Προφορικότητα και εγγραμματοσύνη

Η εκτεχνολόγηση του λόγου
Έκπτωση
40%
Τιμή Εκδότη: 17.00
10.20
Τιμή Πρωτοπορίας
+
56826
Συγγραφέας: Ong, Walter
Σελίδες:288
Επιμελητής:Παραδέλλης, Θεόδωρος
Ημερομηνία Έκδοσης:1/1/1997
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Περιορισμένη διαθεσιμότητα
Θεσσαλονίκη:
Περιορισμένη διαθεσιμότητα
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Κριτική
Σε τί διαφέρει, εφόσον διαφέρει, ο τρόπος με τον οποίον εκφράζονται και σκέπτονται οι άνθρωποι στις προφορικές κοινωνίες (κοινωνίες στις οποίες η τεχνική της γραφής και της ανάγνωσης είναι άγνωστη ή ελάχιστα διαδεδομένη) από τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται και σκέπτονται οι άνθρωποι στις εγγράμματες κοινωνίες. Κοινωνίες στις οποίες η τεχνική της ανάγνωσης και της γραφής είναι γνωστή και διαδεδομένη; Πώς επιδρά η σταδιακή «εσωτερίκευση της γραφής» από τη συνείδηση του «μοντέρνου ανθρώπου» στη δημιουργία της μυθιστορηματικής πλοκής, στην ανάπτυξη της σύγχρονης επιστήμης, φιλοσοφίας και κριτικής σκέψης; Στο υποδειγματικό εισαγωγικό του βιβλίο, ο Ong συνοψίζει με εύληπτο και γοητευτικό τρόπο τον προβληματισμό και τα κυριότερα αποτελέσματα των μελετών που αφορούν τη σχέση προφορικότητας και εγγραμματοσύνης.



Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης προσφέρουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό σε ωραία μετάφραση του Κώστα Χατζηκυριάκου και επιμέλεια Θεόδωρου Παραδέλλη ένα από τα σημαντικότερα και βαθύτερα βιβλία του Walter Ong, που πραγματεύεται τα ζητήματα των σχέσεων ανάμεσα στον προφορικό πολιτισμό και στον λεγόμενο εγγράμματο, δηλαδή τον κειμενικό (χειρογραφικό και τυπογραφικό).


Το βιβλίο κυκλοφόρησε στην αγγλική γλώσσα το 1982 με τίτλο: «Orality and Literacy: The Technologizing of the Word». Η απόδοσή του στα ελληνικά ως «Προφορικότητα και Εγγραμματοσύνη» είναι η πλησιέστερη δυνατόν και το βιβλίο, μολονότι εκδίδεται στη χώρα μας 15 μετά την πρώτη του έκδοση, δεν έχει χάσει τίποτε από τη δύναμη, την πειστικότητα, το αναλυτικό βάθος και τη συνθετική του εποπτεία. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που και σήμερα παραμένει το δημοφιλέστερο έργο του Ong στον αγγλόφωνο κόσμο.


Γεννημένος το 1912, ο Ong είναι από τους σημαντικότερους και χωρίς αμφιβολία ο πιο πρωτότυπος μαθητής του Μάρσαλ Μακλούαν. Η πασίγνωστη φράση του τελευταίου: «το μέσον είναι το μήνυμα», που επέχει σήμερα θέση αξιώματος στην επιστήμη της επικοινωνίας, μολονότι αποτελεί βάση της σκέψης και του συστήματος του Ong, προεκτείνεται, από τα μέσα της δεκαετίας του 60 και εξής, και στην «Προφορικότητα και Εγγραμματοσύνη» ολοκληρώνεται με τη διαμόρφωση και την περιγραφή των δύο ιδεατών τύπων της επικοινωνίας: προφορικό και εγγράμματο. Στο ζήτημα αυτό η εκτενής, όχι όμως και σχοινοτενής, εισαγωγή του Θεόδωρου Παραδέλλη είναι άκρως διαφωτιστική και όχι μόνον εισάγει τον αναγνώστη στο πνεύμα του βιβλίου, αλλά και τοποθετεί τη σκέψη του Ong μέσα στα ιστορικά, τα πολιτισμικά και τα επιστημονικά της συμφραζόμενα.


Την άκρως επιμελημένη έκδοση συνοδεύουν ευρετήριο και βιβλιογραφία, η οποία μάλιστα σχολιάζεται όταν συντρέχει λόγος. Το βιβλίο ωστόσο, μολονότι καλύπτει τις απαιτήσεις του ειδικού, απευθύνεται κατά βάση στον μέσο αναγνώστη και ανήκει στην κατηγορία εκείνων των σπάνιων έργων όπου η επιστημονική αξία και πληρότητα συνοδεύονται και από το συγγραφικό ταλέντο του δημιουργού τους.


Η γραφή και ο θάνατος

Το βιβλίο χωρίζεται σε επτά εκτενή κεφάλαια: Η προφορικότητα της Γλώσσας· Η σύγχρονη ανακάλυψη των προφορικών πολιτισμών· Η ψυχοδυναμική της προφορικότητας· Η γραφή αναδιαρθρώνει τη συνείδηση· Τυπογραφία, χώρος και κειμενικό κλείσιμο· Η προφορική μνήμη, η αφηγηματική γραμμή και η κατασκευή των χαρακτήρων· και Μερικά θεωρήματα (όπου εν συντομία εξετάζονται νεότερες κριτικές θεωρίες, όπως η Νέα Κριτική, ο ρωσικός φορμαλισμός, ο αποδομισμός κλπ. σε σχέση με τους ιδεότυπους της προφορικότητας και της εγγραμματοσύνης).


Οι τίτλοι των κεφαλαίων είναι χαρακτηριστικοί και προσδιοριστικοί των περιοχών που καλύπτει η ανάλυση του συγγραφέα, όπου παραδειγματικά χρησιμοποιούνται ιστορικά, πολιτισμικά και ανθρωπογεωγραφικά (όπως βεβαίως και γλωσσολογικά) στοιχεία για να αναπτυχθεί ένα πολύμορφο και πολύπλευρο σκεπτικό. Ο Ong πιστεύει πως η προφορικότητα ή αλλιώς η προφορική εκφορά του λόγου περιέχει μιαν αναντικατάστατη ­καίτοι μετεξελισσόμενη­ δυναμικότητα, που σήμερα μεταφέρεται και στη γραφή, ως δευτερογενής προφορικότητα πλέον. Αφού πεποίθησή του είναι πως η εκφορά του λόγου αποβαίνει καθοριστική στη διαμόρφωση ή στη μεταβολή της ψυχικής ζωής, συμπεραίνει πως η ανθρώπινη επικοινωνία διαφέρει από εκείνη των μέσων επικοινωνίας, κατά βάση γιατί σε αυτήν ο πομπός λειτουργεί ταυτόχρονα και ως δέκτης, κάτι βεβαίως που εξηγεί, ως ένα βαθμό, την ειδική ποιότητα όπως και την ιδιομορφία της δημιουργίας ως ιδιότυπου της επικοινωνίας στην ανώτερη μορφή της.


Οι προφορικοί πολιτισμοί, σύμφωνα με τη σκέψη του συγγραφέα, είναι «ζωντανότεροι» από τους γραπτούς πολιτισμούς. Μπορεί το αλφάβητο να σφραγίζει τις κοινωνίες και σήμερα η προφορική μνήμη να έχει διαφοροποιηθεί και συχνά να καταργείται από την αφηγηματική γραμμή, αυτό δεν αναιρεί όμως εκείνο που διαπιστώνει ο συγγραφέας ανατρέχοντας στον Πλάτωνα: ότι η γραφή έχει στενή σχέση με τον θάνατο και πως είναι απάνθρωπη, αφού μοιάζει περισσότερο με πράγμα και καταστρέφει τη μνήμη. Η γραφή, μας λέει, «είναι το νεκρό λουλούδι που κάποτε ήταν ζωντανό, είναι το ψυχικό ισοδύναμο της ομιλίας που έγινε κείμενο». Κι αλλού αποφαίνεται δυσοίωνα: «Η νεκρότητα του κειμένου εγγυάται τη διάρκειά του». Με άλλα λόγια, για να διαρκέσει κάτι στον χρόνο πρέπει να αποξηρανθεί, όπως τα λουλούδια που τοποθετούσαν κάποτε οι αναγνώστες ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων.


Με πολύ ωραία παραδείγματα ο Ong εξηγεί την άποψή του ότι ο γραπτός λόγος είναι μετατροπή του χρόνου (που καθορίζει την προφορική λειτουργία) σε χώρο και πως, ενώ στον προφορικό λόγο βρίσκονται τα θεμέλια των λέξεων, εντούτοις η γραφή τις φυλακίζει με τυραννικό τρόπο ­και για πάντα­ στο πεδίο της δράσης. Η γραφή λοιπόν ήταν επόμενο να συντελέσει στο πέρασμα ή μάλλον να καθορίσει το πέρασμα από την ηρωική στη μη ηρωική ή αντιηρωική εποχή και από την τυποποίηση, που ορίζει τη ρυθμολογία των προφορικών κοινωνιών, στη διεύρυνση του φάσματος των σημασιολογικών διαφορών που παρατηρούμε στις εγγράμματες κοινωνίες. Δημιουργική είναι όμως μόνο η διφυής γλώσσα. Εκείνη που αναπτύσσει μέσα στα γραπτά κείμενα τα στοιχεία της προφορικότητας ­μεταλλαγμένα φυσικά­ από τα οποία προήλθε. Αυτό είναι από τα πιο ενδιαφέροντα στην όλη επιχειρηματολογία του Ong, εντυπωσιακό και αφοπλιστικά πειστικό. «Οι λέξεις δεν είναι σημεία» λέει ο συγγραφέας, γιατί «η σκέψη εγκατοικεί στην ομιλία, όχι στα κείμενα, τα οποία αποκτούν όλα νόημα μέσα από την αναφορά του ορατού συμβόλου στον κόσμου του ήχου».


Έτσι λοιπόν, δεδομένου ότι στη γραπτή γλώσσα η όραση υποκαθιστά την ακοή και στο πεδίο της γραφής οι λειτουργικοί και επικοινωνιακοί κώδικες είναι διαφορετικοί από εκείνους που αναπτύσσονται στην προφορική γλώσσα, είναι επόμενο ότι στο αλφάβητο η λέξη γίνεται αντικείμενο. Επιπλέον, όπως με άκρα διεισδυτικότητα παρατηρεί: «ο ήχος υπάρχει μόνο καθώς εξαφανίζεται» και άρα, θα λέγαμε, χωρίς προφορική εκφορά ο χρόνος, ως καθεστώς επαναλήψεων και μετατοπίσεων, μπορεί να χαθεί από μια γλώσσα. Με άλλα λόγια ό,τι πιο δημιουργικό υπάρχει στην επικοινωνία. Για την αξία αυτών των παρατηρήσεων θα μπορούσαν να μαρτυρήσουν όλοι οι δάσκαλοι, από το ακαδημαϊκό επίπεδο ως το επίπεδο της στοιχειώδους εκπαίδευσης. Πρόκειται για τη μείζονα σημασία της ρητορικής στις σύγχρονες κοινωνίες, μέσω της οποίας αναπτύσσεται και η δευτερογενής προφορικότητα, με διαστάσεις και σε άλλους τομείς, κυριότερος από τους οποίους είναι το γλωσσικό ύφος, αυτό που άλλοι το αντιμετωπίζουν υπό διαφορετική οπτική γωνία ως ήθος της γραφής ή της ομιλίας.


Εδώ ο Ong παρατηρεί πως η ακαδημαϊκή ρητορική του 19ου αιώνα διαμόρφωσε το λογοτεχνικό ύφος ως συνέχεια ενός φαινομένου που χαρακτηρίζει τις προφορικές κοινωνίες, όπου τα ονόματα περιέχουν εξουσία πάνω στα πράγματα. Και αν πάει κανείς πιο πίσω θα βρει παρατηρήσεις που εξηγούν τις διαδικασίες ή τα γενεσιουργά αίτια των λατινογενών γλωσσών, αφού η λατινική γλώσσα, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ήταν ριζωμένη και στον κειμενικό αλλά και στον προφορικό κόσμο, δεδομένου μάλιστα ότι αυτό που απαιτούσε η κοινωνία από την εκπαίδευση δεν ήταν να παράγει δραστικούς συγγραφείς αλλά προικισμένους ρήτορες.


Αν, όσον αφορά την επικοινωνιακή γλώσσα, η ρητορική αντιπροσωπεύει τον προφορικό κόσμο, η φιλοσοφική παράδοση διαμόρφωσε τις «χειρογραφικές δομές της σκέψης». Αυτό ο καθηγητής Ong, που εκτός από τις φιλοσοφικές και θεολογικές του σπουδές πέρασε για ένα διάστημα και από το Τάγμα των Ιησουιτών, το γνωρίζει άριστα. Πρόκειται για την προφορική θεολογική παράδοση όπως και τη σχολαστική. Η αλφαβητική τυπογραφία στη συνέχεια ήταν μια παραγωγική τεχνική, που εφαρμόστηκε στη γλωσσική επικοινωνία πολύ προτού περάσει στη μαζική παραγωγή των αγαθών.


Χειρόγραφο και τυπογραφία

Ο Ong εξηγεί πολύ καθαρά ορισμένα φαινόμενα της γλωσσικής λειτουργίας και μάλιστα δεν αρκείται χρησιμοποιώντας παραδείγματα μόνο από φωνητικές γλώσσες αλλά και από ιδεογραμματικές, όπως η κινεζική, ή μεικτές, όπως η κορεατική και η ιαπωνική. Εξηγεί ακόμη γιατί ενώ άλλοι πολιτισμοί, όπως ο κινεζικός, είχαν ανακαλύψει πολύ πριν από τον Γουτεμβέργιο τη χρήση κινητών στοιχείων στην τυπογραφία, αυτή επεβλήθη ως μείζων έκφραση του κειμενικού κόσμου στη Δύση με την επανάσταση του Γουτεμβέργιου. Η εξήγηση, κατά τη γνώμη του, είναι πολύ απλή: οι Κινέζοι δεν διέθεταν αλφάβητο και ο πολιτισμός τους δεν είναι αλφαβητικός, καθώς επίσης και ο τρόπος της σκέψης τους. Οι Κορεάτες διέθεταν μεν αλφάβητο, αλλά τα κινητά τυπογραφικά τους στοιχεία αντιπροσώπευαν λέξεις και όχι γράμματα ­ και τούτο σημαίνει διαφορετικό τρόπο σκέψης. Όλοι οι πολιτισμοί είναι κοιτίδες μύθων, όχι όμως απαραιτήτως και κοιτίδες αφηγήσεων. Το προνόμιο αυτό ανήκει κατ εξοχήν στη Δύση ­ γι αυτό και εδώ αναπτύχθηκε το μυθιστόρημα υπό την ισχυρή επίδραση του τυπογραφικού πολιτισμού.


Στα συστήματα ή στις θεωρητικές προσπάθειες ιστορικής αποκωδικοποίησης που επιχειρούνται σήμερα, ο Ong δεν αντιτάσσει μόνο την προφορικότητα αλλά και τον καταλυτικό ρόλο της τυπογραφίας, που αλλάζοντας την εκφορά του περιεχομένου δημιούργησε ως τεχνική, μια δευτερογενή προφορικότητα. Προεκτείνοντας τα συμπεράσματα του Μακλούαν, ο Ong θεωρεί πως το μέσο, με το να αλλάζει την εκφορά του περιεχομένου, αλλάζει και το ίδιο το περιεχόμενο. Για τούτο, όπως λέει εύγλωττα, «αντίθετα με τις υποθέσεις πολλών δομιστών σημειολόγων, η τυπογραφία και όχι η γραφή υποστασιοποίησε αποτελεσματικά τη λέξη και μαζί της τη νοητική διαδικασία». (Το συντακτικό επιτελείο μιας εφημερίδας αυτό το γνωρίζει άριστα και είναι από τα αυτονόητα της δουλειάς).


Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, είναι φυσικό ο Ong να θεωρεί τόσο τους ρώσους φορμαλιστές και τους απογόνους τους όσο και τους Νέους Κριτικούς δέσμιους των κειμένων, αφού δεν ενδιαφέρονται για το στοιχείο της προφορικότητας στη γλώσσα. Σε ό,τι αφορά ορισμένες θεωρητικές καταχρήσεις, εμμέσως πλην σαφώς μας λέει ότι έχει γίνει πολύ φασαρία. Η λειτουργία των κοινοτοπιών είναι κάτι αυτονόητο στις προφορικές κοινωνίες, όπως και ο μηχανισμός των επαναλήψεων, λόγω του στενού σημασιολογικού πεδίου των λέξεων. Ο εγγράμματος πολιτισμός, διευρύνοντας το σημασιολογικό πεδίο αποφεύγει ή προσπαθεί να αποφύγει την κοινοτοπία χαμηλώνοντας τους τόνους της αφήγησης, λειτουργώντας δηλαδή «αντιηρωικά». Έτσι, «ο χειρογραφικός πολιτισμός θεωρούσε τη διακειμενικότητα δεδομένη» ­ δηλαδή πρώτη εξαδέλφη της αντιγραφής, η οποία αργότερα ονομάστηκε λογοκλοπή, έννοια που επικράτησε μετά την καθιέρωση της τυπογραφίας, όταν στο τυπωμένο κείμενο ο αναγνώστης ανακάλυπτε την ταυτότητα του άλλου και ο συγγραφέας τη δική του. Κατά συνέπεια, όπως λέει ο συγγραφέας, «η διακειμενικότητα αναφέρεται σε μια ψυχολογική και λογοτεχνική κοινοτοπία: το κείμενο δεν μπορεί να δημιουργηθεί απλώς μέσα από κάποιο βίωμα».


Αρα όταν εμμένουμε στα αυτονόητα και περιπτωσιολογούμε πάνω σ αυτά, επιστρέφουμε στην προ του Γουτεμβέργιου ­και με τα σημερινά δεδομένα προεπικοινωνιακή­ εποχή. Ο σημερινός πολιτισμός: αφηγηματικός, σειραϊκός, ιστορικός ή «θανατηφόρος», μολονότι παρουσιάζει με αταβιστικό τρόπο φαινόμενα του χειρογραφικού πολιτισμού, όπως είναι η προφορική μνημονική σύνταξη στη χειρογραφική της μορφή, έχει τις ρίζες του ­και άρα και το πεδίο αναφοράς του­ στην «αλφαβητική τυπογραφία, στην οποία κάθε γράμμα αντιστοιχούσε σ ένα χωριστό κομμάτι μετάλλου ή στοιχείου (και) σημάδεψε μια πρώτης τάξεως ψυχολογική καινοτομία. Ενσωμάτωσε την ίδια τη λέξη βαθιά στην παραγωγική διαδικασία και τη μετέτρεψε σ ένα είδος προϊόντος». Καμιά σημερινή θεωρία επομένως για την εμπορευματοποίηση της κουλτούρας ­θετική ή αρνητική­ δεν μπορεί να διατυπωθεί αγνοώντας την ουσία αυτής της περίφημης παρατήρησης.


Είναι φανερό, όπως αναπτύσσεται το όλο σκεπτικό του Ong και όπως πολύ εύστοχα υπογραμμίζει ο επιμελητής στην εισαγωγή του, πως η περιοδολόγηση της ιστορίας και οι ειδολογικές και ποιοτικές διακρίσεις των πολιτισμών αλλά και των κοινωνιών δεν μπορεί να γίνουν χωρίς να βασιστεί κανείς στην εφεύρεση της γραφής. Αλλά και καμία έρευνα του φαινομένου της δημιουργικότητας δεν έχει αξία χωρίς την αξιολόγηση της προφορικότητας, της δευτερογενούς εν προκειμένω, που δημιουργήθηκε από την τυπογραφική τεχνική. Η δυαδική κοινωνία, προφορική και εγγράμματη αλλά ενιαία στις δημιουργικές εκφάνσεις της, είναι το μέλλον. Με την έννοια αυτή η τεχνική δεν είναι η μεταφυσική της λογοτεχνίας, όπως υποστήριζε ο Σαρτρ, αλλά της ίδιας της Ιστορίας. Η ανάπτυξη της μακλουανικής θέσης ότι «το μέσο είναι το μήνυμα» από τον Ong μπορεί στο τελικό της στάδιο και να αντιστραφεί. Υπάρχει ένας διακριτικά θερμός τόνος σε τούτο το συναρπαστικά ουδέτερο αγγλοσαξονικό βιβλίο, που εύκολα γίνεται αισθητός στον επαρκή αναγνώστη. Ο άνθρωπος είναι ο επισκέπτης της αγοράς και όχι το εμπόρευμα.

Αναστάσης Βιστωνίτης, «ΤΟ ΒΗΜΑ», 18-01-1998

Συγγραφέας:
Ong, Walter
Εκδότης:
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Σελίδες:
288
ISBN:
9789605240295
Επιμελητής:
Παραδέλλης, Θεόδωρος
Μεταφραστής:
Χατζηκυριάκου, Κώστας
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/1/1997

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική