Με λένε Κόκκινο

Έκπτωση
30%
Υπάρχει και μεταχειρισμένο με €18.00
147104
Συγγραφέας: Παμούκ, Ορχάν
Εκδόσεις: Ωκεανίδα
Σελίδες:658
Ημερομηνία Έκδοσης:1/12/2002


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο


1590. Κωνσταντινούπολη. Ο Σουλτάνος αναθέτει κρυφά στους μικρογράφους του να του κατασκευάσουν ένα πολύ σημαντικό βιβλίο -δοξαστικό της αυτοκρατορίας και της ζωής του. Όμως αυτό το βιβλίο θα είναι διαφορετικό από τ άλλα, επειδή οι μικρογράφοι θα προσπαθήσουν να υιοθετήσουν μεθόδους και τεχνοτροπίες φράγκικες, εγχείρημα πολύ επικίνδυνο εκείνη την εποχή του άκρατου φονταμενταλισμού.
Όταν ένας από τους μικρογράφους δολοφονείται, ο Αρχιμικρογράφος και δάσκαλός του αναγκάζεται ν αποκαλύψει τον δολοφόνο. Άραγε ο δολοφονημένος μικρογράφος ήταν θύμα επαγγελματικού ανταγωνισμού, ερωτικής αντιζηλίας ή θρησκευτικού φανατισμού; Ίσως η αλήθεια κρύβεται σε κάποια από τις μισοτελειωμένες ζωγραφιές...





ΚΡΙΤΙΚΗ



Κάθε φορά που ο Ορχάν Παμούκ (γενν. Κωνσταντινούπολη, 1952) γράφει ένα βιβλίο οι απανταχού αναγνώστες του έχουν σίγουρη την απόλαυση που αυτό τους προσφέρει. Συμπληρώθηκαν ήδη είκοσι χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου βιβλίου του και κάτι λιγότερο από δέκα από τότε που οι «New York Times» έγραφαν γι αυτόν «Ενα αστέρι γεννιέται στην Ανατολή». Το αστέρι -κυριολεκτικά- έχει μέχρι σήμερα γράψει και δημοσιεύσει έξι μυθιστορήματα τα οποία έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Στη χώρα μας γνωρίσαμε τον εξαιρετικό αυτόν Τούρκο συγγραφέα τη δεκαετία του 1990, όταν κυκλοφόρησαν τέσσερα μυθιστορήματά του. Το «Με λένε Κόκκινο» είναι το πέμπτο μυθιστόρημά του που κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση της Στέλλας Βρεττού, βασικής μεταφράστριας του δύσκολου παμουκικού κόσμου. Ισως ηχεί κάπως αδόκιμα ο όρος, αλλά πιστεύω πως είναι ακριβής, διότι ο Ορχάν Παμούκ με το μέχρι σήμερα έργο του έχει δημιουργήσει έναν προσωπικό, πολυδιάστατο και πολυεπίπεδο κόσμο μέσα στον οποίο διασταυρώνονται η παλιά και η σύγχρονη Τουρκία. Μπορεί να πει κανείς πως ο Ορχάν Παμούκ είναι ο συγγραφέας του τουρκικού μεταίχμιου, ιστορικού, πολιτισμικού και κοινωνικού, ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, των δύο όψεων του τουρκικού προσώπου, του δυτικού και του ανατολικού, και της, από αιώνων, σύγκρουσής τους καθώς και της προσπάθειας για την ανασύνθεσή του σ ένα ενιαίο πρόσωπο, η οποία ξεκινά μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της εγκαθίδρυσης του κεμαλικού κράτους, το 1924.

Και στο τελευταίο του μυθιστόρημα ο Παμούκ παραμένει σταθερός στην ιδεολογική του οπτική, την αντίθεση δηλαδή ανατολικού και δυτικού κόσμου. Μόνον που αυτή τη φορά γίνεται τολμηρότερος, εισχωρώντας στην πιο ευαίσθητη περιοχή του ανατολικού κόσμου. Εκείνης του Ισλάμ. Για να το πράξει, χωρίς να διαταράξει επικίνδυνες ισορροπίες ο Παμούκ, υιοθετεί την ασφαλέστερη μέθοδο της επιστροφής στο παρελθόν. Ο,τι συμβαίνει, τοποθετείται στην Κωνσταντινούπολη, Ιστανμπούλ πλέον, το 1590, επί βασιλείας του Οθωμανού Σουλτάνου Μουράτ Γ!. Ομως προσοχή! Σε καμία περίπτωση ο Παμούκ δεν κάνει ιστορικό μυθιστόρημα. Κάθε άλλο παρά τον ενδιαφέρει η Ιστορία, έτσι ώστε να τη μεταχειριστεί μεταφορικά αντιπαραβάλλοντάς τη με σύγχρονες συμπεριφορές. Για να αναδείξει το ζήτημα που πάγια τον απασχολεί, καταφεύγει στο μεγάλο κεφάλαιο της τέχνης, της καλλιτεχνικής δημιουργίας και μέσα από αυτό αναδύεται η αντίθεση των δύο κόσμων. Η ιδεολογική πλατφόρμα είναι το θεμελιώδες ερώτημα, πώς αντιμετωπίζουν την τέχνη, τη δημιουργία, το Ιερό Κοράνι από τη μια, οι δυτικοί από την άλλη.



Η «βλασφημία» της προσωπικής δημιουργίας



Το παραπάνω ερώτημα αναδεικνύεται, μ έναν έξοχο τρόπο, τόσο από την πλοκή του μυθιστορήματος όσο και από την ίδια του τη φόρμα. Το εύρημα του Τούρκου συγγραφέα και αυτή τη φορά είναι το βιβλίο, αλλά όχι ένα οποιοδήποτε βιβλίο ούτε κι ένα βιβλίο που προκαλεί θεμελιώδεις ανατροπές στους μυθιστορηματικούς ήρωες, όπως σε προηγούμενα μυθιστορήματά του. Εδώ πρόκειται για το βιβλίο που συνδυάζει δύο τέχνες μαζί, την ποίηση και τη ζωγραφική και κυρίως τη δεύτερη, δηλαδή την τέχνη της μικρογραφίας, της μινιατούρας. Η τέχνη της μικρογραφίας, της εικονογράφησης δηλαδή των χειρόγραφων βιβλίων, ξεκινά από την Περσία του 10ου αιώνα, όταν ο περίφημος Πέρσης ποιητής Φιρντουσί συνέθεσε το πρώτο Βιβλίο των Βασιλέων, που αποτελούνταν από πενήντα χιλιάδες στίχους, εικονογραφήθηκε από διάφορους μικρογράφους στους αιώνες που ακολούθησαν και σήμερα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της περσικής πολιτιστικής παράδοσης. Οι Πέρσες όμως είχαν, από πολύ παλαιότερα, ίσως και από τον 4ο αιώνα, τη συνήθεια να διακοσμούν τους τοίχους των παλατιών τους με ιστορικές και άλλες αναπαραστάσεις. Και αργότερα ένας ποιητής έγραφε κείμενα γι αυτές , κάτι σαν τις σημερινές λεζάντες. Ο Φιρντουσί ή Φιρντεφσί καθώς και ο Νιζαμί ήταν σπουδαίοι ποιητές. Η ποίηση, η λογοτεχνία και η μικρογραφία θα γνωρίσουν μεγάλη άνθηση στην Περσία κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας των Σελτζούκων σουλτάνων, το 12ο αιώνα, θα επηρεάσουν τους Μογγόλους κατακτητές, οι οποίοι θα εισαγάγουν από τους Κινέζους το κόκκινο χρώμα και θα φτάσουν στο απόγειό τους την εποχή της δυναστείας των Τουριδών, που ιδρύει ο Ταμερλάνος το 1370. Από κει και πέρα τα εικονογραφημένα βιβλία και μάλιστα αυτά που οι Σουλτάνοι αναθέτουν στους μικρογράφους, οι οποίοι αποτελούν μια ιδιαίτερη κάστα, συνθέτουν ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της περσοϊσλαμικής παράδοσης με κατάληξη στο μεγάλο οθωμανικό κράτος που δημιουργείται από το 1453 και μετά. Δύο είναι οι πιο ονομαστές σχολές της τέχνης της μικρογραφίας, του Σιράζ, που ακολουθεί την παλαιοπερσική παράδοση, και της Χεράτ, που είναι πιο αυστηρή όσον αφορά τις επιταγές του Ισλάμ. Στα τέλη όμως του 16ου αιώνα, οι Ανατολίτες μικρογράφοι, οι πιστοί του Ισλάμ, αρχίζουν να έρχονται σε επαφή με τη δυτική ζωγραφική και μάλιστα την αναγεννησιακή των Βενετσιάνων ζωγράφων. Και τότε; Τότε αρχίζει το μυθιστόρημα του Ορχάν Παμούκ. Στην Πόλη, το 1590, ο Σουλτάνος Μουράτ Γ! αναθέτει την αντιγραφή, την εικονογράφηση και τη διακόσμηση ενός «μυστικού» βιβλίου, όχι στο θεματοφύλακα της παραδοσιακής ζωγραφικής αρχιμικρογράφο Οσμάν, αλλά σ έναν λόγιο, πρώην πρέσβη της Αυτοκρατορίας στη Βενετία και επηρεασμένο από τη φράγκικη ζωγραφική.

Ενόσω το βιβλίο προχωρεί και η ομάδα των πιο εκλεκτών εικονογράφων, υπό την καθοδήγηση του επονομαζόμενου «θείου», εργάζεται με πάθος, οι φήμες από φανατικούς μουσουλμανικούς κύκλους, ότι καταπατούν τους ιερούς κανόνες του Κορανίου, υιοθετώντας φράγκικους τρόπους εικονογράφησης, τονίζοντας δηλαδή το πρόσωπο, την προοπτική και τη σκιά, θέλοντας, μ άλλα λόγια, και οι ίδιοι να ξεχωρίσουν ως δημιουργοί, ενώ δημιουργός είναι μόνον ο Αλλάχ, προκαλούν φόβο και ενοχές στους μικρογράφους. Ωσπου αυτός που νιώθει τις περισσότερες ενοχές και είναι σχεδόν έτοιμος να αποκαλύψει τι ακριβώς είναι το βιβλίο που ζωγραφίζουν, βρίσκεται δολοφονημένος. Ποιος από τους υπόλοιπους τον δολοφόνησε; Η δολοφονία αυτή είναι το μυθιστορηματικό πρόσχημα για να μπορέσει ο Παμούκ να στήσει το μυθιστόρημά του, το οποίο, όπως συνηθίζει, δεν βασίζεται στην κλασική μυθιστορηματική πλοκή, ούτε στο πλάσιμο ρεαλιστικών ηρώων με αληθοφανή δράση. Μπροστά στον αναγνώστη περνούν οι αφηγηματικές φωνές των μικρογράφων, του θείου, της θυγατέρας του Σεκιουρέ, του Μαύρου που είναι ερωτευμένος μαζί της, και ακούει τις δικές τους εκδοχές. Ο Παμούκ επίσης προσωποποιεί το θάνατο, το κόκκινο χρώμα, βασικό στη μικρογραφία, εξού και ο τίτλος, καθώς και το χρήμα, τον παρά, τα οποία αποκτούν τη δική τους φωνή μέσα στο μυθιστόρημα.

Μέσα από τις επαναλαμβανόμενες αυτές αφηγηματικές φωνές δεν πληροφορούμεθα απλώς την εξέλιξη των γεγονότων, αλλά, το κυριότερο, πώς αυτά τα γεγονότα στέκονται αφορμή για να αναδειχθεί η αντίθεση του ισλαμικού και δυτικού τρόπου αντιμετώπισης της ζωγραφικής, της καλλιτεχνικής δημιουργίας και του δημιουργού γενικότερα. Υιοθετώντας λογοτεχνικούς τρόπους που παραπέμπουν σε παλιές ανατολίτικες ιστορίες, γραπτές ή προφορικές, τοποθετώντας τη μια ιστορία μέσα στην άλλη, μπερδεύοντας τις ιστορίες των εικονογραφημένων βιβλίων της περσοϊσλαμικής παράδοσης μ αυτές του βιβλίου που διαβάζουμε, χρησιμοποιώντας παραβολές και μύθους, μέσα από έναν εκρηκτικό λεκτικό πλούτο, και μια έξοχη πλαστική ικανότητα, ο Παμούκ μας εισάγει στο μαγικό κόσμο μιας μοναδικής καλλιτεχνικής και πνευματικής παράδοσης, στην ποίηση, στην καλλιγραφία και τη μικρογραφία, αλλά και στις αντιφάσεις της, που όσο περνούν οι αιώνες μεγαλώνουν, ώσπου κάποια στιγμή, όπως προφητεύει ο πεφωτισμένος θείος, παύει να υπάρχει.

Οι αντιφάσεις αυτές βασίζονται στο ίδιο το Ιερό Κοράνι και την εκάστοτε ερμηνεία του από ανοιχτόμυαλους ή στενόμυαλους πιστούς. Στην προκειμένη περίπτωση ο θείος ανήκει στους ανοιχτόμυαλους και η κατάληξή του είναι να δολοφονηθεί αυτή τη φορά από έναν στενόμυαλο, αντίθετα δηλαδή με το μικρογράφο στην αρχή του μυθιστορήματος. Διότι και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση κανείς δεν παίρνει υπόψη του τη ρήση του ίδιου του Κορανίου, ότι: « Κι Ανατολή και Δύση του Θεού είναι» ή, όπως λέει ο θείος: «Ο Θεός να μας φυλάει από τις επιθυμίες του αγνού και του αμόλυντου». Στο τέλος η Σεκιουρέ θα αφηγηθεί την ιστορία στο γιο της Ορχάν, ο οποίος δεν θα την εικονογραφήσει, αλλά θα τη γράψει για να τη διαβάσουμε εμείς! Η μετάφραση της Στέλλας Βρεττού αξίζει ανεπιφύλακτα έναν έπαινο.



ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 30/05/2003
Συγγραφέας:
Παμούκ, Ορχάν
Εκδότης:
Ωκεανίδα
Σελίδες:
658
ISBN:
9789604102785
Μεταφραστής:
Βρετού, Στέλλα
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/12/2002

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική