Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα 1996-2004 ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟ

Έκπτωση
73%
Τιμή Εκδότη: 25.48
7.00
Τιμή Πρωτοπορίας
+
495024
Συγγραφέας: Σημίτης, Κώστας Γ.
Εκδόσεις: Πόλις
Σελίδες:670
Επιμελητής:Τουλάτου, Δήμητρα
Ημερομηνία Έκδοσης:1/10/2005

Το βιβλίο αυτό αφορά την προσπάθεια για τον εκσυγχρονισμό της χώρας την περίοδο 1996-2004. Αναλύει πολιτικές, εξιστορεί γεγονότα, παρουσιάζει αποτελέσματα, επισημαίνει αδυναμίες και προτείνει κατευθύνσεις για το μέλλον.

Ο πολίτης χρειάζεται να ξέρει το χτες για να κρίνει το σήμερα και να καθορίζει τη στάση του αύριο.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου







ΚΡΙΤΙΚΗ



Αμέσως, με την έκδοσή του, αυτό το βιβλίο του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη προκάλεσε πολλά σχόλια και αναφορές. Οι περισσότεροι το θεώρησαν κυβερνητικό απολογισμό της οκταετίας, προσωπικό απολογισμό, είδος πολιτικού απομνημονεύματος, άλλοι πολιτική διαθήκη και άλλοι το κατέγραψαν ως άμεση παρέμβαση στο σημερινό πολιτικό γίγνεσθαι. Αυτό το βιβλίο είναι όλα αυτά, αλλά και κάτι παραπάνω. Είναι ένα μάθημα σχεδιασμένης και εφαρμοσμένης πολιτικής διαχείρισης, ένα μάθημα πολιτικού σχεδιασμού. Ο Κώστας Σημίτης από την αρχή αναφέρει πως όταν ανέλαβε πρωθυπουργός είχε «ένα συγκεκριμένο σχέδιο πολιτικής για το ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνησή του». Αυτό τα σχέδιο, οι πρωταγωνιστές του, οι μέθοδοι εφαρμογής του, τα εμπόδια και οι επιτυχίες του περιγράφονται στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Μπορεί κανείς, ανάλογα και με την άποψή του για τα κεντρικά πολιτικά προτάγματα που έφερε η διακυβέρνηση Σημίτη στο πολιτικό προσκήνιο, να διαφωνεί με μερικές, με πολλές ή και με όλες τις πολιτικές επιλογές αυτής της διακυβέρνησης, αν όμως διαβάσει προσεκτικά αυτό το βιβλίο δεν μπορεί να μην παραδεχτεί πως η πολιτική δράση, πέρα απ όλα τα πολλά άλλα, απαιτεί προγραμματισμό, ιεράρχηση στόχων, συντονισμό, μελέτη, γνώση της πραγματικότητας αλλά και όραμα. Ο Σημίτης με αυτό το βιβλίο αποδεικνύει σ όλους, καλοπροαίρετους και μη, πως στις πολιτικές του αποσκευές κουβαλούσε πάντα τα προαναφερθέντα στοιχεία.

Δυστυχώς πολλές από τις αναφορές στο βιβλίο εστιάστηκαν σε κάποιες πλευρές του, όπως η περίπτωση των Ιμίων, η περίπτωση Οτσαλάν, λιγότερο στο ζήτημα με τις ταυτότητες και πολύ λίγο στον τρόπο με τον οποίο ο Σημίτης προτείνει να γίνεται η πολιτική. Μέσα σ αυτό το βιβλίο μπορούμε να ανακαλύψουμε τους τρόπους με τους οποίους η πολιτική γίνεται πρόταγμα γενικών συμφερόντων και όχι κοκτέιλ συμφερόντων ή εκπρόσωπος εθνικιστικών, λαϊκίστικων και κρατικίστικων συμφερόντων. Ο Σημίτης μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο επιχειρεί να καταρρίψει τις μομφές που του προσήψαν από τα δεξιά και τα αριστερά, αλλά ποτέ δεν φτάνει στο επίπεδο να μετατρέψει την πολιτική σε προσωπική αντιδικία. Γι αυτόν η πολιτική είναι πάντα μια κατάσταση πραγμάτων που αν και διαμορφώνεται ως σύνολο προσωπικών διαδρομών αποτελεί, σε τελική ανάλυση, συμπύκνωση κοινωνικών και ταξικών σχέσεων.

Ο Σημίτης κατηγορήθηκε ως λογιστής και ως «τυχερός άνδρας» που η ευνοϊκή συγκυρία και ο αυτόματος πιλότος τον βοήθησαν να επιτύχει τους στόχους του. Ο ίδιος όμως δείχνει πως αν στόχος της πολιτικής δεν είναι η διαιώνιση της εξουσίας, αλλά η διαμόρφωση μιας καλύτερης κοινωνίας, για την επίτευξη αυτού του στόχου χρειάζεται η ύπαρξη ενός διακυβεύματος. Αυτό το διακύβευμα ο Σημίτης το περιέγραψε με τη λέξη «εκσυγχρονισμός».

Ο εκσυγχρονισμός για τον Σημίτη είχε κυρίως τρεις διαστάσεις. Ο πρώην πρωθυπουργός πίστευε πως η Ελλάδα δεν αποτελεί μοναχική νησίδα στον απέραντο ωκεανό, ούτε ανάδελφο έθνος, αλλά συστατικό στοιχείο του παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος. Με αυτή τη λογική θεώρησε πως τα όποια εθνικά μας θέματα και οι ελληνοτουρκικές διαφορές έπρεπε να ξεφύγουν από τη μέγγενη των ελληνοτουρκικών διαφορών και «να κοινοτικοποιηθούν». Ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός θεωρήθηκε ο ακρογωνιαίος λίθος των σχέσεων της Ελλάδας με τους γείτονες, αλλά και με όλον τον κόσμο. Για να γίνει όμως αυτό χρειαζόταν να συγκρουστεί με μια αντίληψη που θεωρεί πως οι «ξένοι» άλλο μέλημα δεν έχουν από το να υπονομεύουν την ύπαρξη της χώρας. Η πολιτική Σημίτη κατέδειξε πως για επιτύχει κανείς στις διεθνείς σχέσεις χρειάζεται να πείσει πως δεν ενδιαφέρεται μόνο για τα δικά του συμφέροντα, αλλά και για τα προβλήματα του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου περιβάλλοντος. Η πολιτική Σημίτη κατέδειξε πως οι διαρθρωτικές προσαρμογές τής ευρωπαϊκής οικονομίας, η δημιουργία μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης, αλλά και τα προβλήματα του Τρίτου Κόσμου, της παγκόσμιας φτώχειας και των ανισοτήτων κάθε άλλο παρά αδιάφορα πρέπει να είναι για την ελληνική κυβέρνηση. Η ένταξη της Κύπρου και ο επιτυχημένος σχεδιασμός του Γ Κοινοτικού Πλαισίου οφείλουν σχεδόν τα πάντα σ αυτήν την αντίληψη.

Η δεύτερη σημαντική διάσταση της πολιτικής Σημίτη ήταν η μετάβαση από μια πολιτική που ενίσχυε το κράτος παροχών σε μια πολιτική που επεδίωξε να θέσει τις βάσεις ενός σύγχρονου κράτους πρόνοιας, μια πολιτική που έπρεπε να στηριχτεί σε μια σταθεροποιημένη οικονομία ως απαραίτητο μέσο για την ανάπτυξη. Η είσοδος της χώρας στην ΟΝΕ οφείλει σχεδόν τα πάντα σ αυτήν την αντίληψη.

Η τρίτη σημαντική διάσταση της πολιτικής Σημίτη ήταν η μετατόπιση του κέντρου βάρους από το κόμμα στην κυβέρνηση και στο Κοινοβούλιο και από εκεί στην ανοικτή κοινωνία. Αυτό ήταν το κύριο και πάνω σ αυτό διαχωρίζονται οι προοδευτικοί από τους συντηρητικούς. Στο πλαίσιο αυτής της μετατόπισης πρέπει να δούμε και τη σύγκρουση με την Εκκλησία για τις ταυτότητες. Εκμεταλλευόμενη αυτό το θέμα η Εκκλησία «προσπάθησε να εγκαθιδρύσει μια ιδεολογική εποπτεία επί της πολιτικής εξουσίας».

Επίσης η νομιμοποίηση της εξουσίας έπαψε να στηρίζεται στο χαρισματικό ηγέτη, στην κομματοκρατία ή το λαϊκίστικο εθνικισμό, αλλά σε έναν ορθολογικό και θεσμικό τρόπο λειτουργίας. Αυτό σήμαινε μετάθεση των κέντρων εξουσίας από τα αυταρχικά ή μαζικά κόμματα σε κόμματα αρχών, από τη μαζική εκπροσώπηση στην αυτόνομη παρουσία της κοινωνίας των πολιτών. Αν και η τελευταία δεν αποτελεί πάντα παράγοντα προόδου. Αυτό το απέδειξαν περίτρανα τα Ιμια και η περίπτωση Οτσαλάν, όπου πολίτες επεδίωξαν να επιβάλλουν συγκεκριμένες πολιτικές, τα συλλαλητήρια για τις ταυτότητες και τη Μακεδονία. Επειδή δε πολλά ελέχθησαν για την περίπτωση των Ιμίων, και ανεξάρτητα από τους τακτικούς χειρισμούς, εμείς οφείλουμε να τονίσουμε πως η αποφυγή του πολέμου με την παράλληλη εξασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, και όχι αυτών του εθνικισμού, αποτελεί πρόταση πολιτισμού και ανθρωπισμού.

Μα κανένα λάθος δεν έκανε αυτός ο άνθρωπος και κανένα λάθος δεν του βρίσκει ο συγγραφέας αυτών των γραμμών; Είναι απόρροια βιαστικής ή προκατειλημμένης ανάγνωσης η απόδοση στον Σημίτη της μομφής για απουσία αυτοκριτικής; Ο τέως πρωθυπουργός, αναφερόμενος στους εγγενείς περιορισμούς και τις παράπλευρες αντιθέσεις της ελληνικής κοινωνίας, όπως είναι ο εθνοκεντρισμός, ο λαϊκισμός, η ισοπεδωτική μεταχείριση, ο τοπικισμός, οι πελατειακές και συντεχνιακές νοοτροπίες, δεν περιγράφει απλώς αυτά τα χαρακτηριστικά τού ελληνικού γίγνεσθαι, αλλά και αναγνωρίζει πως η πολιτική του δεν κατάφερε να τα υπερνικήσει.

Το θέμα βεβαίως είναι γιατί στη δεύτερη τετραετία δεν έγινε η μετάβαση από αυτό που ο Γιάννης Βούλγαρης ονόμασε hardware εκσυγχρονισμό (ΟΝΕ, ευρώ, αναβάθμιση της διεθνούς θέσης της χώρας, ένταξη της Κύπρου στην Ενωση, μεγάλα έργα, μετάβαση από το πρωθυπουργικό μοντέλο σ αυτό των συλλογικών οργάνων) σ αυτόν του software εκσυγχρονισμού, σ έναν εκσυγχρονισμό της κρατικής διοίκησης, της υγείας, της παιδείας ή, με άλλα λόγια, στον εκσυγχρονισμό της «καθημερινότητας».

Αυτή η μετάβαση, κατά τη γνώμη μας, έπρεπε να στηριχτεί σ ένα νέο συνασπισμό εξουσίας, που θα συνέδεε το κόμμα με τις αγωνίες της κοινωνίας των πολιτών και θα ανέτρεπε τις παγιωμένες κομματικές ισορροπίες αναδεικνύοντας μια νέα ηγετική ομάδα, η οποία θα ετίθετο επικεφαλής του δεύτερου κύματος. Αυτό δεν έγινε γιατί η διακυβέρνηση Σημίτη «κόλλησε» στις προτεραιότητες της πρώτης τετραετίας. Ο ίδιος ο Σημίτης αναγνωρίζει πως ο ελληνικός λαός δεν τον ψήφισε για το σοσιαλισμό και τον εκσυγχρονισμό, αλλά γιατί «ήθελε μια κυβέρνηση που θα δουλεύει με σοβαρότητα, σχεδιασμό και αποτελεσματικότητα». Τα πρόταγμα του εκσυγχρονισμού δεν ήταν ποτέ πλειοψηφικό ρεύμα. Για να γίνει τέτοιο έπρεπε να τεθούν οι προϋποθέσεις μιας συμμαχίας των μεσαίων στρωμάτων με τα λαϊκά στρώματα στη βάση, όχι μόνο της σύγκλισης της χώρας, αλλά και της κοινωνικής δικαιοσύνης και της προστασίας των αδύναμων. Σ αυτό τον κόσμο δεν μπορούν να είναι όλοι ικανοί, όπως απαιτεί η αντιδραστικότατη θεωρία της «αξιοκρατίας». Ο εκσυγχρονισμός δεν μπορεί να αγνοεί όσους περπατούν πιο αργά, αλλιώς θα σταματήσει και ο ίδιος να βαδίζει. Επομένως χρειαζόταν μια πολιτική συμμαχιών και ιδεολογικής ηγεμονίας, που ποτέ όμως δεν τέθηκε ως άμεση προτεραιότητα.

Η αποτυχία δημιουργίας ενός πλειοψηφικού ιδεολογικού ρεύματος οφείλεται και στο γεγονός πως πολλοί απ αυτούς που κλήθηκαν -στο κεφάλαιο για την πολιτική στελεχών και τον κυβερνητικό συντονισμό διακρίνουμε πολύ μεγάλη πίκρα και αυτοκριτική- να στηρίξουν την πολιτική Σημίτη είδαν τον εκσυγχρονισμό ως σημαία ευκαιρίας, ως μίμηση «δυτικής πράξης», ως διοικητική λεπτομέρεια και όχι ως διαδικασία εξανθρωπισμού των κοινωνικών σχέσεων και ως δυναμική κίνηση ανανέωσης της ζωής. Από εδώ προκύπτουν και τα πραγματικά απίστευτα και αδιανόητα προβλήματα της αλαζονικής συμπεριφοράς και διαφθοράς των ανθρώπων του κρατικού και κομματικού μηχανισμού.

Ανεξάρτητα απ όλα και σε πείσμα όλων αυτών η περίοδος Σημίτη αποτελεί ένα μεγάλο βήμα στην προσπάθεια της χώρας να ακολουθήσει τους μεγάλους μετασχηματισμούς που συντελούνται στο παγκόσμιο και ευρωπαϊκό περιβάλλον, κάτι που στους πιο συντηρητικούς και φοβικούς κύκλους ποτέ δεν άρεσε. Δεν είναι τυχαίο που οι πιο φανατικοί εχθροί του ήσαν οι διάφοροι Τριανταφυλλόπουλοι και Τράγκες. Ο Τριανταφυλλο-ποπουλισμός αποτελεί την ακραία έκφραση του μίσους κατά της νεωτερικότητας, της οποίας πολιτικό παιδί είναι ο εκσυγχρονισμός.

Με αυτό το βιβλίο ο Σημίτης επισημαίνει πως είναι και θα είναι παρών στο πολιτικό σκηνικό, γιατί θέτει θέματα ουσίας και όχι δευτερεύουσας σημασίας. Η ουσία και όχι η διαδικασία αναδεικνύει το νέο. Η πολιτική η ίδια αποτελεί συμπύκνωση στο παρόν των σχέσεων που διαμορφώθηκαν στο παρελθόν και προβάλλονται στο μέλλον. Η θεώρηση του βιβλίου αυτού ως κάτι που ασχολείται με το παρελθόν δεν αποτελεί μόνο μια κοινοτοπία, αλλά και μια απολιτική πράξη. Ο μεγαλύτερος όμως εχθρός της πολιτικής και των πολιτικών προσώπων είναι να απολιτικοποιήσουν οι ίδιοι την πολιτική. Από εδώ ξεκινάει η κρίση του πολιτικού και αντιπροσωπευτικού συστήματος.



ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 09/12/2005
Συγγραφέας:
Σημίτης, Κώστας Γ.
Εκδότης:
Πόλις
Σελίδες:
670
ISBN:
2225604350759
Επιμελητής:
Τουλάτου, Δήμητρα
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/10/2005

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!