Επιστολή στον Ντ Αλαμπέρ

Περί των θεαμάτων
Έκπτωση
20%
131692
Συγγραφέας: Ρουσώ, Ζαν Ζακ
Εκδόσεις: Στάχυ
Σελίδες:270
Επιμελητής:Μανιάτης, Γιώργος
Ημερομηνία Έκδοσης:1/1/2001


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο


ΚΡΙΤΙΚΗ



Οι επικριτές της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας βρίσκουν στον Ρουσό έναν μεγάλο πρόδρομο. Οι προβολείς της «κοινωνίας του θεάματος» ρίχνουν πρόσθετο φως και προσδίδουν νέα επικαιρότητα στις επικρίσεις που διατύπωνε το 1758 ο Ρουσό στο θέατρο και στα θεάματα της εποχής του. Η «Επιστολή στον Ντ Αλαμπέρ» γράφτηκε με αφορμή το άρθρο «Γενεύη», το οποίο ο Ντ Αλαμπέρ δημοσίευσε στον 7ο τόμο της «Εγκυκλοπαίδειας». Ο Ρουσό αντιπαρατίθεται στην πρόταση του Ντ Αλαμπέρ για την ίδρυση θεάτρου στην ελβετική πόλη και αναπτύσσει μια γενικότερη κριτική στον πολιτισμό και στα ήθη του καιρού του. Η παθιασμένη πολεμική τού Ρουσό εμπνέεται από τη γνωστή εμμονή του στην αυθεντικότητα, από το μίσος του για την υποκρισία και την πολυτέλεια, από την άρνησή του για κάθε τι το τεχνητό και το ψεύτικο, από τη θέλησή του να υπερασπίσει το «φυσικό άνθρωπο» ενάντια στον «πολιτισμένο».

Ο Ρουσό επικρίνει τις άχρηστες διασκεδάσεις, που είναι κακές «για ένα πλάσμα του οποίου η ζωή είναι τόσο σύντομη και του οποίου ο χρόνος είναι ανεκτίμητος». Το θέατρο και τα θεάματα δεν έχουν τη δύναμη να αλλάζουν τα αισθήματα και να βελτιώνουν ηθικά τον άνθρωπο. Ο στόχος τους είναι να διεγείρουν την περιέργεια του κοινού και να κερδίζουν το χειροκρότημα. Ακολουθούν και εξωραΐζουν επομένως το γενικό γούστο. Οσο πιο μεγάλη είναι η απήχησή τους στο κοινό τόσο πιο καταστροφική είναι η επίδρασή τους στα ανθρώπινα ήθη. «Η διαρκής συγκίνηση που αισθανόμαστε στο θέατρο μας συναρπάζει, μας αποχαυνώνει, μας εξασθενεί και μας κάνει λιγότερο ικανούς να αντισταθούμε στα πάθη μας. Και το στείρο ενδιαφέρον που έχουμε για την αρετή χρησιμεύει μόνο για να ικανοποιήσει τη ματαιοδοξία μας, χωρίς να μας υποχρεώνει να την εξασκήσουμε».

Ο Ρουσό διατυπώνει εδώ προδρομικά πολλά επιχειρήματα, που επαναλαμβάνονται με άλλους όρους και στις μέρες μας -ως στοιχεία κριτικής στην κοινωνία του θεάματος- όπως είναι λ.χ. η ιδέα ότι το θέαμα εμποδίζει την ουσιαστική επικοινωνία και οδηγεί τους ανθρώπους στην απομόνωση («Οι άνθρωποι νομίζουν ότι συναθροίζονται στο θέατρο αλλά είναι εκεί που είναι απομονωμένοι») ή η ιδέα ότι το θέαμα επιβραδύνει τη διανοητική και ηθική ανάπτυξη των ανθρώπων («Το ανθρώπινο πνεύμα... βλέποντας λιγότερα, φαντάζεται περισσότερα») κ.ά.



ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 14/12/2001





ΚΡΙΤΙΚΗ



Ο πλούτος των ιστορικών, φιλοσοφικών, μουσικών και παιδαγωγικών γνώσεων του Ρουσό είναι κάτι το αναμφισβήτητο. Ο συγγραφέας της «Επιστολής στον ντ Αλαμπέρ», με υπότιτλο «Περί θεαμάτων», αποδεικνύει ότι η εμβέλεια των γνωστικών του ενδιαφερόντων περιλαμβάνει και τα τεκταινόμενα στο χώρο των θεαμάτων. Εδώ, υπερασπίζεται μια σταθερή αξία της γνώσης, που σήμερα υποτιμάται, ότι ποτέ δεν απορρίπτεις ή αποδέχεσαι κάτι εάν δεν το γνωρίζεις πολύπλευρα.

Με αφορμή το άρθρο «Γενεύη», το οποίο δημοσίευσε ο Ντ Αλαμπέρ στον 7ο τόμο της «Εγκυκλοπαίδειας», εισηγούμενος την ίδρυση θεάτρου στην πόλη (το άρθρο συμπεριλαμβάνεται σε παράρτημα του βιβλίου) ο Ρουσό εκθέτει με το γνωστό μαχητικό τρόπο του τις απόψεις του για τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα του θεάτρου, χρησιμοποιώντας τις αισθητικές απόψεις του ως εργαλεία αποκάλυψης των κοινωνικών ιδεών του.

Η έννοια της αποξένωσης είναι το θεωρητικό εργαλείο που κατευθύνει τη σκέψη του σε όλη την πνευματική του διαδρομή. Η καλοσύνη του «φυσικού» ανθρώπου χάνεται μέσα στις συμφεροντολογικές διαδρομές του «πολιτισμένου» ανθρώπου. Για τον πρώιμο ακόμη Ρουσό (Πραγματεία περί επιστημών και τεχνών) οι ανάγκες του σώματος είναι «οι βάσεις της κοινωνίας», ενώ οι ανάγκες του πνεύματος αποτελούν «το στολίδι της». Η αποδοχή αυτής της φιλοσοφικής και μεθοδολογικής αρχής είναι προϋπόθεση για την ανάλυση των οποιωνδήποτε μη φυσικών φαινομένων (επιστήμη, τέχνη, πολιτική). Η δεύτερη μεθοδολογική αρχή συνδέεται άμεσα με την πρώτη και αφορά τη θέση του φιλοσόφου ότι στη φύση δεν υπάρχει τίποτε που να είναι απολύτως κακό, ενώ στην ηθικο-κοινωνική τάξη δεν υπάρχει τίποτε που να είναι μόνο καλό ή μόνο κακό. Υπάρχουν, βεβαίως, στην κοινωνία φαινόμενα που είναι καλά στη χρήση τους και αρνητικά στην κατάχρησή τους, ενώ υπάρχουν και αρνητικά από τη φύση τους φαινόμενα. Τα τελευταία δεν αλλάζουν, οποιαδήποτε νομοθεσία και να χρησιμοποιηθεί για την καλύτερη εφαρμογή τους. Ο Ντ Αλαμπέρ πρότεινε να λειτουργήσει θέατρο στη Γενεύη με τη βοήθεια της κατάλληλης νομοθεσίας που θα απέτρεπε τις καταχρήσεις. Ο Ρουσό σαρκάζει αυτή την άποψη, γιατί θεωρεί ότι οι νόμοι, όχι μόνο δεν διαμορφώνουν τις ηθικές αξίες, αλλά, αντιθέτως, «αντλούν την ισχύ τους απ αυτές». Συνεπώς, εάν οι αξίες του θεάτρου είναι ανήθικες, τότε αυτό δεν μπορεί να μεταδώσει σωστά ηθικά μηνύματα.

Στην Επιστολή εξετάζονται τρεις παράγοντες που συνθέτουν τον κόσμο του θεάτρου, το κοινό, τα θεατρικά έργα και οι ηθοποιοί. Το θέατρο δεν είναι τίποτε άλλο από μια μορφή διασκέδασης. Υπάρχουν όμως χρήσιμες και άχρηστες διασκεδάσεις. Οι πρώτες προέρχονται από το μόχθο, τις σχέσεις και τις ανάγκες των ανθρώπων, ενώ οι δεύτερες είναι αυτές που λειτουργούν ως υποκατάστατα, σκιές των σκιών της πραγματικής ζωής. Εάν κανείς υποστηρίζει ότι στο θέατρο διδάσκονται η αρετή και το μίσος προς την κακία, τότε δεν καταλαβαίνει ότι η φύση και η άμεση ζωή τα διδάσκουν αυτά πολύ καλύτερα. Δεν αρκεί όμως αυτό, το κύριο είναι ότι τα θεάματα δεν μπορούν να κρίνονται παρά μόνο από τα αποτελέσματά τους και όχι από τη χρησιμότητά τους. Τα θεάματα, όμως, δεν είναι αποτελεσματικά εάν δεν συνάδουν με το κοινό γούστο. Τα θεάματα κρίνονται αποτελεσματικά ή όχι ανάλογα με τη συγκεκριμένη στιγμή και το λαό μιας χώρας, εάν δηλαδή εκθειάζουν και καλλιεργούν περαιτέρω τα πάθη του. Η σύγκρουση με το κοινό αίσθημα είναι καταστροφική γι αυτά. Αλήθεια, τι περισσότερο υποστηρίζει η σημερινή κριτική κατά της μαζικής κοινωνίας;

Ο μόνος παράγοντας που μπορεί να καταλαγιάσει τα πάθη είναι η λογική και αυτή δεν έχει καμία θέση στο θέατρο, γιατί εάν είχε, τότε κανείς δεν θα θελγόταν απ αυτό. Ο Ρουσό δεν καταδικάζει το θέατρο επειδή εξάπτει τα πάθη, αφού «άνθρωπος χωρίς πάθη είναι μια χίμαιρα», αλλά επειδή αποξενώνει τους ανθρώπους από την πραγματική τους ζωή, η οποία στηρίζεται στο συνδυασμό λογικής και παθών. Παρατηρεί επίσης ότι «οι θεατρικές μιμήσεις μάς αποσπούν περισσότερα δάκρυα απ ό,τι η φυσική παρουσία των μιμούμενων αντικειμένων... προσφέροντας τα δάκρυά μας σ αυτές τις μυθοπλασίες, έχουμε ικανοποιήσει όλα τα δίκαια της ανθρωπιάς, χωρίς να δίνουμε τίποτε περισσότερο δικό μας». Αυτή είναι μια παρατήρηση που εξηγεί καίρια τη θεαματικότητα των σημερινών δελτίων ειδήσεων και των τηλε-σκουπιδιών.

Ο συγγραφέας της Επιστολής δεν καταδικάζει το θέατρο μόνο από την οπτική γωνία του ηθικού περιεχομένου του, αλλά και από την πλευρά της ανάλυσης του κοινού στο οποίο απευθύνεται. Εάν το θέατρο θεωρηθεί ότι δεν είναι κακό από τη φύση του, θα πρέπει να διερευνηθεί εάν γίνεται κακό σε σχέση με τους ανθρώπους για τους οποίους προορίζεται. Σε μια μεγάλη πόλη όπου τα πάθη είναι ήδη εξημμένα, το θέατρο ίσως συμβάλλει στο μετριασμό των συνεπειών τους. Ο Ρουσό βασιζόμενος στις αρχές του σχετικισμού (όχι όμως και τόσο της διαλεκτικής), θεωρεί ότι στις χώρες όπου τα ήθη είναι χαλαρά το θέατρο ασκεί θετική επιρροή, γιατί είναι ευκταίο οι κακοί να ασχολούνται με αυτό, αφού τότε εγκαταλείπουν τις επικίνδυνες ασχολίες τους. Σε μια μικρή πόλη, όπως η Γενεύη, όπου δεν υπάρχουν μιμητικά πρότυπα και πάθη, όπου ο καθένας «εξάγει περισσότερα από τον εαυτό του και βάζει περισσότερα πράγματα σ ό,τι κάνει», τότε εκεί το θέατρο έχει έναν βλαβερό ρόλο, γιατί μειώνει την αυτενέργεια, μεταδίδοντάς τη στη σκηνή.

Ο τρίτος παράγοντας που δέχεται τα κριτικά βέλη του συγγραφέα είναι οι ηθοποιοί. Εδώ ο Ρουσό εκφράζει τις πλέον συντηρητικές απόψεις για το ρόλο των ηθοποιών και κυρίως των γυναικών. Ο ηθοποιός έχει μόνο ένα χάρισμα, να παρουσιάζεται διαφορετικός απ αυτό που είναι. Δεν είναι απατεώνας, καλλιεργεί όμως το ταλέντο της εξαπάτησης των ανθρώπων. Εάν αυτό αφορά τους ηθοποιούς γενικά, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα με τις γυναίκες ηθοποιούς. Αυτές δεν έχουν καμία από τις γυναικείες αρετές. Οι μεγαλύτερες αρετές των γυναικών είναι η συστολή, η σεμνότητα και η αιδώς. Οι γυναίκες ηθοποιοί ευτελίζουν ακριβώς αυτές τις αρετές, οδηγώντας στην ακολασία τους άνδρες. Ο Ρουσό, όπως και ευρύτερα οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού (μην ξεχνάμε το λαϊκίστικο αντιεβραϊσμό του Βολτέρου) σε πολλά θέματα έχουν πέσει θύματα του μεγαλύτερου εχθρού τους, των προκαταλήψεων. Αποδεικνύουν, όμως, ότι ο δρόμος για τη συνεχή κατάκτηση της γνώσης είναι δύσβατος ακόμη και για τα πιο μεγάλα πνεύματα.

Παρά το δογματισμό και τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα πολλών εκ των θέσεων του Ρουσό (η «φυσική κοινωνία», για παράδειγμα, εκλαμβάνεται ως ιστορικό προηγούμενο και πρότυπο και όχι ως ιδεότυπος ή η άποψη της υπαγωγής της πολιτικής συμμετοχής σε καταναγκασμούς), κρίνουμε μάλλον υπερβολική την κατάταξή του από τον Αϊζάια Μπερλίν στους έξι μεγαλύτερους εχθρούς τής ελευθερίας. Αξίζει να σημειώσουμε, πάντως, ότι η προτεινόμενη από τον Ρουσό εναλλακτική λύση στο θέατρο είναι οι λαϊκές γιορτές και οι λέσχες συζητήσεων (κάτι σαν τα δικά μας καφενεία), «που έχουν κάτι το απλό και το αθώο που ταιριάζει στις δημοκρατικές ηθικές αξίες». Σ αυτές τις λέσχες η ζωή είναι πιο άμεση, παρά τις καταχρήσεις του αλκοόλ. Σε τελική ανάλυση «αυτοί που πίνουν είναι εγκάρδιοι και ειλικρινείς», ενώ «το ποτό είναι το μόνο τους ψεγάδι».



ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 07/06/2002






ΚΡΙΤΙΚΗ



όψιμη εκδοτική εμμονή με τον Ρουσώ (Ρουσσώ, Ρουσό ή όπως αλλιώς τον πολιτογραφούν τα μετανεωτερικά γλωσσικά μας ήθη) είχε πολύ άνισα αποτελέσματα, καθ ότι η ευφάνταστη μεταφραστική μας πρακτική άλλοτε μεν σεβάστηκε, άλλοτε δε βεβήλωσε άγρια το έργο του μεγάλου στοχαστή.

Είδαν τελευταία το φως αξιομνημόνευτες μεταφράσεις του Ρουσώ, όπως αυτή των Εξομολογήσεων της Αλεξάνδρας Παπαθανασοπούλου (επίλογος Κ. Ψυχοπαίδη, Ιδεόγραμμα, 1997) και πρόσφατα η υποδειγματική εκείνη των Γραμμάτων από το βουνό της Κατερίνας Κέη (σε επιμέλεια και με θαυμάσια εισαγωγή του Α. Χρύση, Στάχυ, 2002), τέκνα περιπόθητα ερωτικής συνεύρεσης μεταφραζομένου και μεταφραστή, γλώσσας-πηγής και γλώσσας-στόχου, γαλλόφωνου διαφωτισμού και ελληνόφωνης φωτεινότητας: «τόκος εν τω καλώ» όπως θα έλεγε και η πλατωνική Διοτίμα· τούτοι οι οιστρήλατοι μεταφραστές «εν ταις ψυχαίς κυούσιν». Στα πλαϊνά κρεβάτια όμως, τι πρόωροι τοκετοί, τι εμβρυουλκοί, τι αμβλώσεις, τι δράματα!

Πρώτο κρούσμα η μετάφραση του Αιμίλιος ή περί αγωγής που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πλέθρον [η μετάφραση του Α τόμου (2001) έχει γίνει από την Πολυτίμη Γκέκα και η επιμέλεια από τον Γιώργο Σπανό· οι δυο τους μεταφράζουν και επιμελούνται από κοινού τον Β τόμο (2002)]. Δεν θα επεκταθώ στις μεταφραστικές τους ατασθαλίες και στις πραγματολογικές τους ανακρίβειες, έχουν ήδη αρκούντως επισημανθεί και από τον Στάντη Αποστολίδη («Ελευθεροτυπία», 31.8.2001) και από τον Σωτήρη Βανδώρο («Το Βήμα», 2.6.2002).

Δεύτερο κρούσμα και απείρως σοβαρότερο, η επιεικέστατα απαράδεκτη μετάφραση της Επιστολής στον Ντ Αλαμπέρ (Περί των θεαμάτων): πρόκειται για ένα θεμελιώδες αν και σχετικά παραγνωρισμένο κείμενο που ο Ρουσώ εξέδωσε το 1758 απαντώντας στο λήμμα «Γενεύη» του 7ου τόμου της Εγκυκλοπαίδειας, το οποίο συνέταξε ο γάλλος φιλόσοφος Ντ Αλαμπέρ, επιχειρώντας να επιτύχει την ίδρυση αριστοκρατικού γαλλικού θεάτρου στη Γενεύη. Η ανοιχτή επιστολή του Ρουσώ είναι κείμενο πύρινης πολεμικής ενάντια στην επικράτηση, μέσω του θεάτρου, των πολιτικών, ηθικών και αισθητικών αξιών της εκμαυλισμένης - κατ αυτόν - γαλλικής μοναρχίας, αλλά και κοινωνικοπολιτικό μανιφέστο σπάνιας ρητορικής δεινότητας, όπου ο ελβετός στοχαστής αντιπαραβάλλει στο γαλλικό σύστημα το εξιδανικευμένο πρότυπο της Γενεύης, τα ανεπιτήδευτα ήθη του λαού της, την ανόθευτη αγνότητα της σπαρτιάτικης Δημοκρατίας της. Πέραν του ιστορικού του ενδιαφέροντος είναι - όπως ορθά παρατηρεί ο Γ. Μανιάτης - και έργο άκρως επίκαιρο, καθώς συζητά το κοινωνικό κόστος των θεαμάτων, τη θέση που πρέπει να έχουν οι γυναίκες στη δημόσια ζωή (κατά τον Ρουσώ, ουδεμία!), την επιτακτική ανάγκη συντήρησης των παραδοσιακών κοινωνιών σε πείσμα των συρμών που τις αλλοτριώνουν και τις εξαχρειώνουν.

Οπως και να έχει το πράγμα, η έκκληση του Ρουσώ εισακούστηκε και, όσο ήταν αυτός εν ζωή, η πατρίδα του αντιστάθηκε σθεναρά στις φιλοθεάμονες Σειρήνες: το πλανερό γαλλικό θέατρο δεν κατάφερε να εκπορθήσει την πόλη του Καλβίνου!



Πολλαπλά πταίσματα



Η ανά χείρας μετάφραση είναι του Γιώργου Μητρόπουλου (οι σημειώσεις, καίτοι αποδίδονται καταχρηστικά στον μεταφραστή, είναι ανομολόγητη συρραφή σχολίων δανεισμένων από τα Απαντα του Ρουσώ της Pleiade). Η εισαγωγή και η επιμέλεια είναι του καθηγητή Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργου Μανιάτη (υπευθύνου της σειράς Ιδέες - Κλασικά Κείμενα των εκδόσεων Στάχυ, όπου εκδόθηκαν, οφείλω να πω, και τα προαναφερθέντα έξοχα Γράμματα από το βουνό).

Διερωτώμαι ποιος είναι ο ρόλος ενός διευθυντή σειράς, πολλώ μάλλον ενός επιμελητή έκδοσης αν διαφεύγει της προσοχής του ένα τόσο καθολικό μεταφραστικό ατόπημα. Γνωρίζει, άραγε, ο Γ. Μανιάτης στοιχειωδώς τη γαλλική; Ομιλεί ελληνικά; Αν ναι, τότε μάλλον δεν θα μπήκε στον κόπο να διατρέξει καν το εν λόγω κείμενο, γιατί αν το είχε κάνει θα είχε διαπιστώσει την κραυγαλέα κακοποίηση του ρουσωικού λόγου!

Απορώ δε πώς ένας σοβαρός σχολιαστής όπως ο Σ. Βανδώρος μπορεί να θεωρεί «ευτύχημα ότι η ελληνική έκδοση έπεσε σε καλά χέρια» και να κρίνει ότι «ο Γ. Μητρόπουλος προσφέρει μια μετάφραση αξιόπιστη, σε γλώσσα ρέουσα», ενώ συγχρόνως επισημαίνει τη «μοναδική ίσως αστοχία, της απόδοσης, σε ορισμένα βασικά σημεία, του citoyen ως κατοίκου αντί για πολίτη» («Διαβάζω», Ιούνιος 2002, σ. 73): το πρώτο «βασικό σημείο» δεν είναι άλλο από τον τίτλο της αρχικής γαλλικής έκδοσης, όπου ο Ρουσώ διατρανώνει περήφανα την υπαγωγή του στους citoyens de Geneve. Δεν πρόκειται για αστοχία, πρόκειται για ασυγχώρητο λάθος: πρώτον, ο Ρουσώ αν και πολίτης δεν ήταν κάτοικος Γενεύης· δεύτερον, η λέξη citoyen κατονομάζει τη μεσαία τάξη της Δημοκρατίας της Γενεύης, αυτή των πολιτών/αστών στην οποία ανήκε ο φιλόσοφος· τρίτον, ο όρος citoyen είχε ως γνωστόν, ιδίως την εποχή εκείνη, βαρυσήμαντα πολιτικά και φιλοσοφικά συμφραζόμενα: η χρήση του στον τίτλο τονίζει εμμέσως πλην σαφώς την αντίθεση ανάμεσα στον Ρουσώ και στον Ντ Αλαμπέρ, ανάμεσα στον ελεύθερο πολίτη της μικρής Δημοκρατίας της Γενεύης και στον υποτελή υπήκοο της γείτονος γαλλικής δεσποτείας.

Και να ήταν μονάχα αυτό! Ακολουθούν άπειρα και δυσπερίγραπτα γλωσσικά, συντακτικά, σημασιολογικά, υφολογικά, πραγματολογικά πταίσματα, ενίοτε ευτράπελα. Θα αναφέρω ελάχιστα εξ αυτών, απλώς ενδεικτικά: ο ministre (διαμαρτυρόμενος ιερέας) γίνεται «υπουργός», ούτως ώστε συναντάμε το φαιδρό «δόγμα των υπουργών μας» (σ. 38), ενώ οι καθολικοί κληρικοί (pretres) αναβαπτίζονται επί το ορθοδοξώτερον σε «παπάδες» (σ. 31), ο δε ρωμαϊκός ιππόδρομος (cirque) εκσυγχρονίζεται σε «τσίρκο» (σ. 50)· έχουμε εκπυρσοκροτήσεις βαρβαρισμών: «κάνει τα πράγματα να φαίνονται ως σωστά», «στοχεύουν στην ενοχοποίησή τους [των γυναικών] με μια ανόητη ματαιοδοξία» (σ. 105), «τα πάντα θα τους βοηθούν να δραπετεύουν από τους νόμους που μπλέκονται στα πόδια τους» (σ. 226)· έχουμε σωρεία νεολογισμών (που δεν αρμόζουν σε κείμενο του 18ου αιώνα) όπως «κοινωνικές δυσλειτουργίες» (σ. 89), «ρίσκο» (σ. 92), «σχηματοποιήσουν» (σ. 106).



Παρανοήσεις και ασυναρτησίες



Μύριες παρανοήσεις και νοηματικές ασυναρτησίες: αντί του ορθού «να που ξαφνικά ο αλαζόνας δογματικός αποστομώνεται» (voila tout dun coup le fier dogmatique arrete), έχουμε το ζοφώδες «μ ένα χτύπημα ο αλαζόνας δογματικός σταματάει» (σ.41) - με δυο χτυπήματα δηλαδή ξαναπαίρνει μπρος; Ή το απίστευτο: «και αυτές οι ανάγκες [αντί «απολαύσεις» (plaisirs)] είναι γλυκύτερες γι αυτόν που τις γεύεται έχοντας μια υγιή ψυχή του είναι υγιέστερη και κάνουν όποιον γνωρίζει να τις απολαμβάνει αδιάφορο για όλες τις άλλες» (σ.49) (ορκίζομαι ότι παραθέτω αυτολεξεί!). Εχουμε επίσης μια γενικευμένη (ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός) «διασαλάτωση» των μεταφορών: «Αφού συμβουλεύεται για άλλη μια φορά την καρδιά του, ο Τίτος, επιθυμώντας να μην παραβιάσει τους νόμους της Ρώμης αλλά και να μην ξεπουλήσει την ευτυχία του στο βωμό της φιλοδοξίας [vendre le bonheur a lambition] εμφανίζεται με εντελώς αντίθετες ηθικές αρχές και αποποιείται το θρόνο στα πόδια της Βερενίκης»! Είναι τάχα ο βωμός πάγκος λαϊκής αγοράς όπου διατίθενται ευτυχίες σε τιμή ευκαιρίας;

Κατακρεουργείται η ρητορικότητα της ρουσωικής γραφής, τόσο στο επίπεδο της συντακτικής δομής (συστηματική ακύρωση π.χ. του ρυθμικού μακροπερίοδου λόγου με τις κοφτές ημιπεριόδους) όσο και σ αυτό των παραλληλισμών και των επαναλήψεων που κορυφώνουν την ένταση του δημηγορικού τόνου· λιανίζεται αλύπητα το σκωπτικό πνεύμα, η λεπτή ειρωνεία του λογοτέχνη (γιατί ο Ρουσώ, παρ όλες τις διαβεβαιώσεις του περί του αντιθέτου, δίκην captatio benevolentiae, είναι απαράμιλλος στυλίστας!).

Τέλος, ας επισημάνω ότι οι αναγραφόμενοι γαλλιστί Atree και Mahomet είναι επίσης γνωστοί παρ ημίν ως Ατρέας και Μωάμεθ! Οτι οι Attellanes είναι τα Αττελανά δράματα, ότι το Molard όχι μόνο «ήταν» αλλά εξακολουθεί να είναι το επίκεντρο της εμπορικής ζωής της Γενεύης, ότι το indigo που μένει αμετάφραστο είναι το γνωστό μας λουλάκι!

Δεν γνωρίζω τον Γ. Μητρόπουλο, εικάζω όμως από το ύφος του και το γλωσσικό του ιδίωμα [«σέκτα» (σ. 38), «σοκάρω» (σ. 99, 104)] ότι είναι ακόμη νέος και άπειρος· ότι δεν συνειδητοποιεί το τεράστιο ειδικό βάρος του κλασικού έργου που καλείται να μεταφράσει, ούτε πόση ωριμότητα, γνώση και ταπεινότητα χρειάζονται για να καταπιαστεί κανείς μ ένα τέτοιο κείμενο. Η ευθύνη λοιπόν δεν βαραίνει τον ίδιο αλλά αυτόν που του ανέθεσε τη μετάφραση και που υπέγραψε ελαφρά τη καρδία την επιμέλειά της.

Πάντως όσοι θα επιχειρήσουν να προσεγγίσουν την Επιστολή στον Ντ Αλαμπέρ μέσα από τούτο το μετάφρασμα ευλόγως θα απορήσουν: «Μα είναι δυνατόν να είναι αυτός ο μελίρρυτος Ρουσώ; Είναι δυνατόν ν αραδιάζει ο περιλάλητος αυτός στοχαστής τόσες ακατονόμαστες ανοησίες;». Το βιβλίο θα τους πέσει από τα χέρια και είναι πραγματικά κρίμα!



Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου (ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και μεταφράστρια)

ΤΟ ΒΗΜΑ , 28-07-2002
Συγγραφέας:
Ρουσώ, Ζαν Ζακ
Εκδότης:
Στάχυ
Σελίδες:
270
ISBN:
9789608032729
Επιμελητής:
Μανιάτης, Γιώργος
Μεταφραστής:
Μητρόπουλος, Γιώργος
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/1/2001

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική