Πώς είναι

Έκπτωση
40%
Τιμή Εκδότη: 13.00
7.80
Τιμή Πρωτοπορίας
+
288645
Συγγραφέας: Μπέκετ, Σάμουελ
Εκδόσεις: Ύψιλον
Σελίδες:184
Επιμελητής:Μπερλής, Αρης
Ημερομηνία Έκδοσης:1/11/2006
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Άμεσα διαθέσιμο
Θεσσαλονίκη:
Άμεσα διαθέσιμο
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Το "Πώς Είναι", γραμμένο το 1959, βρίσκεται στο κέντρο του συνολικού έργου του Μπέκετ. Πεζό χωρίς καμία στίξη μπορεί να φανεί εκ πρώτης όψεως απλησίαστο. Λίγη προσοχή όμως είναι αρκετή για να το κάμει απολύτως κατανοητό, ακόμα και ευανάγνωστο.

Κριτική:


Ξέφτια ζωής, που επιμένουν να επιβιώνουν χωρίς να ζουν


Ο αινιγματικός Μπέκετ, αγαπημένος συγγραφέας των φιλοσόφων, οφείλει την ευρεία φήμη του και πιθανώς το Νόμπελ Λογοτεχνίας που έλαβε το 1969, κυρίως στα καινοτόμα θεατρικά έργα του. Το περιβόητο «Περιμένοντας τον Γκοντό» κλόνισε τα δραματουργικά παραδεδομένα και σηματοδότησε την έναρξη ενός νέου τρόπου γραφής και υποκειμενικότητας, που εικονίζει την εμπειρία της σύγχρονης εποχής. Εξίσου σπουδαία ωστόσο, παρότι λιγότερο γνωστά, είναι τα πεζά του. Μάλιστα έχει υποστηριχθεί από ορισμένους κριτικούς ότι και μόνο τα πεζά του Μπέκετ θα αρκούσαν για να χαρακτηριστεί ο Δάντης της εποχής μας, εάν δεν υπονόμευαν τόσο ριζικά την επική και όλες τις λογοτεχνικές παραδόσεις, καθώς και την πίστη σε μια κρυφή τάξη νοήματος, που υποστηρίζει την αλληγορική γραφή.


Κορυφαία στην πεζογραφική παραγωγή του Μπέκετ παραμένει η τριλογία: «Μολλόυ», «Ο Μαλόν πεθαίνει» και «Ο ακατονόμαστος», η οποία έχει μεταφραστεί στα ελληνικά επίσης από τις εκδόσεις «Υψιλον», σε επιμέλεια του Αρη Μπερλή, και έχει σχολιαστεί οξυδερκώς από την Τζίνα Πολίτη. Ομως και τα άλλα του πεζά έχουν τεράστιο ενδιαφέρον. Το «Μερσιέ και Καμιέ», το πρώτο του πεζογράφημα στα γαλλικά, ξεκίνησε να το γράφει αμέσως μετά τον πόλεμο και τη συμμετοχή του στη γαλλική αντίσταση, ενώ το πιο πειραματικό «Πώς είναι» το άρχισε το 1958, αφού είχε ήδη δημοσιεύσει την τριλογία και τα διάσημα θεατρικά του. Το δεύτερο επομένως είναι περισσότερο εμβληματικό της ώριμης, πιο ερμητικής γραφής του - γεγονός που καθιστά τη μετάφρασή του πραγματικό άθλο.


Η πρόζα του Μπέκετ συγγενεύει με τα δραματικά του έργα όχι μόνον ως προς το ιδιότυπο ύφος, αλλά επίσης ως προς τη θεματολογία και τους χαρακτήρες. Τα πρόσωπα που ενοικούν τον κόσμο του είναι ανέστιοι γέροι, περιθωριακά άτομα, ανθρώπινα ράκη, «ξέφτια ζωής», που επιμένουν να επιβιώνουν χωρίς να ζουν. Στοιχειωμένα από τον θάνατο, αλλά και τη βία της ζωής, αναθυμούνται θραύσματά της, δίχως να έχουν ή να παρέχουν ουδεμία βεβαιότητα για την εγκυρότητα της μνήμης τους, καθώς μνήμη και φαντασία, το συνειδητό και το ασυνείδητο μπερδεύονται στα λόγια τους. Ο παραληρηματικός λόγος τους -αποσπασματικός αλλά ακατάπαυστος και επαναληπτικός-, θέτει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα της γλώσσας να εκφράσει την αλήθεια. Ενώ η φλυαρία τους αποσκοπεί στο να αναστείλει τη σιωπή, στην πραγματικότητα δεν σηματοδοτεί παρά τη δράση της ενόρμησης θανάτου. Επιχειρεί δηλαδή να ξορκίσει τον θάνατο, εκδραματίζοντας ακριβώς την ίδια την τάση αποσύνθεσης που την ωθεί. Στο «Πώς είναι» ο θάνατος δεσπόζει, είναι η προϋπόθεση και συνάμα η κατάληξη της ζωής. Διαβάζουμε: «Παράδεισος πριν από την ελπίδα από τον ύπνο έρχομαι στον ύπνο γυρίζω ανάμεσα στα δύο ό,τι έκανες υπέφερες απέτυχες τα θαλάσσωσες επέτυχες ωσότου η λάσπη χάσκει ξανά...».


Αποδιαρθρωμένος λόγος, διασπασμένο υποκείμενο


Ο λόγος των μπεκετικών ηρώων είναι αποδιαρθρωμένος - στο «Πώς είναι» η σύνταξη παραβιάζεται, με κατάληξη έναν λόγο συνεχή χωρίς καθόλου στίξη, αλλά ουσιαστικά ασυνεχή και κατά τόπους ασυνάρτητο, διαιρεμένο σε σύντομες στροφές που υπογραμμίζουν την ποιητική υφή του. Αυτή η αποδιοργάνωση της γλώσσας συνδέεται με την υπονόμευση της ταυτότητας και του συμβατικού χρόνου που χαρακτηρίζει το έργο του Μπέκετ στο σύνολό του. Στα πεζά του διακρίνεται εναργέστερα η ριζική διάλυση του υποκειμένου και η διάρρηξη της γραμμικής χρονικής ακολουθίας που επιτελεί η γραφή του, ακριβώς επειδή το υποκείμενο και οι σχέσεις αιτιότητας με τις οποίες συναρτάται η χρονολογική σειρά αποτελούν θεμελιώδεις όρους του παραδοσιακού αφηγηματικού λόγου. Κι ενώ ο κλασικός διάλογος στο θεατρικό έργο του Μπέκετ αντικαθίσταται από (έναν δομικά διαλογικό) μονόλογο, αντίστροφα, στην πρόζα του η πρωτοπρόσωπη αφήγηση δεν είναι μονοπρόσωπη, όπως θα αναμενόταν, αλλά κυριολεκτικά πολυφωνική.


Στο «Πώς είναι» ο ομιλητής δεν ταυτίζεται με το υποκείμενο του λόγου - πολλές φωνές, άλλοι άνθρωποι μιλούν μέσα από εκείνον, ο οποίος έτσι εμφανίζεται πολυδιασπασμένος και ασταθής. Στη θραυσματική αναδιήγηση σκέψεων και αναμνήσεων που αντικαθιστά τη συμβατική πλοκή, ο ομιλητής δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του ως την πηγή των λεγομένων, αλλά ισχυρίζεται ότι τα επαναλαμβάνει «Οπως τα ακούει»: «Οπως και να ναι δεν λέω αλλά παραθέτω πάντα είμαι άραγε εγώ είμαι άραγε εγώ εγώ δεν είμαι έτσι πια μου το πήραν αυτό αυτή τη φορά το μόνο που λέω είναι πώς κρατάει πώς κρατάει». Εδώ διατυπώνεται ένα κεντρικό ερώτημα του Μπέκετ που είχε ήδη τεθεί στην τριλογία του - «Ποιος μιλάει, ποιος είναι εγώ;» Επισημαίνεται έτσι το παράδοξο ότι η γλώσσα, ενώ είναι κάτι εξωτερικό του ατόμου, επιφορτίζεται εντούτοις με το καθήκον να εκφράσει μια εσωτερικότητα, ένα «εγώ». Η γλώσσα, οι άλλοι, μας ομιλούν - δεν είμαστε εμείς η απαρχή και οι κάτοχοι του νοήματος που εκφέρουμε. Με αυτόν τον τρόπο, εδώ όπως και αλλού, ο Μπέκετ επισημαίνει την καταστατική σχάση του υποκειμένου, ενάντια στην καρτεσιανή αυτοθεμελιούμενη εκδοχή του. Ο εαυτός δεν εμφανίζεται αρραγής και σταθερός, αλλά θεμελιακά ετεροσυγκροτούμενος, πολλαπλός και ασταθής. Αυτό υποδεικνύεται και από το ότι μέσα στην ίδια στροφή συμβαίνει να εναλλάσσονται το πρώτο και το δεύτερο πρόσωπο, ενώ τα λίγα κύρια ονόματα που αναφέρονται στο έργο, ο Πιμ και ο Μπομ, ακούγονται σαν παραλλαγές τυχαίων ψευδωνύμων, αντί να σηματοδοτούν μοναδικές προσωπικότητες.


Εκείνο που ξεπροβάλλει από την κατεδάφιση του ενιαίου υποκειμένου είναι καθαρή γλώσσα, ήχοι που αρνούνται να προσδεθούν σε ένα οριστικό νόημα. Ο λόγος των μπεκετικών ηρώων καταδεικνύει το ασύμπτωτο σώματος και λόγου, τη μη-ταυτότητα της ατομικής ταυτότητας, την αναγκαστική πρωτοκαθεδρία της γλώσσας, η οποία υπερβαίνει το υποκείμενο της εκφοράς και ταυτόχρονα αδυνατεί να κατονομάσει πλήρως το πραγματικό.


Επανεκκίνηση δι επιστροφής


Ομως ενώ το έργο του Μπέκετ αναδίνει μια αίσθηση ματαίωσης και ματαιότητας, εντούτοις διαρκώς απωθεί το τέλος. Για παράδειγμα, η κατάργηση της στίξης στο «Πώς είναι» μπορεί να σηματοδοτεί τη διάλυση, αλλά συνάμα διανοίγει νέες δυνατότητες (νοήματος και εμπειρίας του εαυτού και του κόσμου). Δημιουργείται μια ανιεράρχητη αλυσίδα λέξεων, που απελευθερώνει τις σημασιολογικές δυνητικότητές τους και προσφέρεται σε πολλαπλές αναγνώσεις, επισύροντας ταυτόχρονα την προσοχή στο ότι το νόημα παράγεται ακριβώς από τον συνδυασμό των λέξεων μεταξύ τους και όχι εξαιτίας της αναφοράς τους στον κόσμο των πραγμάτων. «Ο ακατονόμαστος» καταλήγει χαρακτηριστικά με την περίφημη άρνηση-κατάφαση του αφηγητή, «δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω». Η φράση αυτή συμπυκνώνει την προβληματική του τέλους και της αρχής στον πυρήνα του έργου του Μπέκετ, η οποία παραλλάσσεται σε μια σειρά από συναφείς αντινομίες: κίνηση-στάση, αναζήτηση-παραίτηση, ομιλία- σιωπή, εξάρτηση- χωρισμός, εκκίνηση-επιστροφή.


Στο «Μερσιέ και Καμιέ», συγκεκριμένα, ένα ζευγάρι φίλων διαρκώς εκκινούν για κάπου αλλά επιστρέφουν, αναζητούν κάτι που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Στην πορεία αυτού του παιχνιδιού, που είναι η ζωή, χάνουν και ξαναβρίσκουν, εγκαταλείπουν και ξαναψάχνουν στοιχειώδη εξαρτήματα επιβίωσης (μια ομπρέλα, ένα ποδήλατο, κονσέρβες) ή ο ένας τον άλλον σε ένα «παρόν αείποτε απόν». Πραγματικό υπόβαθρο αυτής της καθημερινής, υποτυπώδους σχέσης -και κατ επέκταση όλων των ανθρώπινων σχέσεων-, αποκαλύπτονται η ισχύς και η εξάρτηση, που κλιμακώνονται σε σαδομαζοχισμό στο μεταγενέστερο «Πώς είναι». Εκεί ο ομιλητής επιχειρεί να περιγράψει «πώς είναι» η ζωή, τα πράγματα μεταξύ και εντός των ανθρώπων: «Συνδεδεμένοι έτσι σωματικά μεταξύ μας ο καθένας από μας είναι ταυτόχρονα Μπομ και Πιμ βασανιστής και θύμα δάσκαλος και κούτσουρο γητευτής και γητεμένος άφωνος και χτυπημένος ξανά από τον λόγο στο σκοτάδι στη λάσπη εδώ δεν διορθώνεται τίποτε». Η εικόνα της ανθρωπότητας που προβάλλει ο Μπέκετ είναι αποκαρδιωτική: οι άνθρωποι προκαλούν τον πόνο και υποφέρουν εναλλάξ -ξεκινούν ένα ταξίδι, ζευγαρώνουν, εγκαταλείπονται και εγκαταλείπουν αλλήλους. Είναι μόνοι, αν και αμέτρητοι, δεν μπορούν να γνωρίσουν τον άλλον ούτε να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους. Η επαφή είναι απεχθής, τους εκθέτει στην απώλεια, στον πόνο. Δικαίως έχει θεωρηθεί ότι το ρεφρέν του έργου «κάτι δεν πάει καλά» στο «πώς είναι» τα πράγματα, υπονοεί την έλλειψη Θείας Πρόνοιας, την αποτυχία του δημιουργού- συγγραφέα να φτιάξει έναν αρμονικό και δίκαιο κόσμο.


Ο αμφίσημος τίτλος «Πώς είναι» υπόσχεται να περιγράψει όχι μόνο πώς είναι αλλά και πώς ξεκινούν όλα. Οι εικόνες της παιδικής ηλικίας, οι επανοδικές αναφορές στη «λάσπη» -την πρώτη ύλη της δημιουργίας-, στο «αγκομαχητό» που παραπέμπει στην αγωνία της ζωής, αλλά και την πνοή του δημιουργού, την ανάσα της γλώσσας, επικαλούνται τη δημιουργία, την απαρχή, την ίδια στιγμή που την αρνούνται και την καταγγέλλουν. Ο Μπέκετ μάς θυμίζει ότι από το ευτελές και το ανόργανο δημιουργείται η ζωή, και η τέχνη του από εκεί αντλεί και εκεί επιστρέφει, με τον ίδιο τρόπο που η εμμονή με το κακό, το ψέμα, την αθλιότητα, τον τρόμο στο έργο του προϋποθέτει εντέλει άρρητα την αναζήτηση της ομορφιάς, της αλήθειας, του ιδανικού.


ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 18/05/2007

Συγγραφέας:
Μπέκετ, Σάμουελ
Εκδότης:
Ύψιλον
Σελίδες:
184
ISBN:
9789601702018
Επιμελητής:
Μπερλής, Αρης
Μεταφραστής:
Δημητριάδου, Αθηνά
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/11/2006

Πολύ καλό
Γράψτε μια κριτική