Το φύλο της Δημοκρατίας

Ιδιότητα του πολίτη και έμφυλα υποκείμενα
Έκπτωση
20%
Τιμή Εκδότη: 17.70
14.16
Τιμή Πρωτοπορίας
Υπάρχει και μεταχειρισμένο με €10.62
+
142961
Εκδόσεις: Σαββάλας
Σελίδες:268
Ημερομηνία Έκδοσης:1/7/2002
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Περιορισμένη διαθεσιμότητα
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Το φύλο της σύγχρονης δημοκρατίας είναι ανδρικό. Με το υπάρχον σύστημα σχέσεων των φύλων η "ουσιαστική" δημοκρατία, ακόμη και ως κοινωνική επιδίωξη, είναι αδύνατη. Ο εκσυγχρονισμός της γυναικείας κοινωνικής κατωτερότητας, που επιχειρείται μέσω προνοιακών πολιτικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων, παρά τις επιμέρους βελτιώσεις, αναπαράγει τη διάκριση πολιτών πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Όπως δείχνει άλλωστε και η ελληνική περίπτωση, πολιτικές που δεν αμφισβητούν τη διχοτομία γυναίκες-άνδρες εμπεδώνουν τελικά τον ανδρικό χαρακτήρα της δημοκρατίας. Με αναφορές στην παράδοση της ουτοπικής σκέψης, η συγγραφέας επιχειρεί ένα νέο προσδιορισμό της έμφυλης υπόστασης του υποκειμένου και μας προσφέρει μια ρεαλιστική προοπτική για την υπέρβαση της υπάρχουσας διχοτομίας του φύλου.

Μια υπέρβαση που θα καθοδηγείται από, αλλά και θα οδηγεί σε νέες πολιτικές για τους έμφυλους πολίτες, συμβάλλοντας στην πραγμάτωση μιας ουσιαστικότερης δημοκρατίας.
Στο Παράρτημα για πρώτη φορά, πενήντα χρόνια από της θέσπιση της γυναικείας ψήφου στην Ελλάδα, παρουσιάζονται αναλυτικά στοιχεία για τη συμμετοχή γυναικών στα κέντρα λήψεως πολιτικών αποφάσεων.









ΚΡΙΤΙΚΗ



Πενήντα ακριβώς χρόνια μετά την κατοχύρωση της γυναικείας ψήφου στην Ελλάδα, μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη έρχεται να θέσει -και να συζητήσει με μεγάλη επάρκεια- ένα πρόβλημα το οποίο είτε αποσιωπάται είτε, το συνηθέστερο, αντιμετωπίζεται με τρόπους που εντέλει συμβάλλουν στη διαιώνισή του. Γιατί, περιττό να σημειωθεί, παρά την αισιόδοξη βεβαιότητα των φεμινιστριών του Μεσοπολέμου ότι η ψήφος θα αποτελούσε αφετηρία για το πραγματικό «ξεσκλάβωμα» των γυναικών, η πολιτική ισότητα δεν οδήγησε, στα χρόνια που πέρασαν, ούτε στοιχειωδώς σε ισοκατανομή της πολιτικής εξουσίας μεταξύ των φύλων.

Τα σχετικά εμπειρικά δεδομένα είναι γνωστά: η εικόνα της πολιτικής εξουσίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανδρική, ο χώρος της πολιτικής ανδροκρατείται και οι γυναίκες συνεχίζουν να συμμετέχουν στο πολιτικό παιχνίδι ως πολίτες μιας «άλλης», υποδεέστερης, κατηγορίας. Είναι πλέον αδιαμφισβήτητο ότι η προβληματική σχέση (γυναικείου) φύλου-δημοκρατίας, όχι μόνο δεν επιλύεται, αλλά, αντιθέτως, αποκαλύπτεται σε όλο της το βάθος μετά την κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών. Ενισχύεται έτσι η υπόθεση, σύμφωνα με την οποία η ιδιότητα του πολίτη έχει εγγενώς ανδροκρατικό χαρακτήρα, γι αυτό και η «άθροιση» των γυναικών στα άτομα με πλήρη πολιτικά δικαιώματα δεν στάθηκε ικανή να ανατρέψει τη θλιβερή πραγματικότητα, το γεγονός δηλαδή ότι η δημοκρατία συνιστά ένα ακόμη ανδρικό προνόμιο. Το φύλο της δημοκρατίας (και) στην Ελλάδα συνεχίζει να είναι ανδρικό.

Εξετάζοντας τις αιτίες που οδήγησαν στην προβληματική αυτή σχέση των γυναικών με τη δημοκρατία, η συγγραφέας παρουσιάζει συστηματικά, υποδεικνύοντας το εύρος και την ποιότητά της, τη (κατά κύριο λόγο φεμινιστική) σχετική θεωρητική συζήτηση. Μια συζήτηση, η οποία αγνοείται συστηματικά στην Ελλάδα, όπου οι φεμινιστικές αναλυτικές προσεγγίσεις και πρακτικές ακυρώνονται δίχως ιδιαίτερες αναστολές μέσα από τις στερεότυπες εικόνες του φεμινισμού (των φεμινισμών) και των φεμινιστριών που έχουν από καιρό προταθεί από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Η αναφορά, ωστόσο, στη διεθνή φεμινιστική βιβλιογραφία δεν επιχειρείται «ουδέτερα». Προτείνοντας μια δική της ανάγνωση του πλούσιου όσο και ποικίλου αυτού υλικού, η συγγραφέας καταλήγει σε ενδιαφέροντα και θαρραλέα θεωρητικά συμπεράσματα και, πράγμα διόλου αυτονόητο, τολμά να θίξει τις άμεσες πολιτικές τους συνέπειες.

Αποδεχόμενη τον ορισμό της Αμερικανίδας ιστορικού Τζ. Σκοτ, σύμφωνα με τον οποίο το φύλο, πέρα από συστατικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων και ένας από τους παράγοντες κοινωνικής ανισότητας, συνιστά «πρωταρχικό τρόπο νοηματοδότησης των σχέσεων εξουσίας», η Μ. Παντελίδου-Μαλούτα θέτει ως εξής το ερώτημα στο οποίο καλούμαστε σήμερα να δώσουμε μια πειστική απάντηση: Αν οι γυναίκες, ως γυναίκες, είναι αμφισβητήσιμο ότι θα γίνουν ισότιμοι πολίτες με τους άνδρες, αφού όλα εκείνα στα οποία παραπέμπει η διπολικότητα των φύλων αποκλείουν τις γυναίκες από την ουσιαστική κατοχή της ιδιότητας του πολίτη, και εάν δεν αρκεί πλέον η διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων και ειδικών ρυθμίσεων, ποιες είναι και πώς θα συντελεστούν οι απαραίτητες αλλαγές στο σύστημα σχέσεων των φύλων, ώστε τα έμφυλα υποκείμενα να μπορούν πράγματι να συνυπάρξουν ως ισότιμοι πολίτες; Πώς θα αναιρεθεί, με άλλα λόγια, ο καθιερωμένος τρόπος νοηματοδότησης των σχέσεων εξουσίας ως προς το φύλο, το οποίο προσλαμβάνεται ως διπολικό; Και, στο επίπεδο της πολιτικής θεωρίας, πώς θα διαμορφωθεί μια αντίληψη για το έμφυλο υποκείμενο, που θα επιτρέπει ώστε η οικουμενικότητα να μην αντιπαρατίθεται πλέον στην ιδιαιτερότητα, αλλά να αφομοιώνει, ως αναμενόμενες, την πολλαπλότητα και την πολυμορφία;

Επιχειρώντας να απαντήσει στα ουσιώδη αυτά ερωτήματα, η συγγραφέας συναντά την επιχειρηματολογία εκείνων των φεμινιστριών, οι οποίες υποστηρίζουν την ανάγκη θεωρητικής απόρριψης της ιεραρχικής διχοτομίας γυναίκες-άνδρες, καθώς η διχοτομία αυτή, εκτός από καταπιεστική για όλους και για όλες, προβάλλει πλέον και ως θεωρητικά αβάσιμη. Σύμφωνα με τη μετανεωτερική αυτή προσέγγιση, αφού ξεκίνησε με τη διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων για γυναίκες και άνδρες και αφού επιχείρησε να νομιμοποιήσει τη διαφορά γυναικών-ανδρών ως θεμιτή και όχι ως αξιολογική, η φεμινιστική κριτική σκέψη προχώρησε στην επισήμανση των διαφορών μεταξύ των ίδιων των γυναικών. Διατυπώνοντας, όμως, την ανάγκη να γίνουν αποδεκτές οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις και αντιφάσεις του κάθε ξεχωριστού υποκειμένου, οι φεμινίστριες θεωρητικοί οδηγήθηκαν στην απόρριψη των προκατασκευασμένων ταυτοτήτων που εγκλωβίζουν τα υποκείμενα και κατέληξαν στην αμφισβήτηση της ίδιας της διχοτομίας άνδρες-γυναίκες.

Εξετάζοντας την τολμηρή αυτή θέση κατά τρόπο συνεκτικό και εμπεριστατωμένο, η συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αξίες όπως η ισότητα, η ελευθερία και η αυτοπραγμάτωση, αξίες σύμφυτες με την έννοια της δημοκρατίας, για να μπορέσουν να υλοποιηθούν ως προς το σύστημα σχέσεων των φύλων, προϋποθέτουν την κατάργηση του φύλου. Κατάργηση του φύλου, προφανώς, δεν σημαίνει παρά κατάργηση των κοινωνικών συμφραζομένων που το συγκροτούν, ώστε το φύλο να μην είναι τίποτα περισσότερο από τον τρόπο (έναν από τους πολλούς) με τον οποίο τα υποκείμενα βιώνουν το σώμα τους. «Για να είναι ουσιαστική η ιδιότητα του πολίτη», σημειώνει η Μάρω Παντελίδου, Μαλούτα, «πρέπει να ενισχυθεί ο οικουμενικός χαρακτήρας της και όχι να θεσμοθετηθεί περαιτέρω η υπάρχουσα έμφυλη διάστασή της, που βασίζεται στην ουσιοκρατική δόμηση των ταυτοτήτων φύλου, οι οποίες έτσι είναι εξ ορισμού αντιφατικές προς τη δημοκρατία. (...) Οταν αντιληφθούμε ότι η εύθραυστη ενότητα της υποκειμενικότητάς μας δεν δομείται γύρω από μια υποτιθέμενη "ουσία", η οποία ανάγεται στο φύλο μας, τότε θα εγκαταλείψουμε την κεντρική, στο κυρίαρχο σήμερα ρεύμα της φεμινιστικής θεωρίας και δράσης, επιδίωξη της προώθησης μιας ιδιότητας του πολίτη που θα διαφοροποιείται ως προς το φύλο. (...) Και μόνον έτσι, η πάντα "υπό διαμόρφωση" δημοκρατία θα κάνει βήματα προόδου, υποκαθιστώντας την ψεύτικη (ανδροκεντρική) οικουμενικότητα του φιλελευθερισμού, όχι από περαιτέρω κακοποιήσεις των ριζοσπαστικών αρχών της, αλλά από στοχεύσεις που τις υλοποιούν, ανάγοντας σε μη αποδεκτές εκείνες μόνο τις "διαφορές" που παραβιάζουν τις αρχές της δημοκρατίας, της ισότητας και του σεβασμού της ανθρώπινης υπόστασης» (σ. 191-192).

Είναι εύλογο ότι η άποψη αυτή έρχεται να αντιπαρατεθεί σε φεμινιστικές προσεγγίσεις, οι οποίες, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, προτείνουν εντέλει την αναγωγή ιδιοτήτων που θεωρούνται «γυναικείες» σε στοιχεία της ιδιότητας του πολίτη και γλιστρούν -άθελά τους ή μη- σε ουσιοκρατικές αντιλήψεις για το φύλο, ακυρώνοντας το μείζον φεμινιστικό αίτημα για αποδέσμευση των υποκειμένων από τις προκαθορισμένες ταυτότητες φύλου.

Οι θεωρητικές αυτές αναζητήσεις έχουν βέβαια και τις πολιτικές τους συνέπειες, πράγμα που η παρούσα μελέτη δεν αποφεύγει καθόλου να αντιμετωπίσει. Αξίζει να δούμε πώς: Είναι γνωστό ότι οι Ελληνίδες πολιτικοί ολόκληρου σχεδόν του φάσματος έχουν συνασπιστεί τα τελευταία χρόνια, προκειμένου να διεκδικήσουν από κοινού τη θεσμοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων για την αύξηση της γυναικείας παρουσίας στην πολιτική ζωή του τόπου (Επιτροπή Διακομματικής Συνεργασίας Γυναικών, Πολιτικός Σύνδεσμος Γυναικών, Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ισότητας και Ατομικών Δικαιωμάτων κ.ο.κ.). Σε απόλυτη αρμονία με αντίστοιχες πρωτοβουλίες που αναπτύχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ενωση την τελευταία δεκαετία, οι γυναικείες αυτές πολιτικές συμμαχίες στοχεύουν να «βελτιώσουν» την τραγική αριθμητική μειονεξία των γυναικών στις δομές όπου λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις (για το ελληνικό παράδειγμα βλ. τα στοιχεία που συγκεντρώνονται στο ιδιαίτερα χρήσιμο «Παράρτημα» του βιβλίου).

Αναμενόμενη είναι η διαφωνία της συγγραφέως με τη λογική που διέπει τις πρωτοβουλίες αυτού του τύπου, λογική που ούτως ή άλλως διαπερνά και τις αντιλήψεις για τη θέσπιση των ποσοστώσεων ή της ισάριθμης αντιπροσώπευσης, που δοκιμάζεται ήδη στη Γαλλία (parite). Κατά την άποψή της, μια διακομματική συνεργασία γυναικών που νομιμοποιεί την κυρίαρχη ουσιοκρατική πρόσληψη του γυναικείου φύλου και αποπολιτικοποιεί το αίτημα της συμμετοχής του στα κοινά είναι μια κίνηση που μοιάζει να αντιστρατεύεται την ίδια της τη στόχευση. Και αυτό, γιατί συνασπιζόμενες οι γυναίκες πολιτικοί με μοναδικό σημείο αναφοράς το φύλο τους, ανεξάρτητα από την ιδεολογική και κομματική τους ταυτότητα, ωθούνται εντέλει να διεκδικήσουν το σεβασμό της υποτιμημένης «διαφοράς» τους και όχι την αναοριοθέτηση της ίδιας της έννοιας της διαφοράς. Ούτως ή άλλως, η συγγραφέας εκφράζει ρητά την αντίρρησή της για την πολιτική χρήση της «γυναικείας διαφορετικότητας», την οποία, όπως σωστά παρατηρεί, επικαλούνται όλες ανεξαρτήτως «οι γυναίκες πολιτικοί με φεμινιστικές ανησυχίες».

Μολαταύτα, στις συμπερασματικές παρατηρήσεις της η Μάρω Παντελίδου-Μαλούτα επιχειρεί να φανταστεί τρόπους οι οποίοι θα επέτρεπαν να ενταχθούν ακόμη και αυτές οι αμφιλεγόμενες γυναικείες πολιτικές πρακτικές σε μια στρατηγική κατάργησης του κοινωνικού φύλου.

Υποστηρίζοντας ότι θα ήταν πολιτικά λανθασμένη η επιλογή των ενδιαφερόμενων γυναικών να παραμείνουν έξω από το παιχνίδι της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, πιστεύοντας ακόμη ότι είναι πια αδιέξοδη η παλαιού τύπου δραστηριοποίηση των φεμινιστριών στις παρυφές του πολιτικού, η συγγραφέας προτείνει την αξιοποίηση των νέων συνθηκών προς όφελος του φεμινιστικού οράματος. Κατά την άποψή της, ενώ η επιδιωκόμενη απελευθέρωση από τα δεσμά του φύλου προϋποθέτει πολύ περισσότερα από το σχεδιασμό «πολιτικών για τις γυναίκες» (ποσοστώσεις, ισάριθμη αντιπροσώπευση κ.ο.κ.), οι οποίες στην πραγματικότητα έρχονται να επικυρώσουν την ιεραρχική διχοτομία των φύλων, πολύ δύσκολα θα μπορούσε σήμερα να φανεί πειστική η απόρριψη των «φιλογυνικών» αυτών μέτρων από τη σκοπιά του ριζοσπαστικού φεμινισμού. Προσπαθώντας να αντιμετωπίσει το αδιέξοδο, η Μάρω Παντελίδου-Μαλούτα θεωρεί εφικτή τη δημιουργία ενός πλαισίου, το οποίο, ενώ θα επιτρέπει την αποδοχή «πολιτικών για τις γυναίκες» που ενισχύουν τη διχοτομία των φύλων, την ίδια στιγμή θα φροντίζει να διευκρινίζει ότι πρόκειται για μέτρα μεταβατικά, επιμένοντας ότι απαιτείται στρατηγικά η σταδιακή μετάλλαξή τους σε μέτρα υπέρ της κατάργησης της διχοτομίας των φύλων. «Κι αυτό μπορεί να μεθοδευτεί μέσω του τρόπου με τον οποίο προωθούνται τα σχετικά μέτρα, μέσω της υπογράμμισης του μεταβατικού τους χαρακτήρα, μέσω άλλων μέτρων με αντισεξιστική στόχευση που θεσπίζονται παράλληλα και μέσω ενός φεμινιστικού λόγου, ο οποίος θα τα συνοδεύει εντάσσοντάς τα σε μια γενικότερη στρατηγική, η οποία δεν θα προάγει, αλλά, αντίθετα, θα καταγγέλλει τη λογική της γυναικείας διαφορετικότητας», υπογραμμίζει χαρακτηριστικά η συγγραφέας (σ. 207).

Μας είναι δύσκολο να θεωρήσουμε δυνατή, και μάλιστα στις ελληνικές συνθήκες, όπου η ουσιοκρατική θεώρηση του γυναικείου φύλου παραμένει πανίσχυρη, τη δυνατότητα επεξεργασίας μιας τακτικής που να μην αντιστρατεύεται το στρατηγικό στόχο της κατάργησης του φύλου. Διόλου τυχαία, ο λόγος που αναλαμβάνει να τεκμηριώσει την εγχώρια διεκδίκηση των ποσοστώσεων εμφανίζεται, χρόνια τώρα, δίχως ρωγμές, σχεδόν περήφανος για τις ουσιοκρατικές του προϊδεάσεις. Εκτός αυτού, η επιχειρηματολογία που συνοδεύει διεθνώς την προσχώρηση στο «στρατόπεδο» των υποστηρικτριών των ποσοστώσεων φεμινιστριών, που μια ζωή είχαν αντιπαλέψει το θεωρητικό υπόβαθρο του συγκεκριμένου αιτήματος, υποδεικνύει ότι είναι εξαιρετικά δυσχερές να εξυπηρετηθεί ο στρατηγικός στόχος (δηλαδή η άρση της διχοτομικής πρόσληψης των φύλων) μέσα από την υπεράσπιση της συγκεκριμένης τακτικής διεκδίκησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η προαναφερθείσα Τζ. Σκοτ, η οποία, από τη στιγμή που αποφάσισε να στηρίξει το αίτημα της ισάριθμης αντιπροσώπευσης στη Γαλλία, μοιάζει να ανέχεται όλο και περισσότερο τις ουσιοκρατικές αντιλήψεις, τις οποίες είχε συστηματικά υπονομεύσει με το πρωτοποριακό ιστορικό της έργο.

Όπως και να έχει, χάρη στη μελέτη της Μάρως Παντελίδου-Μαλούτα η ελληνική βιβλιογραφία διαθέτει πλέον μία γερή βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί η συζήτηση για τους τρόπους με τους οποίους η δημοκρατία θα πάψει κάποτε να ταυτίζεται με το ανδρικό φύλο. Μία συζήτηση θεωρητική και πολιτική, που προβλέπεται μακρά και ενδιαφέρουσα.

Ο ΙΟΣ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 11/10/2002

Συγγραφέας:
Παντελίδου-Μαλούτα, Μάρω
Εκδότης:
Σαββάλας
Σελίδες:
268
ISBN:
9789604608201
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/7/2002

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική