Χέγκελ. Από τα πρώτα πολιτικά κείμενα στην Φαινομενολογία του Πνεύματος

Έκπτωση
40%
151143
Συγγραφέας: Ψυχοπαίδης, Κοσμάς
Εκδόσεις: Πόλις
Σελίδες:324
Ημερομηνία Έκδοσης:1/4/2003


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο


Ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης εξετάζει ορισμένα σημαντικά μοτίβα που σημάδεψαν την πορεία της εγελιανής σκέψης από τα πρώτα φιλοσοφικά κείμενα της Βέρνης μέχρι και τις αναλύσεις της Φαινομενολογίας του Πνεύματος. Τα μοτίβα αυτά αφορούν τις διαφορετικές σημασίες που έλαβε η διαλεκτική μέθοδος κατά την εξέλιξηη αυτή, οπότε αφορούν και το πρόβλημα της γένεσης της εγελιανής διαλεκτικής καθώς και το πρόβλημα της διαλεκτικής συγκρότησης της έννοιας της κοινωνίας και της πολιτικής. Μερικά από τα προβλήματα που αναλύονται εδώ μοιάζουν να έχουν μια επικαιρότητα που ξαφνιάζει, όπως είναι τα προβλήματα που αφορούν την σημερινή κοινωνική και πολιτική κατάσταση του κόσμου. [...]

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου







ΚΡΙΤΙΚΗ



Δεν είχαν ακόμη κοπάσει οι αντιπαραθέσεις των μαθητών του Χέγκελ για το αυθεντικό νόημα της πολιτικής του φιλοσοφίας όταν στην αυγή του 20ού αιώνα το σύνθημα «πίσω στον Καντ» σήμανε το τέλος των υπερβολικών προσδοκιών. Τότε αρχίζει ο Ντιλτάυ να ενδιαφέρεται για τη «νεανική ιστορία του Χέγκελ». Από τις έρευνές του ορμώμενος ο μαθητής του Νολ δημοσιεύει το 1907 τα πρώιμα κείμενα του Χέγκελ υπό τον ενδεικτικό τίτλο: «Τα θεολογικά νεανικά γραπτά του Χέγκελ». Το 1948 ο Λούκατς καταγγέλλει την ερμηνεία τους ως «αντιδραστικό μύθο» και αναδεικνύει στη μονογραφία του Ο νεαρός Χέγκελ την πολιτική διάσταση των νεανικών γραπτών του μεγάλου στοχαστή.

Στη μελέτη του για τον νεαρό Χέγκελ ο Ψυχοπαίδης απορρίπτει αμφότερες τις προσεγγίσεις ως μονομερείς: στις κοινωνίες που αναλύει ο Χέγκελ το πολιτικό στοιχείο συνδέεται άρρηκτα με το θρησκευτικό. Hδη στα κείμενα της Βέρνης (1793-96) η κριτική της θρησκευτικής αυθεντίας προβάλλει ως όρος για την κριτική μιας κοινωνίας που αγνοεί το χωρισμό κράτους και εκκλησίας. Η κριτική όμως αυτή δεν υποκαθιστά την εκκλησιαστική αυθεντία με τον ατομικισμό των αστών ιδιοκτητών. Η θρησκευτική εμπειρία εξακολουθεί να αποτελεί το προνομιακό πεδίο για τη θεμελίωση μιας θεωρίας των πολιτικών θεσμών με άξονα την καντιανή έννοια της ηθικής ελευθερίας. Για να αποκρούσει τις επιθέσεις των θεολόγων ο Χέγκελ αποκόπτει τη διδασκαλία του Καντ από κάθε αναφορά σε έναν υπερβατικό Θεό. Η ελευθερία είναι αυτάρκης και ανεξάρτητη από την ελπίδα για ανταμοιβή. Μόνο όπου επικρατεί δουλικό πνεύμα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι όποιος πέθανε για μια δίκαιη υπόθεση άξιζε να έχει καλύτερη μοίρα.



Tα κείμενα της Φρανκφούρτης



Παρότι στη διαμάχη κράτους και εκκλησίας ο Χέγκελ τοποθετείται υπέρ του πρώτου, ωστόσο δεν παραιτείται από την ιδέα μιας δημόσιας θρησκείας των πολιτών, την οποία αρχίζει να επεξεργάζεται στα κείμενα της Φρανκφούρτης (1797-1800). Εδώ, σημειώνει ο Ψυχοπαίδης, παρατηρείται μια μετατόπιση των στρατηγικών του Χέγκελ ως προς τη θεμελίωση των πολιτικών θεσμών. Μια θεμελίωση με αναφορά στην αρχή της υποκειμενικότητας κρίνεται ανέφικτη. Η μετατόπιση αυτή οφείλεται στις συνομιλίες του με τον ποιητή Χέλντερλιν. Ο Χέλντερλιν αμφισβητεί την καντιανή θέση ότι η φιλοσοφία οφείλει να εκκινεί από την ενότητα της συνείδησης του «εγώ». Πιστεύει ότι η παράσταση ενός απόλυτου εγώ στερείται νοήματος: το εγώ είναι νοητό πάντα ως σύστοιχο της συνείδησης των αντικειμένων. Θεωρεί, συνεπώς, αναγκαία την ύπαρξη μιας πρωτογενούς ενότητας πριν από το εγώ, την οποία ονομάζει «είναι».

Ο Χέγκελ παραιτείται από τα καντιανά θεμέλια της σκέψης του. Πείθεται από τον Χέλντερλιν ότι η ελευθερία δεν είναι μόνο μορφή αυτοσχεσίας αλλά και αφοσίωση σε κάτι άλλο, ότι ο άλλος δεν είναι όριο αλλά όρος της ελευθερίας μου, ότι η «αγάπη» είναι η δύναμη που συναιρεί υποκείμενο και αντικείμενο σε μιαν αρραγή ενότητα. Hδη όμως στην Ιένα (1801-7) γίνονται ορατές οι διαφορές τους. Η «αγάπη» στον Χέγκελ ως αυτόθετη ενότητα υποκειμένου και αντικειμένου δεν κατευθύνεται προς κάτι που προηγείται αυτής ούτε επιδιώκει να παραγάγει κάτι διακριτό από την ενοποιό της δύναμη. Το απόλυτο είναι το ίδιο το «συμβάν» της συνένωσης και όχι κάποιο «θεμέλιο», από το οποίο τούτη παράγεται· δεν έχει λοιπόν το χαρακτήρα «είναι» αλλά «πνεύματος»: είναι διαλεκτική διαδικασία στην οποία η σχέση του υποκειμένου με τον εαυτό του μεταπλάθεται βαθμιαία σε σχέση με κάτι ξένο, υπό την κυριαρχία του οποίου το υποκείμενο περιέρχεται, για να επιστρέψει τελικά εμπλουτισμένο στον εαυτό του.



Tο εγώ



Αυτή η ιδέα περί ενός απολύτου που προηγείται του εγώ αλλά συνάμα νοείται σύμφωνα με τη δομή του αυτοαναφορικού υποκειμένου ενθαρρύνει τον Χέγκελ να επαναπροσδιορίσει τη σχέση κράτους και κοινωνίας. Ο Ψυχοπαίδης, σχολιάζοντας την «Πραγματική Φιλοσοφία της Ιένας» και τη «Φαινομενολογία του Πνεύματος», υπογραμμίζει ότι η κριτική του Χέγκελ στην αστική κοινωνία αφορά τη φιλελεύθερη αντίληψη του κράτους ως εργαλείου ικανοποίησης αναγκών. Το πρότυπο για την κριτική του είναι η αρχαία «πόλις», όπου η κοινότητα είναι και η ουσία του προσωπικού βίου. Η αρχή όμως της αστικής κοινωνίας δεν απορρίπτεται. Η ιδιοκτησία έχει αποβεί μοίρα. Oπως η αρχαία ιδέα του κράτους είναι το μέτρο για την κριτική της αστικής κοινωνίας έτσι και η ατομικιστική αρχή της αστικής κοινωνίας παρέχει το κριτήριο για την αποτίμηση της «πόλεως». Το αρχαίο κράτος έχει έναντι του νεωτερικού το πλεονέκτημα της οργανικής ενότητας, αλλά είναι ένα κράτος όπου το άτομο δεν έχει ακόμη χειραφετηθεί. Η νέα αρχή, στην οποία υποτάχτηκε η «πόλις», είναι η ιδέα της άπειρα ελεύθερης προσωπικότητας κάθε ανθρώπου ως ανθρώπου, στην οποία ο Χριστιανισμός προσέδωσε οικουμενική αίγλη, θέτοντας όλους τους ανθρώπους στην ίδια σχέση με το Θεό.

Η ιδέα αυτή είναι η ανώτερη που έχει εμφανιστεί στην ιστορία· ανώτερη δεν θα υπάρξει. Εφεξής η ιστορία είναι απλώς πρόοδος στη «συνείδηση» της ελευθερίας: η εξέλιξή της δεσμεύεται από το κανονιστικό πλαίσιο που ορίζει η αρχή της ελευθερίας. Το «πνεύμα», βεβαίως, αδυνατεί να ενσωματώσει πλήρως τη χρονικότητα στην κίνησή του αλλά αφαιρεί από αυτήν οριστικά τη σχετικιστική μορφή της. Απόρροια αυτής της αρχής είναι το νεωτερικό κράτος, στο οποίο η υποκειμενικότητα συμφιλιώνεται με την «ουσιαστική γενικότητα». Το κράτος ως αρχή συμφιλίωσης έχει τώρα τη δύναμη να επιτρέπει στην υποκειμενικότητα να μετεξελίσσεται σε εγωιστική ιδιαιτερότητα, διότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να την επανεντάξει –έστω και υπό την απειλή της εκμηδένισής της– στην ουσιώδη ενότητά του.



Aποτυχία «απόλυτης ελευθερίας»



Στη θέση αυτή ο Χάμπερμας διαβλέπει τον κίνδυνο να μετατραπεί το κράτος σε ένα υπερυποκείμενο που απαιτεί από τα άτομα την πλήρη αποδοχή του. Ο Χέγκελ άγεται σε μιαν αποθέωση του κράτους που παραλύει την κριτική δύναμη των πολιτών. Αποδεκτή γίνεται μόνο η κριτική στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις που μας εμποδίζουν να αναγνωρίσουμε την έλλογη υφή των θεσμών. Ο Ψυχοπαίδης αντιτείνει ότι μια θεωρία των έλλογων θεσμών συναντάμε μόνο στο μεταγενέστερο «σύστημα». Στη Φαινομενολογία ο Χέγκελ δεν επικαλείται την έλλογη ολότητα των θεσμών αλλά την εύθραυστη κρίση ενός κοινού που έχει διαμορφώσει τη συνείδησή του μέσα από την εμπειρία της Γαλλικής Επανάστασης. Η αποτυχία του προτάγματος της «απόλυτης ελευθερίας» ωθεί τον Χέγκελ να κατανοήσει την ιστορική κατάσταση της εποχής του, που είναι και δική μας, ως αντινομική διαδικασία ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού και προσαρμογής, διαφοροποίησης και πειθάρχησης. Και εδώ ακριβώς έγκειται η δυσκολία αλλά και η αναγκαιότητα, όπως σωστά παρατηρεί ο Ψυχοπαίδης, να προσεγγίσουμε σήμερα την πολιτική σκέψη του.



Γ. Ξηροπαΐδης (επίκ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών)

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 29/6/2003






ΚΡΙΤΙΚΗ



Κανένας μεγάλος φιλόσοφος δεν έχει επικριθεί και διασυρθεί από τους πολέμιούς του με τόσο ζήλο και τόσο άδικα όσο ο Χέγκελ (1770-1831). Σε αυτό ίσως να συνέβαλε κάπως και ο ίδιος με το σκοτεινό του ύφος και τις παράτολμες εννοιολογικές του δολιχοδρομίες - ίσως και η πολιτική τύχη κάποιων από τους επιγόνους του. Πίσω από το δαιδαλώδες και πολυσχιδές του «σύστημα» κρύβεται ωστόσο μια ανάγνωση του κόσμου, του ανθρώπου και της Ιστορίας που θα μπορούσε να πείσει ένα πολύ ευρύτερο ακροατήριο από εκείνο που απαρτίζει την κοινότητα των απανταχού εγελιανών εν στενή αλλά και ευρεία εννοία. Ακόμη και αν δεν είχε υπάρξει ποτέ ο μεγάλος ιδεαλιστής φιλόσοφος, θα μπορούσαμε, νομίζω, εύλογα να ισχυρισθούμε, ότι υπάρχει ένας λογικός (και κατ επέκταση γνωσιολογικός και ηθικοπολιτικός) χώρος υποδοχής κάποιων εγελιανών ιδεών. Με την έννοια αυτή κάποιοι γίνονται εγελιανοί αφού διαβάσουν τον Χέγκελ, ενώ κάποιοι άλλοι ήταν πάντοτε εγελιανοί χωρίς να το ξέρουν.



Απλή προπαίδεια



Παρά το γεγονός ότι το ενδιαφέρον για τις εγελιανές σπουδές δεν μειώθηκε ποτέ στα σημαντικά διεθνή κέντρα μελέτης της φιλοσοφίας (δεν νοείται φυσικά σπουδή του γερμανικού ιδεαλισμού χωρίς Χέγκελ), στη σύγχρονη ηθικοπολιτική θεωρητική συζήτηση ο Χέγκελ μοιάζει να κατέχει μια περιφερειακή θέση απέναντι στον Αριστοτέλη, τον Χομπς, τον Καντ ή τον Μιλ. Παρά το γεγονός ότι έχει γράψει μια διάσημη και σπουδαία Φιλοσοφία του Δικαίου, ελάχιστοι συγγραφείς από τον χώρο αυτόν αναφέρονται και επεξεργάζονται την εγελιανή προσέγγιση (λαμπρή εξαίρεση ο ίδιος ο Ρολς και φυσικά ο κοινοτιστής πολιτικός φιλόσοφος Τσαρλς Τέιλορ). Πώς εξηγείται αυτό; Σε έναν βαθμό οφείλεται στην προκατάληψη εναντίον του και στον στιγματισμό του ως αντιφιλελεύθερου φιλοσόφου και υμνητή της πρωσικής απολυταρχίας. Πέρα όμως από τις ακαδημαϊκές μόδες, που και αυτές παίζουν κάποιον ρόλο, είναι γεγονός ότι ο Χέγκελ δεν προσφέρεται για μια γρήγορη και προπαντός αποσπασματική ενασχόληση. Ο Χέγκελ δεν μας ξεγελάει ότι μπορεί να είναι εύκολος σε αντίθεση ίσως με άλλους εξίσου μεγάλους φιλοσόφους.

Κατά τα άλλα και για ποικίλους λόγους, θα λέγαμε ότι το πνεύμα της εποχής μας επιζητεί και ευνοεί μια επιστροφή στις εγελιανές σπουδές. H στροφή του αιώνα σήμανε για την ανθρωπότητα μια σειρά από κοσμογονικές πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές. Πώς θα κατανοήσουμε τη θέση μας στον σύγχρονο κόσμο, πώς θα ερμηνεύσουμε αυτά που συμβαίνουν, πώς θα καθοδηγήσουμε την κρίση μας και την πράξη μας στο σημερινό πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον. H μελέτη του Χέγκελ ίσως να μην ενδείκνυται ως μονοκαλλιέργεια αλλά αποτελεί σίγουρα μια καλή προπαίδεια για τέτοιου είδους ερωτήματα.



Πενιχρή βιβλιογραφία



H μελέτη που εξέδωσε πρόσφατα ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης για τον Χέγκελ έρχεται συνεπώς την κατάλληλη στιγμή για να εμπλουτίσει την ούτως ή άλλως μάλλον πενιχρή ελληνική βιβλιογραφία. Ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει κατά κάποιον τρόπο την εξέλιξη της σκέψης του Χέγκελ από τα νεανικά, μικρότερα και λιγότερο γνωστά γραπτά που προέκυψαν στους ενδιάμεσους κατά κάποιον τρόπο σταθμούς της πνευματικής του σταδιοδρομίας (Βέρνη, Φραγκφούρτη, Ιένα) ως το διάσημο νεανικό του έργο, τη Φαινομενολογία του Πνεύματος (1807). Το ενδιαφέρον αυτών των κειμένων είναι διττό. Πρώτα απ όλα βλέπουμε σε αυτά εν σπέρματι ιδέες που θα αναπτύξει αργότερα ο Χέγκελ στα εκτενέστερα και ωριμότερα κείμενά του και αντιλαμβανόμαστε καλύτερα τα ιστορικά, φιλοσοφικά και πολιτικά συμφραζόμενα μέσα από τα οποία ξεπήδησαν οι ιδέες αυτές. Σε πολλά από τα κείμενα αυτά ο Χέγκελ αντιπαρατίθεται στο φιλοσοφικό παρελθόν, στον φορμαλισμό, στον εμπειρισμό και στον σχετικισμό προετοιμάζοντας την αναγκαιότητα της δικής του πρότασης. H κριτική του στον Καντ, για παράδειγμα, δίκαιη ή άδικη, έχει δώσει τροφή για άπειρες φιλοσοφικές συζητήσεις ως τις μέρες μας.

Τα κείμενα αυτά συνιστούν παράλληλα μικρές και προσιτές εισαγωγές σε ορισμένες από τις θεμελιώδεις εγελιανές ιδέες και μοτίβα, έννοιες και κατηγορίες. H στρωτή, συνεπής και ενίοτε γλαφυρή φιλοσοφική πρόζα του Ψυχοπαίδη μάς εισάγει και μας εκπαιδεύει στον εννοιακό κορμό αλλά και την προϊστορία της εγελιανής διαλεκτικής και στις ποιητικές μεταφορές της, όπως η «τραγωδία της ηθικότητας», η «ωραία ψυχή», ο «αντεστραμμένος κόσμος», η «δυστυχής συνείδηση» και φυσικά η «διαλεκτική του κυρίου και του δούλου».

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό γύρω από τα κείμενα αυτά, που αναγνωρίζει και προβάλλει με μαεστρία το βιβλίο του Ψυχοπαίδη και που έχει να κάνει με μια πλέον άμεση αντίληψη και χρήση της σύγχρονης πολιτικοφιλοσοφικής τους συνάφειας.



Βαρόμετρα εξέλιξης



Ο Χέγκελ συλλαμβάνει από πολύ νωρίς τη σημασία του πολιτισμού και της θρησκείας ως βαρόμετρων στην εξέλιξη της συνείδησης του ανθρωπίνου πνεύματος. Ιστορία είναι ακριβώς ο αγώνας αυτής της συνείδησης προς την ελευθερία. H χάρις και η οργανική αρμονία ενός αρχαίου, ελληνικού τρόπου ζωής, που τόσο θαύμαζε ο Χέγκελ, έχουν χαθεί βέβαια για πάντα. H χριστιανική θρησκεία υπεισήλθε στους νεότερους χρόνους ως συνεκτικός σύνδεσμος και λειτουργικό υποκατάστατο ανάμεσα στο ένα και το όλο, το τώρα και το πάντοτε. Ο Χέγκελ αναστοχάζονταν πάνω σε αυτά τα δεδομένα στο γύρισμα του 18ου προς τον 19ο αιώνα αναζητώντας τους όρους σύλληψης και θέσμησης μιας νέας σχέσης του νεωτερικού ανθρώπου προς τον εαυτό του. Σήμερα οφείλουμε συνεπώς να σκεφθούμε εκ νέου πάνω στους πνευματικούς όρους συγκρότησης του κόσμου μας και τις δυνατότητες προσανατολισμού σε αυτόν, για τα άτομα και τις κοινωνίες ως σύνολα, σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο. Ισως ο Χέγκελ να έχει εδώ κάτι να μας πει.

H θαυμάσια μελέτη του Κοσμά Ψυχοπαίδη, του βαθύτερου γνώστη του γερμανικού ιδεαλισμού στη χώρα μας, μάς προετοιμάζει το έδαφος για μια πρώτη αξιοποίηση των εγελιανών κατηγοριών. Υπάρχουν επιμέρους απορίες και ερωτηματικά για τη σημασία και την αναγκαιότητα κάποιων πτυχών στο όλο οικοδόμημα, και υπάρχει ένα γενικότερο θέμα εναρμονισμού της εγελιανής σκέψης με τις σύγχρονες πολιτικοφιλοσοφικές συζητήσεις, αξίες και μεθόδους. Εχουμε συνεπώς πολλούς και καλούς λόγους να περιμένουμε και συνέχεια.



Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου (καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου)

ΤΟ ΒΗΜΑ, 25-01-2004
Συγγραφέας:
Ψυχοπαίδης, Κοσμάς
Εκδότης:
Πόλις
Σελίδες:
324
ISBN:
9789608132979
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/4/2003

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!