση Φώντα Κονδύλη, από τον «Πατάκη», αλλά και η συγκέντρωση μερικών από τα ωραιότερα διηγήματά του σε δύο τόμους από τις εκδόσεις «Ροές» (μτφρ.: Ελένη Μπακοπούλου, Σταυρούλα Αργυροπούλου και Ολέγ Τσυμπένκο) δίνουν στη «Βιβλιοθήκη» την ευκαιρία να τον ξαναθυμίσει και σε όλους μας το κίνητρο να τον ξαναδιαβάσουμε.



1. Το ιστορικό πλαίσιο του μυθιστορήματος



Η χρυσή εποχή του ρωσικού μυθιστορήματος συνέπεσε με τη βασιλεία του Τσάρου Αλέξανδρου Β (1855-1881). Είναι η περίοδος των μεγάλων έργων του Τουργκένιεφ, του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόι, του Γκοντσάροφ, τα οποία και συνιστούν τη θεμελιώδη συμβολή της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Μονάχα στα ελισαβετιανά χρόνια, ανάμεσα στο 1590 και το 1610, την εποχή του Σπένσερ, του Μάρλοου, του Νταν, του Μπεν Τζόνσον και του Σέξπιρ, μπορεί κανείς να συναντήσει μιαν ανάλογη άνθηση.

Ο Αλέξανδρος ανέβηκε στο θρόνο στις 19 Φεβρουαρίου 1855, κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου. Η πτώση της Σεβαστούπολης μερικούς μήνες μετά τη στέψη του, και η συμφωνία ειρήνης με την Αγγλία και τη Γαλλία που επετεύχθη με τη Συνθήκη του Παρισιού, είχαν εξασθενίσει το κύρος της Ρωσίας και την επιρροή της διεθνώς. Η Ρωσία, την εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου ήταν μια φτωχή αγροτική κοινωνία. Η βιομηχανία δεν ήταν ανεπτυγμένη. Οι τεχνικές τής αγροκαλλιέργειας ήταν πρωτόγονες και η δουλοπαροικία ήταν βασικός κοινωνικός θεσμός. Ο πόλεμος είχε δείξει ότι η Ρωσία υστερούσε κατά πολύ από τα ραγδαία βιομηχανοποιούμενα έθνη της Ευρώπης και ότι ήταν πλέον αναγκαίες μεγάλες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις για να ανακάμψει. Ο Αλέξανδρος δεν ήταν αρνητικός στο αίτημα για θεμελιώδεις αλλαγές στη διακυβέρνηση και την κοινωνία. Καθώς ο καταστροφικός πόλεμος είχε προκαλέσει τη μαζική αγροτική εξέγερση, εναπόκειτο σ αυτόν, τον μεγαλύτερο γιο του γερμανόφιλου αυταρχικού Τσάρου Νικολάου Α, να πάρει την πρωτοβουλία για μια σειρά από φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες, μολονότι δεν ήταν επαναστατικές, προετοίμασαν την ανάδυση ενός επαναστατικού κινήματος, ένα μέλος του οποίου θα τον δολοφονούσε, κατά τραγική ειρωνεία της τύχης, το 1881.

Ο Αλέξανδρος αποδυνάμωσε τη μυστική αστυνομία του πατέρα του, ανέστειλε τη λογοκρισία και επέτρεψε την ελεύθερη έκφραση των πιο ποικίλων απόψεων. Τα λογοτεχνικά περιοδικά πολλαπλασιάστηκαν και ο αριθμός τους έφτασε από τα 15 στα 110 κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του. Οι διανοούμενοι της εποχής ήταν χωρισμένοι σε αντίπαλες ομάδες και αποδύονταν σε φλογερές ιδεολογικές μάχες. Το ριζοσπαστικό στρατόπεδο πρόκρινε μια τέχνη ολοκληρωτικά αφοσιωμένη στην υπηρεσία της κοινωνικής προόδου, απορρίπτοντας την προσκόλληση στις χριστιανικές ηθικές αρχές και υποστηρίζοντας, ως μόνη λύση των κοινωνικών προβλημάτων, την επιστήμη και τον ορθολογισμό. Το αντιδραστικό στρατόπεδο, που εκφραζόταν μέσα από τα πατριωτικά σλαβόφιλα έντυπα, απέρριπτε τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και επεδίωκε να διατηρήσει τις παραδόσεις και την ηθική τού παρελθόντος της μητέρας Ρωσίας. Προωθούσε λογοτεχνικά έργα που αναγνώριζαν γνήσιες, θετικές, ηθικές αξίες μονάχα στους ευγενείς και στους χωρικούς. Η φιλελεύθερη αριστοκρατία, προοδευτική και δυτικόφιλη, βρισκόταν κάπου στη μέση. Η νέα γενιά, σε γενικές γραμμές, ήταν συνδεδεμένη με το ριζοσπαστικό στρατόπεδο. Η λογοτεχνία αντιμετωπιζόταν ως ιδεολογία και αποτιμούνταν σε σχέση με τις θέσεις της πάνω στα συμφέροντα των αγροτών, τα δικαιώματα των γυναικών, τις ευθύνες των διανοουμένων, την αποστολή της Ρωσίας και το μέλλον του ανθρώπου. Ο Τολστόι δημοσίευσε το μεγαλύτερο μέρος τού Πόλεμος και Ειρήνη, όπως και την Αννα Καρένινα, στον «Ρώσο Αγγελιαφόρο», ένα πατριωτικό περιοδικό που θαύμαζε κάθε τι το ρωσικό και αντιστεκόταν σε οτιδήποτε προερχόταν από την Ευρώπη.

Ο Τολστόι ανήκε, από καταγωγή, στο ανώτερο στρώμα της κυρίαρχης τάξης. Παρέμεινε ώς το τέλος ένας ευγενής με ταξική συνείδηση και διατήρησε αποστάσεις από τους διανοούμενους, τους οποίους θεωρούσε κάλπικους, άχρηστους και αναξιόπιστους, οι οποίοι, αν και δεν γνώριζαν τίποτα από πόλεμο ή αγροτικές δουλειές, αν και τρέφονταν με βιβλία και όχι με πραγματική ζωή, διεκδικούσαν, ξεδιάντροπα, το δικαίωμα να καθοδηγούν τους συντρόφους τους. Σφοδρός αντιευρωπαίος, δεν συμμεριζόταν ούτε στο ελάχιστο τις αστικές επιδιώξεις· και, καθώς οι μεταρρυθμίσεις του Αλέξανδρου προκάλεσαν διαμάχες ανάμεσα στις τάξεις, ο Τολστόι συμμετείχε με τρομερή ενεργητικότητα. Η μεγαλύτερη διαμάχη αφορούσε το σύστημα καλλιέργειας που έπρεπε να υιοθετήσει η νέα μάζα των χειραφετημένων δουλευτών, των απελεύθερων. Ο Τολστόι αντιμετώπισε το πρόβλημα από την προοπτική ενός ευγενούς τής υπαίθρου, ή, όπως ο Λέβιν διατρανώνει περήφανα στην Αννα Καρένινα, ενός από τους «πραγματικούς» αριστοκράτες που προσκολλώνται στη γη και στην παλιά πατριαρχική τάξη, σαν τις «αρχαίες Εστιάδες που έπρεπε να διατηρήσουν την ιερή πυρά πάντα αναμμένη».

Αντίπαλοι του Τολστόι ήταν οι οπαδοί του επαναστατικού σοσιαλισμού και η φιλελεύθερη πτέρυγα των γαιοκτημόνων, που θεωρούσε τις ευρωπαϊκές προόδους στην τεχνολογία και την οικονομία των αγροκαλλιεργειών καθώς και την εκπαίδευση των χωρικών λύσεις στο αγροτικό πρόβλημα της Ρωσίας. Εκείνος ήταν πεπεισμένος ότι τα προβλήματα της Ρωσίας δεν είχαν καμία σχέση με την άνιση κατανομή της ιδιοκτησίας και ότι η ισχύς της Ρωσίας, η ραχοκοκαλιά της, ήταν η πατριαρχικά δομημένη αριστοκρατία των γαιοκτημόνων, της οποίας ο τρόπος ζωής θα καταστρεφόταν από τον καπιταλισμό και μια εκπαιδευμένη αγροτιά. Πίστευε ότι οι δυτικές θεωρίες ήταν ανούσιες και επικίνδυνες και ότι η προσπάθεια για τη διατήρηση των αξιών και των παραδόσεων των αγροτών θα συνέτριβε το σοσιαλισμό.

Μολονότι ο Τολστόι θα μπορούσε ανενδοίαστα να χαρακτηριστεί αντιδραστικός, δεν σεβόταν τις συμβάσεις του κράτους και της κοινωνίας. Αν και στρατιωτικός που είχε πολεμήσει στον Καύκασο, έφτασε να αρνηθεί το στρατό και τάχθηκε εναντίον της κυβερνητικής τάξης την οποία υποστήριζε. Απεχθανόταν τις λογοτεχνικές κλίκες που τον αποτιμούσαν και συχνά απέρριπταν τα αριστουργήματά του. Για μεγάλο διάστημα αδέσμευτος, ονειρευόταν την οικογενειακή ζωή, όμως όταν παντρεύτηκε ανακάλυψε ότι ο γάμος ήταν απλώς ένα αξεπέραστο εμπόδιο. Δεν είχε στενούς φίλους και κατέστρεψε τις ελάχιστες σχέσεις του με τους ομοτέχνους του. Πολλοί από τους βιογράφους του τον περιγράφουν ως εγωπαθή. Ολοι διακρίνουν σ αυτόν, από την αρχή, μια επίμονη αναζήτηση νοήματος στη ζωή, μια αναζήτηση που θα τον οδηγήσει, στη μέση ηλικία, την εποχή της Αννας Καρένινα, σε μια πλήρη θρησκευτική μεταστροφή, η οποία θα καταγραφεί θαυμάσια τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στην Εξομολόγησή του, που θα ακολουθήσει. Από αυτήν την κρίση θα αναδυθεί ως ένα παράξενο υβρίδιο: αναρχικός από πολιτική άποψη, βυθισμένος ολοκληρωτικά στο στοχασμό θεολογικών ζητημάτων και βασανιστικά δοσμένος στην προσπάθεια να αναδημιουργήσει τον εαυτό του, την οικογένειά του, τον κόσμο.



2. Αννα Καρένινα: «Ποιος έπεσε τελικά στις γραμμές του τρένου;»



Δύο είναι τα έργα με τα οποία ο Τολστόι καθιερώθηκε ως μείζων μυθιστοριογράφος: Πόλεμος και Ειρήνη (το οποίο πρέπει να παραδεχτώ ότι ποτέ δεν κατάφερα να τελειώσω) και Αννα Καρένινα. Μολονότι και τα δύο συγκαταλέγονται μεταξύ των κλασικών κειμένων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, θεωρώ την Αννα Καρένινα ανώτερη: ευρύτερη καλλιτεχνική εστίαση, λαμπρή δομή, ώριμη ψυχολογική ενόραση, καθιστούν το βιβλίο μοναδικό από πολλές απόψεις ανάμεσα στα έργα τού συγγραφέα. Δεν έχει τίποτα από τον ηθικό διδακτισμό των όψιμων γραπτών του Τολστόι (στη Σονάτα του Κρόιτσερ, για παράδειγμα, τα στοιχεία της ρητορικής δεν μπορούν να απορροφηθούν στην αφηγηματική δομή και, όπως σημειώνει ο Στάινερ, το νόημα επιβάλλεται στον αναγνώστη μ έναν τρόπο που στερείται ολότελα φαντασίας) και μολονότι μοιάζει στον Πόλεμο και Ειρήνη ως προς τις επικές του διαστάσεις, είναι ασφαλώς ένα άρτιο κατασκευαστικά έργο και όχι ένα «χαλαρό, ασυμμάζευτο τέρας, χωρίς κανένα στιλ» όπως είχε χαρακτηρίσει το πρώτο ο Χένρι Τζέιμς. Θεωρούμενο το υπέρτατο επίτευγμα του ρεαλισμού του 19ου αιώνα, η Αννα Καρένινα περιέχει επίσης στοιχεία τα οποία οι κριτικοί σήμερα αναγνωρίζουν ως καινοτομίες που προανήγγειλαν την εξέλιξη του ψυχολογικού μυθιστορήματος του 20ού αιώνα.

Ο Τολστόι άρχισε να γράφει την Αννα Καρένινα την άνοιξη του 1873, έχοντας μόλις εγκαταλείψει το σχέδιό του για ένα μυθιστόρημα με θέμα τον Μεγάλο Πέτρο, σχέδιο που είχε αρχίσει χωρίς επιτυχία δεκαεπτά φορές. Ενα χρόνο πριν είχε παρακολουθήσει τη δικαστική έρευνα σχετικά με την ερωμένη του γείτονά του, μια κάποια Αννα Πιρογκάβα, που είχε πέσει στις ράγες του τρένου, σε μια κρίση ζηλοτυπίας. Αυτό το συμβάν, σύμφωνα με τους βιογράφους του, τον έκανε να συνδέσει την ιδέα του ρομαντικού πάθους με αυτήν του βίαιου θανάτου. Η πρωτογενής ιδέα του Τολστόι ήταν να διερευνήσει το ζήτημα των δικαιωμάτων της γυναίκας μέσα από μια αφήγηση επικεντρωμένη σε ένα «αηδιαστικό θηλυκό», μια μοιχαλίδα που καταστρέφει τόσο τον άνδρα όσο και τον εραστή της. Ο Μπορίς Εϊκενμπάουμ, σημαντικός Ρώσος κριτικός και συγγραφέας της βιογραφίας του Τολστόι, επισημαίνει ότι ο Τολστόι όντως έγραψε ένα έργο με τέτοιο θέμα πολλά χρόνια αργότερα, όταν ολοκλήρωσε τη Σονάτα του Κρόιτσερ. Ωστόσο, το σχέδιο του Τολστόι για την Αννα Καρένινα άλλαξε ριζικά στη διάρκεια των χρόνων που επεξεργαζόταν το μυθιστόρημα, με την Αννα να αναδύεται στο τέλος από τις σελίδες του σαν τραγική ηρωίδα.

Η κριτική παρέχει διάφορες εξηγήσεις για τη μεταμόρφωση της αρχικής σύλληψης της Αννας. Ο Εϊκενμπάουμ, για παράδειγμα, αποδίδει αυτή την αλλαγή στην επιθυμία του Τολστόι να αναπτύξει το θέμα της υπεροχής της αγροτικής έναντι της αστικής ζωής, μέσα από το χαρακτήρα του Λέβιν. Ο Εϊκενμπάουμ εξηγεί ότι ο Τολστόι, προκειμένου να αναδείξει τα θετικά χαρακτηριστικά του Λέβιν, χρηστού εκπροσώπου της ιδανικής αγροτικής κοινότητας, έπρεπε να αντιδιαστείλει την προσωπικότητά του με εκείνη ενός αντιπροσωπευτικού μέλους της διεφθαρμένης κοινωνίας της Αγίας Πετρούπολης. Με το ρόλο αυτόν επιφόρτισε τον Καρένιν, κι έτσι, πάλι εξ αντιδιαστολής, κατέληξε να παρουσιάσει την Αννα με μεγαλύτερη συμπάθεια. Ο σημαντικός βιογράφος του Τολστόι, Ανρί Τρουαγιά, από την άλλη πλευρά, δίνει μια άλλη εξήγηση: υποστηρίζει ότι ο Τολστόι γοητεύτηκε από την ίδια του τη δημιουργία· ότι ερωτεύτηκε και την Αννα και γι αυτό διαμόρφωσε το ρόλο της αναλόγως.

Το ζήτημα αυτό απασχόλησε ιδιαίτερα την κριτική, δεδομένου ότι η Αννα Καρένινα γράφτηκε σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής του Τολστόι, λίγο πριν από την πνευματική κρίση που θα τον οδηγήσει να αλλάξει δραστικά τις ιδέες του σχετικά με το νόημα της ζωής, να υιοθετήσει μια ριζοσπαστική μορφή χριστιανισμού και να εγκαταλείψει τη ρεαλιστική μυθοπλασία. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η διφορούμενη στάση του προς την Αννα και η αίσθηση της ηθικής αμφιθυμίας που διαπερνά το μυθιστόρημα, καθώς και η απέχθεια που εξέφραζε ο Τολστόι για το έργο κατά τη διάρκεια της σύνθεσής του, αντανακλούν την πνευματική βάσανο και τις υποσυνείδητες συγκρούσεις που του προκάλεσαν πνευματική κρίση.

Η συγγραφή της Αννας Καρένινα ήταν σισύφειος αγώνας για τον Τολστόι. Το 1894, έχοντας σχεδόν ολοκληρώσει το μυθιστόρημα, το εγκατέλειψε, με το αιτιολογικό ότι το έβρισκε «τρομερά αηδιαστικό και δυσάρεστο», και μπορεί να μην επέστρεφε ποτέ στις σελίδες του αν δεν χρειαζόταν επειγόντως δέκα χιλιάδες ρούβλια, για να αγοράσει μια αγροτική έκταση. Τον Νοέμβριο του 1874 άρχισε να διαπραγματεύεται με το περιοδικό «Ρώσος Αγγελιαφόρος» τη δημοσίευση του έργου σε συνέχειες. Η τιμή που συμφώνησε ήταν είκοσι χιλιάδες ρούβλια - τεράστιο ποσό για πνευματικά δικαιώματα μιας σειράς. Κι έτσι, ο Τολστόι, την άνοιξη του 1877, άρχισε να ξαναγράφει και να αναθεωρεί την Αννα Καρένινα, προκειμένου να δημοσιευτεί, αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που εγκατέλειψε τα γραφτά του αηδιασμένος και αποκαρδιωμένος. Μολονότι το μυθιστόρημα βρήκε άμεση απήχηση στο κοινό, η κριτική το αντιμετώπισε με ανάμεικτα αισθήματα, με τους Ρώσους κριτικούς να το υμνούν ή να το καταδικάζουν ανάλογα με το αν συμμερίζονταν τις απόψεις του συγγραφέα σχετικά με τη ρωσική κοινωνία. Ειδικότερα, οι πασιφιστικές ιδέες που εκφράζονταν στο μυθιστόρημα δεν έβρισκαν σύμφωνο τον εκδότη του περιοδικού, που αρνήθηκε να δημοσιεύσει το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος, στο οποίο ο Λέβιν διατυπώνει αρνητικά σχόλια για τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο που μαινόταν εκείνη την εποχή, θεωρώντας τα αντεθνικά. Ετσι, ο Τολστόι αναγκάστηκε να τυπώσει το τελευταίο μέρος του βιβλίου σε φυλλάδιο, για να ικανοποιήσει την περιέργεια των αναγνωστών που είχαν παρακολουθήσει την ιστορία από την αρχή. Η Αννα Καρένινα εκδόθηκε σε μορφή βιβλίου το 1878.

Τα θέματα που διερευνά ο Τολστόι στην Αννα Καρένινα ήταν εκείνα που τον απασχολούσαν εντονότατα λίγο πριν από την πνευματική κρίση, την οποία θα περιγράψει στο δοκίμιο του 1882 Μια εξομολόγηση: η σημασία της οικογενειακής ζωής, ο ρόλος των κοινωνικών θεσμών στη ζωή του ατόμου, η εγγενής στο ερωτικό πάθος καταστροφική δύναμη. Αυτά αναπτύσσονται στο βιβλίο μέσα από την αλληλεπίδραση των γεγονότων που ορίζουν τη ζωή τεσσάρων ζευγαριών: του Στίβα και της Ντόλι Ομπλόνσκι, του μοιχού αδελφού της Αννας και της γυναίκας του· της Κίτι, νεότερης αδελφής της Ντόλι και του συζύγου της Λέβιν· της Αννας και του συζύγου της, Καρένιν· της Αννας και του εραστή της, Βρόνσκι. Η σχέση της Αννας με τον σύζυγό της αποκαλύπτει την άχαρη φύση των κοινωνικών και ηθικών της υποχρεώσεων. Επίκεντρο, βέβαια, του βιβλίου αποτελούν ο Λέβιν και η Κίτι, η Αννα και ο Βρόνσκι. Οι κριτικοί που ερμηνεύουν το μυθιστόρημα υπό το φως της έλξης που ασκούσαν στον Τολστόι οι θεωρίες του Ρουσό περί ανωτερότητας του ανθρώπου της φύσης έναντι του ανθρώπου της κοινωνίας, θεωρούν ότι η σχέση Κίτι-Λέβιν, γερά ριζωμένη στη χρήσιμη και δραστήρια ζωή τους στην ύπαιθρο, αντιπροσωπεύει το καλό, ενώ ο ανήθικος δεσμός Αννας-Βρόνσκι, το κακό -κι αυτό, θεωρούν, επισφραγίζει την καταδίκη τους. Θεωρώ την ανάγνωση αυτή εντελώς μανιχαϊστική· κατά τη γνώμη μου, οι σχέσεις μεταξύ των ηρώων του Τολστόι και τα ηθικά ερωτήματα που εγείρει το βιβλίο, είναι πολύ πιο πολύπλοκα και λεπτά. Η Αννα, για παράδειγμα, θεωρείται μία από τις πιο ελκυστικές ηρωίδες τής παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η παρουσία της κυριαρχεί στο μυθιστόρημα, και οι άλλοι ήρωες τη θαυμάζουν για την καλοσύνη, τη ζωντάνια και την ομορφιά της· ο έρωτάς της για τον Βρόνσκι είναι γνήσιος και ακατανίκητος κι εκείνη είναι έτοιμη να θυσιάσει τα πάντα γι αυτόν. Ο Βρόνσκι, από την πλευρά του, θυσιάζει μια πολλά υποσχόμενη στρατιωτική καριέρα για κείνη, την αγαπάει πιστά και προσπαθεί να ικανοποιήσει τις συνεχώς διογκούμενες απαιτήσεις της ιδεοληπτικής της ζηλοτυπίας. Ο Λέβιν, εξάλλου, τον οποίο πολλοί κριτικοί θεωρούν το alter ego του Τολστόι, δεν είναι μόνο ένας απλοϊκός, καλόκαρδος αγρότης. Παρά την καλοσύνη του, το ενδιαφέρον για την πνευματική ολοκλήρωση και για την ανακάλυψη του νοήματος της ζωής, είναι συχνά ωμός και εγωκεντρικός και, όπως και η Αννα, τείνει συχνά προς την αυτοκαταστροφή. Κι έτσι, προκαλεί δυσπιστία η πνευματική γαλήνη την οποία φαίνεται να έχει κατακτήσει ο Λέβιν στο τέλος του μυθιστορήματος, δεδομένου ότι πολλά προβλήματα παραμένουν άλυτα. Κανένα ζευγάρι δεν είναι απολύτως καλό ή κακό· ο Λέβιν και η Κίτι αντιμετωπίζουν προβλήματα παρόμοια μ αυτά που καταστρέφουν την Αννα και τον Βρόνσκι, αλλά τα ξεπερνούν γιατί η σχέση τους είναι κοινωνικά καθαγιασμένη, είναι αφοσιωμένοι σε πνευματικές αξίες και καταφέρνουν να περιορίσουν το πάθος τους στα όρια που θέτει η οικογενειακή ζωή και η κοινωνία.

Η αποτύπωση αυτής της κοινωνίας από τον Τολστόι είναι βαθιά ειρωνική. Η υποκρισία και η επιδερμικότητά της εκτίθεται αδιάκοπα, μέσα από τις προσωπογραφίες δευτερευόντων χαρακτήρων όπως η πριγκίπισσα Μπέτσι Τσέρβαγια. Η ιστορία του Στίβα και της Ντόλι επίσης υπογραμμίζει πικρά την ειρωνεία της μοίρας της Αννας. Οπως και η αδελφή του, ο Στίβα είναι μοιχός· αλλά μολονότι τα κίνητρά του είναι πολύ πιο ταπεινά, δεν τιμωρείται. Ο Τολστόι μοιάζει να μην προσφέρει τελικές κρίσεις στην Αννα Καρένινα: παρά το συντηρητισμό του, την αποστροφή του για τα δικαιώματα της γυναίκας και τη νοσηρότητα των απόψεών του για το σεξ, στο μυθιστόρημα αυτό η καλλιτεχνική του ακεραιότητα επικρατεί των διδακτικών τάσεων που τόσο συχνά αμαυρώνουν τα τελευταία του έργα. Στην Αννα Καρένινα δεν αναλαμβάνει ρόλο ιεροκήρυκα ούτε προτείνει οικουμενικές λύσεις· αντίθετα, απεικονίζει τις άλυτες αντιθέσεις της ζωής και, καθώς παρατήρησε ο Τσέχοφ, περιορίζεται στην «ορθή παρουσίαση ενός προβλήματος». Η αμφιθυμία και η σύγχυση, που τόσο συχνά θολώνουν το ηθικό περίγραμμα των πραγμάτων, αναπαράγονται με τέτοια πληρότητα ώστε ακόμη και το βιβλικό μότο του μυθιστορήματος - «Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω» [Προς Ρωμαίους, ΙΒ 19]- το οποίο κατ αρχάς φαίνεται να υπενθυμίζει ότι αμαρτίες όπως αυτές της Αννας επισύρουν τη θεϊκή τιμωρία, λειτουργεί μάλλον σαν μια προειδοποίηση προς την κοινωνία να μη σφετεριστεί μια εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό.

Η ενδεχόμενη καταστροφικότητα του σεξουαλικού πάθους είναι επίσης μείζον θέμα στην Αννα Καρένινα. Η αμφιθυμία του Τολστόι απέναντι στις γυναίκες γίνεται όλο και πιο φανερή καθώς γερνάει. Εχει συχνά δηλώσει την απέχθειά του για τον παθιασμένο έρωτα και την πεποίθησή του ότι συχνότερα είναι καταστροφική και δαιμονική δύναμη. Πολλοί κριτικοί πιστεύουν ότι αυτή η βεβαιότητα βρίσκεται πίσω από το τίμημα του πάθους που πληρώνει η ηρωίδα του. Ο Ναμπόκοφ έγραψε χαρακτηριστικά ότι ο θάνατος της Αννας κάτω από τις ρόδες του τρένου, όπως τον θέλησε ο Τολστόι, είναι το επισφράγισμα της αμαρτίας του υπερβολικού σεξουαλικού πάθους που «σφυροκοπά» την ψυχή. Ωστόσο, μολονότι οι απόψεις του Τολστόι για τον έρωτα και το σεξ ήταν εκκεντρικές και ακραίες, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ο θάνατος της Αννας δικαιώνεται συμβολικά και ψυχολογικά μέσα στο πλαίσιο του μυθιστορήματος, όσο κι αν πολλές από τις προσωπικές του απόψεις τον οδήγησαν να ολοκληρώσει την ιστορία της Αννας με τραγικό τρόπο.

Η αφηγηματική τεχνική στην Αννα Καρένινα είναι βασικά ρεαλιστική. Οπως σημείωνε ο Ρώσος συγγραφέας: «Καμιά λεπτομέρεια δεν πρέπει να παραμελείται στην τέχνη, γιατί ένα κουμπί που λείπει, μπορεί να εξηγήσει μια ολόκληρη πλευρά ενός ανθρώπινου χαρακτήρα. Είναι απολύτως αναγκαίο να αναφερθεί το κουμπί. Ομως πρέπει να περιγραφεί με τους όρους της εσωτερικής ζωής του ήρωα και η προσοχή δεν πρέπει να εκτραπεί από τα ουσιώδη για να εστιαστεί σε τετριμμένα αντικείμενα». Ο Τολστόι επίσης πίστευε ότι για έναν μυθιστοριογράφο είναι θεμελιώδες να απεικονίζει με πληρότητα και ακρίβεια το περιβάλλον στο οποίο ζουν οι ήρωές του. Γι αυτό και επινοούσε μια ολόκληρη στρατιά προσεκτικά περιγεγραμμένων χαρακτήρων και ενσωμάτωνε στην αφήγηση σκηνές που δεν συνέβαλαν μεν στην εξέλιξη της πλοκής αλλά δημιουργούσαν μια ισχυρή αίσθηση του τόπου και του χρόνου όπου διαδραματιζόταν η ιστορία. Ωστόσο, στην Αννα Καρένινα υπάρχουν στοιχεία που υπερβαίνουν τον ρεαλισμό. Η επιρροή που άσκησε στον Τολστόι ο φίλος του Αφανάσι Φετ καθώς και το έργο τού Σοπενχάουερ Βλέποντας φαντάσματα, αφύπνισαν στο συγγραφέα το ενδιαφέρον για το συμβολισμό και την αλληγορία. Στην Αννα Καρένινα, ο Τολστόι κάνει για πρώτη φορά εκτεταμένη χρήση συμβόλων: η χιονοθύελλα μέσα στην οποία η Αννα επιστρέφει στην Πετρούπολη, το επανερχόμενο μοτίβο της σιδηροτροχιάς, το επαναλαμβανόμενο όνειρο της Αννας με τον βρωμερό αγρότη που κοπανάει το σίδερο ερμηνεύτηκαν σαν αλληγορίες της πτώσης της Αννας και της αμαρτίας που παραμορφώνει την ψυχή της.

Μετά την ολοκλήρωση του μυθιστορήματος, ο Τολστόι στράφηκε σε μη λογοτεχνικές ενασχολήσεις, όπως στη σύνθεση ενός αναγνωστικού για τους Ρώσους μαθητές, βασισμένου στις ανορθόδοξες εκπαιδευτικές του θεωρίες. Και καθώς η πνευματική του κρίση κορυφωνόταν στις αρχές του 1880, ο συγγραφέας κατήγγειλε την αναπαραστατική τέχνη, προκρίνοντας, αντ αυτής, τη διδακτική μυθοπλασία. Ομως τα έργα που γράφτηκαν μ αυτή την προοπτική υπολείπονται πολύ των προηγουμένων. Η Αννα Καρένινα, λοιπόν, δεν αντιπροσωπεύει μόνο το εντελέστερο καλλιτεχνικό επίτευγμα του Τολστόι, αλλά και ένα έργο μέσα στο οποίο οι γοητευμένοι αναγνώστες και κριτικοί μπορούν να εντοπίσουν τις ρίζες τής πνευματικής αναστάτωσης που χώρισε στα δύο τη συγγραφική του σταδιοδρομία.

Ως θρησκευτικός και ηθικός στοχαστής, ο Τολστόι σωστά επικρίθηκε για τον εξτρεμισμό, και κάποτε τον παραλογισμό, των ιδεών του. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς παρά να θαυμάσει την έντιμη φιλοδοξία του και τη σταθερή του βούληση να ανακαλύψει τους ηθικούς νόμους που θα πρέπει να ρυθμίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Οποια μορφή και αν πήραν τα δόγματά του, έμειναν πάντα ριζωμένα στον ανθρωπισμό του και στη βασανιστική αναζήτηση για σοφία και αλήθεια. Μολονότι στο τέλος της ζωής του ο Τολστόι έφτασε να πιστεύει ότι η τέχνη θα έπρεπε να υπηρετεί έναν θρησκευτικό και απόλυτο ηθικό κώδικα, ο ίδιος συνιστά το πρότυπο του ολοκληρωμένου συγγραφέα και η Αννα Καρένινα, το σπουδαιότερο έργο του, ένα υποδειγματικό και αξιομνημόνευτο έργο μυθοπλασίας -ασφαλώς ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά μυθιστορήματα στην ιστορία του είδους.



ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 11/08/2006
Συγγραφέας:
Τολστόη, Λέων
Εκδότης:
Πατάκης
Σελίδες:
631
ISBN:
9789601616117
Μεταφραστής:
Κονδύλης, Φώντας
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/12/2005

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!