0 Your Καλαθι

Ο μουγκός Ουζμπέκος

Kαι άλλες ιστορίες παρανομίας
Έκπτωση
40%
Τιμή Εκδότη: 10.60
6.36
Τιμή Πρωτοπορίας
+
422726
Συγγραφέας: Σεπούλβεδα, Λουίς
Εκδόσεις: Όπερα
Σελίδες:136
Ημερομηνία Έκδοσης:21/7/2015
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Άμεσα διαθέσιμο
Θεσσαλονίκη:
Άμεσα διαθέσιμο
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Στη Λατινική Αμερική του δεύτερου μισού του περασμένου αιώνα, η πολιτική κατείχε κυρίαρχη θέση στο μυαλό και στην ψυχή των νέων. Στη Χιλή και σε άλλες χώρες του νοτίου ημισφαιρίου, οι δεκαεφτάχρονοι ρίχνονταν στη μάχη κατά του καπιταλισμού χρησιμοποιώντας μεθόδους τραβηγμένες απ’ τα μαλλιά και ελάχιστα απειλητικές για το σύστημα, πάντως ευρηματικές και έμπλεες ρομαντισμού: η ληστεία στην τράπεζα γίνεται (με τη συνοδεία μουσικής για να μην αγχωθούν οι πελάτες) προκειμένου ν’ αποκτήσει φως και νερό ο καταυλισμός των αστέγων. η άκρως συνωμοτική οργάνωση των νεαρών «ανταρτών πόλεων» θέτει όλη την επικοινωνιακή υποδομή της στην υπηρεσία της αναζήτησης ενός κουτιού με βρεφικό γάλα (πλήρες, σε σκόνη, με δύο πιπίλες) για το μωρό της νεαρής συντρόφισσας. ο χιλιανός «καρατέκα» επιστρατεύει περίστροφο για να κερδίσει τον αγώνα με τον βορειοκορεάτη ομόλογό του. η αμερικάνικη μουσική αποδεικνύεται πολύ πιο αποτελεσματική από τη μαρξιστική διαλεκτική τη στιγμή του φλερτ, κι ένα παλιό φορητό πικάπ γίνεται το απόλυτο όπλο στον σκληρό αγώνα για την κατάκτηση κάποιας πανέμορφης σοβιετικής συντρόφισσας.
Μία από τις πιο φωτεινές συγγραφικές στιγμές του ώριμου Σεπούλβεδα, σε εννέα τρυφερές ιστορίες με μεγάλες δόσεις λυτρωτικού χιούμορ, σπονδή σε μια εποχή όπου οι νέοι μοιράζονταν «το ωραίο όνειρο να είναι νέοι χωρίς να παίρνουν την άδεια κανενός».

Διαβάστε το πρώτο κεφάλαιο:

Ο στρατιώτης Τσαπάγιεφ στο Σαντιάγο της Χιλής


Στις συντρόφισσες και τους συντρόφους μου
της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Χιλής,
αλλά και της Σοσιαλιστικής Νεολαίας,
γιατί όλοι μας μοιραστήκαμε
το ωραίο όνειρο να είμαστε νέοι
χωρίς να πάρουμε την άδεια κανενός.


Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1965, μάθαμε ότι ο αμερικανός καρδινάλιος Φράνσις Σπέλμαν1 ευλόγησε τον εξοντωτικό Πόλεμο του Βιετνάμ, χαρακτηρίζοντάς τον σταυροφορία υπεράσπισης της χριστιανικής πίστης. Ήταν καλοκαίρι στο Σαντιάγο της Χιλής. Ήταν νύχτα στη γειτονιά Βιβασέτα. Ήταν μια ζεστή νύχτα έξω απ’ τα γραφεία τού συνδικάτου υφαντουργίας, και τα μέλη των ομάδων «Μορίς Τορέζ»2 και «Ν’γκούγεν βαν Τρόι»3 της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Χιλής διπλώναμε τις κόκκινες σημαίες μετά από ένα μαζικό συλλαλητήριο αλληλεγγύης στο Βιετνάμ.
Την είδηση μου τη μετέφερε ο σύντροφος Μάρκος την ώρα που τρώγαμε κάτι σάντουιτς με ζαμπόν και αβοκάδο λαχταρώντας μια μπίρα, γιατί εμείς, τα μέλη της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Χιλής, δεν πίναμε ποτέ αλκοόλ σε δημόσιο χώρο.
Αφού αποθέσαμε τις κόκκινες σημαίες, τα πλακάτ και όσα φύλλα είχαν περισσέψει της «Gente Joven», της εφημερίδας της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Χιλής, στα γραφεία του κόμματος, κοντά στο παλιό σινεμά Nacional της Λεωφόρου Ιντεπεντένσια, ο σύντροφος Μάρκος ξαναδιάβασε την είδηση που είχε δημοσιευτεί στην «El Siglo», την εφημερίδα του Κ.Κ., και είπε καθαρά και ξάστερα ότι κάτι έπρεπε να κάνουμε, χωρίς να διευκρινίσει τι ακριβώς, αλλά εγώ συμφώνησα και υπερθεμάτισα ότι αυτό το κάτι που έπρεπε να κάνουμε έπρεπε να το κάνουμε αμέσως.
Ο σύντροφος Μάρκος εκδήλωσε την ευαρέσκειά του, διατύπωσε με απόλυτη σιγουριά την άποψη ότι το ίδιο θα ’χε σκεφτεί και ο γενναίος στρατιώτης Τσαπάγιεφ,4 και πήραμε το δρόμο για τα σπίτια μας, γιατί την άλλη μέρα είχαμε σχολείο και ήταν η περίοδος εξετάσεων.
Μία μέρα αργότερα, ο σύντροφος Μάρκος με περίμενε στο σφαιριστήριο Roma, το μοναδικό μαγαζί όπου επιτρεπόταν η είσοδος σε κάτω των δεκαοκτώ ετών. Όπως πάντα, παίξαμε δυο-τρεις παρτίδες μπιλιάρδο σ’ ένα τραπέζι που η πράσινη τσόχα του είχε ξεβάψει με τα χρόνια, και μετά, καθώς ο σύντροφος Μάρκος ήταν πολιτικός γραμματέας της ομάδας «Ν’γκούγεν βαν Τρόι» κι εγώ της «Μορίς Τορέζ», κάναμε την πολιτική ανάλυση του συλλαλητηρίου της προηγουμένης και, για πρώτη φορά, διαπιστώσαμε ότι είχαμε αποπροσανατολιστεί κι ότι όλη μας η ενεργητικότητα κατευθυνόταν σ’ εκείνο το κάτι που έπρεπε να κάνουμε ως απάντηση στην πρόκληση του καρδινάλιου Σπέλμαν.
«Δε μου λες» ρώτησε ο σύντροφος Μάρκος, «εκείνος ο παππούς σου, ο αναρχικός, μπας και σου ’μαθε πώς καίμε εκκλησίες;»
«Όχι» απάντησα, «κι ούτε νομίζω πως θ’ αρέσει στο Κόμμα αυτή η ιδέα.»
Τότε ο σύντροφος Μάρκος μου μίλησε για τις αναγκαίες ταξικές συμμαχίες σε κρίσιμες στιγμές της κοινωνικής ζωής, που γίνονται ακόμα πιο αναγκαίες όταν περνάμε στην επαναστατική δράση.
«Θα σου πω κάτι και να μείνει μεταξύ μας» μου εκμυστηρεύτηκε ο σύντροφος Μάρκος. «Αυτές τις μέρες διαβάζω τη Διαρκή Επανάσταση5 του Τρότσκι, κι ο Λέων Νταβίντοβιτς συνιστά να πηγαίνουμε μπροστά απ’ τα γεγονότα.»
«Το ίδιο λέει και ο Λένιν στο Κράτος και Επανάσταση»6 συμπλήρωσα για να διαφυλάξω την ιδεολογική καθαρότητα της Κομμουνιστικής Νεολαίας.
«Το θέμα είναι ότι και οι σοσιαλιστές θέλουν να κάνουν κάτι» είπε ο σύντροφος Μάρκος, «κι αύριο θα συναντηθούμε με τον σύντροφο Τίνο.»
Ο σύντροφος Τίνο ήταν οργανωτικός γραμματέας τού πυρήνα «Μαρμαδούκε Γκρόβε»7 της Σοσιαλιστικής Νεολαίας. Εμένα δεν μου άρεσαν οι σύντροφοι της Σοσιαλιστικής Νεολαίας, γιατί δε χώνευα την απειθαρχία τους και τη συνήθειά τους να στρατεύονται σε διπλό ταμπλό. Ο ίδιος ο Τίνο, ας πούμε, ήταν στέλεχος της Σοσιαλιστικής Νεο­λαίας, αλλά και ηγέτης μιας ομάδας που λεγόταν «Κόκκινοι Αγωνιστές». Μου άρεσε, όμως, ο Σαλβαδόρ Αγιέντε, και μου ήταν αδύνατον να καταλάβω πώς ένας τέτοιος ηγέτης δεν ήταν κομμουνιστής.
Κυρίως, όμως, ο Τίνο δε μου άρεσε γιατί είχε μια μοτοσικλέτα Sachs, πάνω στην οποία, σφιχταγκαλιάζοντάς τον απ’ τη μέση, περνούσαν καθισμένες οι πιο όμορφες συντρόφισσες της Κομμουνιστικής και της Σοσιαλιστικής Νεολαίας της γειτονιάς. Ακόμα και μέλη της φάλαγγας «Τεϊγιάρ ντε Σαρντέν»8 της Χριστιανοδημοκρατικής Νεολαίας είχαν ανέβει στη μοτοσικλέτα του. Όχι. δε μου άρεσε ο Τίνο, αλλά μου άρεσε η αδελφή του.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του Τίνο. Μια συμπαθητική κυρία μάς άνοιξε την πόρτα, μας πέρασε μέσα και μας πρόσφερε κάθισμα σ’ ένα σαλόνι χωρίς την παραμικρή προλεταριακή διακόσμηση. Απ’ την κουζίνα ερχόταν η απαράμιλλη ευωδιά ενός τσουρεκιού που το ’χαν μόλις ξεφουρνίσει, κι από την πόρτα της κουζίνας εμφανίστηκε ο Τίνο, που αμέσως μας οδήγησε στο δωμάτιό του.
«Μπιρίτσα…;» πρότεινε.
Προλαβαίνοντας τον σύντροφο Μάρκος που ετοιμαζόταν να δεχτεί, αρνήθηκα την προσφορά, τονίζοντας ότι εμείς, τα μέλη της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Χιλής, δεν πίναμε αλκοόλ όταν ήμαστε σε κομματική αποστολή.
«Α, ναι! Ξέχασα ότι εσείς σκοπεύετε ν’ αγιάσετε» είπε ο Τίνο κι άνοιξε μια Pilsener.
Oύτε στο δωμάτιο του Τίνο υπήρχε προλεταριακή διακόσμηση, αν εξαιρέσεις τη σημαία του Σοσιαλιστικού Κόμματος, κόκκινη, μ’ ένα χάρτη της Νοτίου Αμερικής κι ένα ινδιάνικο τσεκούρι στο κέντρο της ηπείρου. Στη βιβλιο­θήκη του δεν είδα κανένα κλασικό έργο της πάλης των τάξεων, αλλά μπόρεσα να διακρίνω τα βιβλία Τα παιδιά του Σάντσες του Όσκαρ Λιούις,9 Της Γης οι κολασμένοι του Φραντς Φανόν10 και Τα θεμέλια του μαρξισμού του Χούλιο Σέσαρ Χομπέτ.11 Ένα μεγάλο λάβαρο της Κόλο-Κόλο12 κάλυπτε όλο τον τοίχο πίσω απ’ το κρεβάτι, και πάνω στο γραφείο ήταν χυμένα διάφορα περιοδικά για μοτοσικλέτες.
Ο Τίνο μας έτεινε ένα πακέτο Lucky Strike, αλλά εγώ αρνήθηκα κι έβγαλα την κασετίνα με τα Baracoas μου.13 Ο σύντροφος Μάρκος δέχτηκε το ιμπεριαλιστικό τσιγάρο και, ακολουθώντας τις οδηγίες του Τίνο, το τσιγάρισε με τη φλογίτσα του σπίρτου πριν το ανάψει. Η ατμόσφαιρα έγινε παρακμιακή και μικροαστική.
«Πιστεύω» είπα, «πως οφείλουμε να συντάξουμε μια πολιτική αναφορά ως προς το σκοπό αυτής της συνάντησης.»
«Κόφ’ τις μπούρδες. Είμαστε σύμφωνοι ότι πρέπει να κάνουμε κάτι, κι εγώ ξέρω τι είναι αυτό που πρέπει να κάνουμε. Όλα τ’ άλλα είναι μαλακίες» αποφάνθηκε ο Τίνο, κι από ένα συρτάρι του γραφείου του έβγαλε έναν μεταλλικό σωλήνα, γύρω απ’ τα στόμια του οποίου υπήρχαν δύο μεγάλα παξιμάδια.
Έσπευσα να δηλώσω ότι η κομματική πειθαρχία επέτασσε μιαν αντικειμενική ανάλυση της κατάστασης, όπως δίδασκε η ιστορική εμπειρία, κι εκεί που πήγαινα να τους θυμίσω ότι στη Δούμα της Αγίας Πετρούπολης μπολσεβίκοι και μενσεβίκοι συζητούσαν επί εβδομήντα δύο ώρες πριν καλέσουν τις ρωσικές μάζες να εξεγερθούν, άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε η Χενοβέβα, η αδελφή του Τίνο.
«Αγοράκια, γιατί δεν πάτε στην κουζίνα να τσιμπήσετε λίγο τσουρεκάκι;» μας προσκάλεσε μ’ ένα ακαταμάχητο χαμόγελο.
«Αργότερα!» είπε ο Τίνο. «Τώρα έχουμε δουλειά.» Εγώ, όμως, παρά την έμφαση που είχαν τα λόγια του, τα αγνόησα, σηκώθηκα και, πριν βγω, είπα στον σύντροφο Μάρκος ότι εκείνος ήταν ο πιο ενδεδειγμένος να συνεχίσει.
Στην κουζίνα υπήρχαν πολλά τσουρέκια αραδιασμένα πάνω στο τραπέζι. Ο χώρος μύριζε βανίλια, μαρμελάδα, κανέλα και το σαμπουάν της Χενοβέβας. Η οποία με πληροφόρησε ότι κάθε χρόνο έψηναν τσουρέκια για να φιλεύουν συγγενείς και γείτονες κι ότι η συνταγή ήταν των παππούδων, και μου σέρβιρε ένα τεράστιο κομμάτι.
«Σ’ έχω δει εσένα, σύντροφε» μου είπε. «Είσαι με τους “Κάππα Κάππα”.»
«Κι εσένα σ’ έχω δει με τους σοσιαλιστές» αποκρίθηκα, «και ξέρω ότι πηγαίνεις στο Δεύτερο, βλέπεις ισπανικές ταινίες στο σινεμά Espana και συμμετέχεις σε εθελοντικές εργασίες.»
«Και πώς ξέρεις τόσο πολλά για μένα;» ρώτησε και κάθισε δίπλα μου.
«Σ’ αρέσει ο σοβιετικός κινηματογράφος; Η σοβιετική λογοτεχνία; Έχεις διαβάσει το Πώς δενότανε τ’ ατσάλι;»14
«Προτιμώ τις ρομαντικές ταινίες και τα βιβλία που σε κάνουν να κλάψεις. Τώρα διαβάζω το Αγόρι που τρελάθηκε από έρωτα του Εδουάρδο Μπάριος.»15
Βγήκαμε απ’ το σπίτι του Τίνο και ο σύντροφος Μάρκος έπιασε να βαδίζει πιο γρήγορα απ’ όσο συνήθιζε. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα δέμα και χρησιμοποιούσε το αριστερό του για να μου πει με νοήματα να μην του κάνω ερωτήσεις κι ότι θα τα λέγαμε στο σπίτι του, με την ησυχία μας.
Εγώ όχι μόνο δεν είχα καμία διάθεση να του κάνω ερωτήσεις, αλλά και το μόνο που ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να περπατήσω αργά, πολύ αργά, μ’ ένα ρυθμό ταιριαστό με την έξαψη στην οποία βρισκόμουν. Η Χενοβέβα, μπουκωμένη τσουρέκι, είχε δεχτεί την πρότασή μου να πάμε σινεμά μαζί.
Μου φάνηκε παράξενο το ότι δε θα πηγαίναμε στα γραφεία της Κομμουνιστικής Νεολαίας, το χώρο στον οποίο, σύμφωνα με τον κανονισμό, όφειλε να με ενημερώσει για όλα αυτά που είχε συζητήσει με τον Τίνο, και σχεδόν τρέχοντας τον ακολούθησα ώσπου ξαναβρήκα την ανάσα μου καθισμένος στο κρεβάτι του.
«Συμφωνήσαμε κοινή επαναστατική δράση» είπε ο σύντροφος Μάρκος.
«Όχι πριν ενημερώσουμε την τοπική επιτροπή» τον διέκοψα.
«Αυτή τη στιγμή που μιλάμε» συνέχισε ο σύντροφος Μάρκος, «χιλιάδες σύντροφοι σκοτώνονται στο Βιετνάμ. Είναι φορές που πρέπει να δρας υπό την πίεση τετελεσμένων γεγονότων.»
«Αυτό είναι μικροαστικός τυχοδιωκτισμός» διαμαρτυρήθηκα. «Το κόμμα είναι η εμπροσθοφυλακή του προλεταριάτου, και μόνο το κόμμα αποφασίζει τις δράσεις.»
«Αν κωλώνεις, ξέχνα το.»
«Σύντροφε, το τροτσκιστικό δηλητήριο σου έχει καταφάει την κομματική πειθαρχία.»
«Όχι, ρε παπάρα. Απειθαρχία είναι να την κοπανάς από μια πολιτικο-στρατιωτική συζήτηση για να πας να φας τσουρέκι μ’ ένα πιπίνι» είπε ο σύντροφος Μάρκος κι απίθωσε πάνω στο κρεβάτι τον μεταλλικό σωλήνα που μας είχε δείξει ο Τίνο.
Ήταν ένα ασυνήθιστο εκρηκτικό. Ο σύντροφος Μάρκος ξεβίδωσε ένα από τα παξιμάδια, και είδα ότι ο σωλήνας ήταν γεμάτος με μια σκούρα σκόνη.
«Είναι μαύρο μπαρούτι, που μπορεί να δώσει μια μεγάλη έκρηξη» με πληροφόρησε ο σύντροφος Μάρκος. «Εμείς, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να φτιάξουμε ένα βραδύκαυστο φιτίλι, να βάλουμε τη βόμβα και να την ενεργοποιήσουμε.»
«Κι αυτοί της Σοσιαλιστικής τι θα κάνουν;» ρώτησα, συντετριμμένος από την αντίφαση του χρόνου που είχα περάσει με την Χενοβέβα και τη συζήτηση από την οποία είχα απουσιάσει χωρίς να υπολογίσω τις συνέπειες.
«Θ’ αναλάβουν την υποδομή της μεταφοράς» μου απάντησε.
«Με τη μηχανή του Τίνο; Σαν πολύ μικρή δεν είναι; Αυτό τον βολεύει για να σφίγγονται πάνω του τα κορίτσια όταν τα πάει βόλτα.»
«Η ιστορία έχει πάρει μπρος και δεν υπάρχει πισωγύρισμα. Τώρα πρέπει ν’ ασχοληθούμε με το φιτίλι» υπέδειξε ο σύντροφος Μάρκος.
«Και πώς φτιάχνεται ένα φιτίλι; Ξέρεις εσύ να φτιάχνεις;»
«Έχω κάτι που μπορεί να μας βοηθήσει» απάντησε ο σύντροφος Μάρκος και βάλθηκε να ψάχνει στη βιβλιοθήκη του ώσπου βρήκε το Εγχειρίδιο του Αντάρτη των Πό­λεων του κομαντάντε Εστράδα.16
Ο Τίνο ζήτησε η δεύτερη συνάντησή μας να γίνει στο ποδοσφαιρικό γήπεδο της Chilectra.17 Η ομάδα της και η ομάδα του συνδικάτου υφαντουργίας έδιναν έναν από τους τελευταίους αγώνες τους πριν από τα Χριστούγεννα, δεν υπήρχαν πολλοί θεατές, κι εμείς καθίσαμε να οργανώσουμε την πρώτη επαναστατική δράση που θα έκαναν από κοινού η Κομμουνιστική και η Σοσιαλιστική Νεολαία. Θα γράφαμε Ιστορία.
Ο σύντροφος Μάρκος ήταν της γνώμης πως το πιο κατάλληλο σημείο να βάλουμε τη βόμβα ήταν η αμερικανική πρεσβεία, κάτι που απέρριψα αμέσως, δεδομένου ότι το Κόμμα πρέσβευε την ειρηνική συνύπαρξη των δύο υπερδυνάμεων.
«Άσε που είναι πήχτρα στους μπάτσους» σχολίασε ο Τίνο και δεν είχε άδικο, γιατί από τη μέρα που είχαν ξεκινήσει οι διαδηλώσεις κατά του Πολέμου του Βιετνάμ, η αμερικανική πρεσβεία φυλαγόταν μέρα-νύχτα.
Μία ομάδα σημείωσε γκολ, και κάποιοι ποδοσφαιριστές χίμηξαν στον διαιτητή. Aρχίσαμε κι εμείς να ουρλιάζουμε, πιστεύοντας ότι με την έκκριση αδρεναλίνης πετυχαίναμε κάποιο σκοπό. Το πρόβλημα ήταν σοβαρό: είχαμε στα χέρια μας μια βόμβα, αλλά δεν είχαμε πού να τη βάλουμε. Βρισκόμασταν μπροστά στο ίδιο δίλημμα που είχε τυραννήσει τον Λένιν στη Ζυρίχη. Ο Βλαδίμηρος Ίλιτς είχε ένα κεφάλι γεμάτο ιδέες, αλλά σε ποιον να τις έλεγε; Στους Ελβετούς;
«Κάτι με ανησυχεί» είπε ο Τίνο.
«Μίλα, σύντροφε» τον ενθάρρυνε ο σύντροφος Μάρκος. «Οι αντιθέσεις στους κόλπους του λαού λύνονται μέσω του εποικοδομητικού διαλόγου.»
«Εσείς μιλάτε σαν ιεροκήρυκες. Πώς αποκαλείτε τον Γενικό Γραμματέα σας; Σεβασμιότατο; Εμένα με ανησυχεί μήπως αυτός ο παπάρας τα ’ριξε στην αδελφή μου, κι αυτό δε μ’ αρέσει καθόλου, μα καθόλου.»
«Η συντρόφισσα Χενοβέβα είναι ελεύθερη να επιλέγει τους φίλους της» απάντησα, «αρκεί οι επιλογές της να μη θίγουν τα ταξικά συμφέροντα.»
«Τι έλεγα εγώ για ιεροκήρυκες; Αλληλούια, παπάρα! Την κάλεσες να πάτε σινεμά χωρίς να μου ζητήσεις την άδεια. Αυτό είναι πολύ σοβαρό. Εμείς, της Σοσιαλιστικής Νεολαίας, δεν κάνουμε έτσι.»
«Ο σύντροφος έχει δίκιο. Νομίζω πως πρέπει να κάνεις την αυτοκριτική σου» πρότεινε ο σύντροφος Μάρκος.
Αυτοκριτική. Ήξερα πως ήταν κάτι σαν τη φιλοσοφική λίθο της κομμουνιστικής συμπεριφοράς, μια εξομολόγηση χωρίς τον κυνισμό του πιστού που ψιθυρίζει τις αμαρτίες του στον εξομολογητή του. Την αυτοκριτική την έκανες με δυνατή φωνή, κοιτάζοντας στα μάτια τον εξεταστή σου. Χώρια απ’ αυτό, συνοδευόταν και με την απαράβατη υπόσχεση ν’ αλλάξεις ρότα, να μην τα ξανακάνεις σκατά, αλλά επειδή οι τελετουργίες προηγήθηκαν των ανθρώπων με εγκέφαλο ανθρώπου, κατάπια τον καυτό χυλό του εγωισμού μου.
«Παραδέχομαι ότι δεν ενήργησα σωστά, παρέβην την προλεταριακή ηθική και υπόσχομαι να μην επαναληφθεί. Σύντροφε, μπορώ να συνοδεύσω την αδελφή σου στο σινεμά; Το Pacifico παίζει μια καταπληκτική σοβιετική ταινία.»
«Έτσι μπράβο! Δέχομαι την αυτοκριτική σου, αλλά κακομοίρη μου αν η Χενοβέβα γυρίσει σπίτι πιο αργά απ’ τις έντεκα. Πού έχουμε μείνει;»
Ο σύντροφος Μάρκος παρουσίασε μια έκθεση που άρχιζε με την πρόκληση των γιάνκηδων στον Ποταμό Μεκόνγκ, περνούσε απ’ τις δηλώσεις του καρδινάλιου Σπέλμαν και τελείωνε με την περιγραφή κατασκευής φιτιλιού από στουπί, κόλλα και σπίρτα ασφαλείας Copihue, βάσει μιας συνταγής που είχε δει στο περιοδικό «Mecanica Popular».18
«Εγώ κάνω αγγλικά στο Βορειοαμερικανικό Ινστιτούτο της Χιλής» είπε ο Τίνο.
Αυτή η απρόκλητη εξομολόγηση με άφησε άναυδο. Ήταν πια ολοφάνερο ότι ο φιλελευθερισμός των μελών της Σοσιαλιστικής Νεολαίας δεν είχε όρια, οπότε συναδελφώνονταν ανενδοίαστα με τον εχθρό της ανθρωπότητας.
«Και…;» τον ενθάρρυνε να συνεχίσει ο σύντροφος Μάρκος.
«Τις νύχτες δεν περνάει από κει ούτε γάτα. Η τελευταία εκδήλωση τελειώνει στις εννέα, αλλά ο επιστάτης κλειδώνει στις έντεκα και φεύγει για να επιστρέψει το άλλο πρωί στις επτά. Η πόρτα είναι διπλή, βαριά, ξύλινη, κι έχει δύο μπρούντζινα κεφάλια λιονταριού με χαλκάδες για ρόπτρα. Το μαραφέτι μπορεί να μπει μια χαρά στο μουσούδι ενός απ’ τα λιοντάρια.»
Φεύγοντας απ’ το γήπεδο, είχαμε επιτέλους το στόχο της επαναστατικής μας δράσης, κι εγώ μπορούσα να πάω με τη Χενοβέβα να δούμε τον σοβιετικό Άμλετ, με τον ηθοποιό Ιννοκέντι Σμοκτουνόφσκι να ερμηνεύει τον δανό πρίγκιπα όπως δεν έμελλε να το κάνει κανένας άλλος,19 και με μια συγκλονιστική μουσική του Σοστακόβιτς.
Βαδίζαμε στον Παναμερικανικό Αυτοκινητόδρομο με σκοπό να φάμε κανένα από εκείνα τα τεράστια και παννόστιμα σάντουιτς που πουλούσαν φορτηγατζήδες έξω απ’ τις νταλίκες τους, όταν το μουγκρητό της μηχανής τού Τίνο μάς έκανε να στρίψουμε το κεφάλι.
Ε λοιπόν, κάθε φορά που έβλεπα τον Τίνο, τον αντιπαθούσα και πιο πολύ. Κάτι τεράστια γυαλιά μοτοσικλετιστή του Afrika Korps κάλυπταν το μισό του κεφάλι. Μας πλησίασε, έσβησε τη μηχανή και μας περιεργάστηκε χωρίς να βγάλει τα γυαλιά του.
«Ξέχασα κάτι σημαντικό» είπε.
«Σ’ ακούμε» απάντησε ο σύντροφος Μάρκος.
«Πρέπει να το κάνουμε απόψε, γιατί αύριο πάω στο χωράφι. Ο πατέρας μου έχει ένα μποστάνι με ντομάτες και μου ’χει αναθέσει να τις κόψω. Τα λέμε τα μεσάνυχτα στην Πλατεία Σάντα Άνα.»
«Αδυνατώ να βρω την παραμικρή σχέση ανάμεσα σε μια επαναστατική πράξη και τις ντομάτες του πατέρα σου» είπα.
«Οι ντομάτες είναι κόκκινες» μου απάντησε.
Έβαλε μπρος για να φύγει γρήγορα, αλλά ο Μάρκος τού ’κοψε το δρόμο.
«Κάθε επαναστατική πράξη έχει κωδικό όνομα» είπε ο Μάρκος με επίσημη φωνή, «και όσοι παίρνουν μέρος σ’ αυτήν γνωρίζονται μεταξύ τους μόνο με τα πολεμικά τους ονόματα. Προτείνω να ονομάσουμε την πράξη “Επιχείρηση Βο Νγκουέν Γκιαπ”.»
«Σε ποια ομάδα παίζει αυτός;» ρώτησε ο Τίνο, πάντα κρυμμένος πίσω απ’ τα τζάμια του Afrika Korps.
«Είναι ο αρχιστράτηγος του λαού του Βιετνάμ!» εξερράγη ο Μάρκος, σφόδρα ενοχλημένος απ’ τον ιταμό φιλελευθερισμό του Τίνο.
«Εντάξει, εντάξει. Όπως θέλετε. Και γι’ αυτά τα…πολεμικά ονόματα, πώς τα είπατε, έχετε καμιά ιδέα;»
Ο σύντροφος Μάρκος έφερε το ’να του χέρι στο μέτωπο, συλλογίστηκε λίγη ώρα, και στο τέλος είπε ότι το πολεμικό του όνομα ήταν Τσαπάγιεφ. Έκανα κι εγώ το ίδιο, έψαξα ανάμεσα στα είδωλά μου, απέρριψα το Σαντοκάν και το Πλοίαρχος Νέμο, και κατέληξα στο Πάβελ, από τον Πάβελ Κορτσάγκιν, τον κομσομόλο ήρωα του Πώς δενότανε τ’ ατσάλι.
Όταν έφτασε η σειρά του, ο Τίνο δεν άργησε παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα για να δηλώσει ότι το πολεμικό του όνομα ήταν Τσαμάκο Βαλδές.20
«Μα αυτός είναι ποδοσφαιριστής, δεν είναι λαϊκός αγωνιστής!» είπαμε σκανδαλισμένοι.
«Ο Τσαμάκο αγωνίζεται σαν θηρίο ανήμερο. Μεσάνυχτα στην Πλατεία Σάντα Άνα!» φώναξε ο Τίνο κι απομακρύνθηκε μέσα στον πάταγο της μοτοσικλέτας του.

Μεσάνυχτα παρά τέταρτο, οι σύντροφοι Τσαπάγιεφ και Πάβελ κάθισαν σ’ ένα απ’ τα σιδερένια παγκάκια της Πλατείας Σάντα Άνα, άναψαν από ένα τσιγάρο και μελέτησαν το σχέδιο δράσης τους.
Όταν θα έφτανε ο Τσαμάκο Βαλδές, θα χαιρετιόνταν από μακριά, κι εκείνος θα τραβούσε με τη μοτοσικλέτα του προς τη γωνία των οδών Αγουστίνας και Σαν Μαρτίν, θα επαλήθευε ότι οι πόρτες του Βορειοαμερικανικού Ινστιτούτου της Χιλής ήταν κλειστές, κι αν όλα ήταν εντάξει, θα περίμενε με τη μηχανή αναμμένη τους άλλους δύο συντρόφους, οι οποίοι θα τοποθετούσαν το εκρηκτικό στο μουσούδι ενός από τα μπρούντζινα λιοντάρια, θ’ άναβαν το φιτίλι και θ’ απομακρύνονταν και οι τρεις με τη μοτοσικλέτα. Μετά, θα χωρίζονταν, και οι σύντροφοι Τσαπάγιεφ και Πάβελ θα πήγαιναν στους τηλεφωνικούς θαλάμους τής Κεντρικής Πλατείας, εφοδιασμένοι με τον ακριβή αριθμό κερμάτων που τους χρειάζονταν, και θα τηλεφωνούσαν στην εφημερίδα «Εl Clarin» προκειμένου να την ενημερώσουν για την επαναστατική πράξη εναντίον του βορειοαμερικανικού ιμπεριαλισμού. Σε λίγες ώρες, η είδηση θα έκανε το γύρο του κόσμου και θα έφτανε ώς τους μαχητές Βιετκόνγκ. Τα παιδιά του Χο Τσι Μινχ θα μάθαιναν ότι δεν ήταν μόνα στον αγώνα τους, ότι και οι χιλιάνοι σύντροφοί τους έδιναν τη λυσσαλέα μάχη τους κατά του ιμπεριαλιστή εισβολέα.
Το σχέδιο εκτελέστηκε κατά γράμμα. Μεσάνυχτα ακριβώς, ο Τσαμάκο Βαλδές έκανε την εμφάνισή του στην Πλατεία Σάντα Άνα και συνέχισε την πορεία του σύμφωνα με το σχέδιο. Δέκα λεπτά αργότερα, οι σύντροφοι Τσαπάγιεφ και Πάβελ σταματούσαν μπροστά στην περίτεχνη διπλή ξύλινη πόρτα κι ετοιμάζονταν να τοποθετήσουν το εκρηκτικό στο μουσούδι ενός από τα μπρούντζινα λιοντάρια.
«Γαμώ την πουτάνα μου!» βλαστήμησε ο σύντροφος Μάρκος.
«Άσε τώρα τις πουτάνες κι άναψε το φιτίλι να φεύγουμε» ψιθύρισε ο Τίνο με τη μηχανή αναμμένη.
«Τα στόματα των λιονταριών δεν είναι κούφια!» παραλίγο να φωνάξει ο σύντροφος Μάρκος.
«Τα ρόπτρα!» ξαναψιθύρισε ο Τίνο. «Βάλ’ το κάτω από ένα ρόπτρο!»
Κι αυτό κάναμε: εγώ σήκωσα το ένα ρόπτρο και ο σύντροφος Μάρκος τοποθέτησε από κάτω τον ατσάλινο σωλήνα. Αφού τον στερεώσαμε καλά, ανάψαμε το φιτίλι, που αμέσως άρχισε να βγάζει γαλάζιες σπίθες.
Οι Βιετναμέζοι νίκησαν τους Γάλλους στο Ντιεν Μπιεν Φου υπερνικώντας πλήθος δυσκολίες. Αυτό αναλογιζόμουν ενώ προσπαθούσαμε να βολευτούμε στη μικρή μοτοσικλέτα Sachs, πιο κατάλληλη για τα κορίτσια της γειτονιάς που τα πήγαινε βόλτα ο Τίνο, παρά για να φυγαδεύσει τρεις αγωνιστές που δε χωρούσαν να καθίσουν στο μικροσκοπικό κάθισμα.
Ο Μάο είπε ότι μια σπίθα μπορεί ν’ ανάψει φωτιά σ’ όλο τον κάμπο, ο Τρότσκι έγραψε ότι καμιά φορά η Ιστορία σκαρώνει κακόγουστες φάρσες, ο Λένιν τόνισε πως, όσο λαμπρή κι αν είναι η εμπειρική ανάλυση, πάντα επικρατούν τα επίμονα γεγονότα. Και το πιο επίμονο γεγονός στην περίπτωσή μας ήταν ότι, επειδή το ρόπτρο δεν άντεξε το βάρος, ο ατσάλινος σωλήνας έπεσε και, βγάζοντας τις τελευταίες γαλάζιες σπίθες του, τσούλησε μαζί με το φιτίλι προς το μέρος μας.

Σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα, δεν καταφέρνω να φέρω στη μνήμη μου την ακριβή στιγμή της έκρηξης. Το μόνο που ξέρω είναι ότι καταλήξαμε και οι τρεις καθισμένοι στη μέση του δρόμου, με τ’ αφτιά μας βουλωμένα από κάτι πυκνό, τυλιγμένοι με μια καπνιά που μύριζε μπαρούτι και καμένη κόλλα, ενώ, σχεδόν δίπλα μας, η μικρή μοτοσικλέτα του Τίνο φλεγόταν.
Οι περαστικοί που είχαν αρχίσει να μαζεύονται, μιλούσαν για έκρηξη αερίου και μας συνιστούσαν να μην το κουνήσουμε από κει ώσπου να ’ρθει το ασθενοφόρο. Πριν απ’ αυτό, όμως, κατέφθασε η αστυνομία, κι αν κάτι θυμάμαι με απόλυτη διαύγεια, είναι το εμβρόντητο πρόσωπο ενός νεαρού αστυνομικού όταν μας άκουγε να επικαλούμαστε τη Συνθήκη της Γενεύης και να ζητούμε να μας θεωρήσουν αιχμαλώτους πολέμου.
Η Επιχείρηση Βο Νγκουέν Τζιαπ δεν έφτασε ποτέ στ’ αφτιά των μαχητών Βιετκόνγκ, ο Τίνο θρήνησε την απώλεια της μοτοσικλέτας του, ο Μάρκος στάλθηκε απ’ την οικογένειά του στην Κονσεπσιόν, κι εγώ δεν πήγα ποτέ να δω τον Άμλετ με τη Χενοβέβα.
Συγγραφέας:
Σεπούλβεδα, Λουίς
Εκδότης:
Όπερα
Σελίδες:
136
ISBN:
9789608397712
Μεταφραστής:
Κυριακίδης, Αχιλλέας
Ημερομηνία Έκδοσης:
21/7/2015

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!