Το περιοδικό "Κριτική" (1959-1961)

Μια δοκιμή ανανέωσης του κριτικού λόγου
(Σειρά: Νέα Ελληνική φιλολογία Νο 4)
Έκπτωση
30%
Τιμή Εκδότη: 18.00
12.60
Τιμή Πρωτοπορίας
+
217208
Εκδόσεις: University Studio Press
Σελίδες:414
Ημερομηνία Έκδοσης:1/1/2004
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Τα εκτενή κείμενα κριτικής και στοχασμού του περιοδικού συγκροτούν δύο κύριους θεματικούς άξονες: α) τον έλεγχο της μαρξιστικής αισθητικής, όπως αυτή είχε επιβληθεί από τις μεσοπολεμικές και μεταπολεμικές κομματικές επιταγές και β) την ανάγκη επανεξέτασης του μοντερνισμού της Γενιάς του 30. Εδώ εντάσσεται και η προσπάθεια καθορισμού της φυσιογνωμίας του ποιητικού και κριτικού λόγου της Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς.
Η "Κριτική" παρέμεινε πιστή στις αρχικές δεσμεύσεις της: έγινε όργανο της Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς, καθώς ανέδειξε τον κριτικό λόγο των πνευματικών ανθρώπων, κυρίως ποιητών-κριτικών, της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου και έγινε, έτσι, το πρώτο βήμα συστηματικής έκφρασής τους. Δεν περιχαρακώθηκε ιδεολογικά μέσα στην ιδεολογική και πολιτική διαμάχη της εποχής, γιατί άσκησε έλεγχο και κριτική με όρους δημοκρατικούς και πλουραλιστικούς, γι αυτό και ο διάλογος μέσα από τις στήλες του περιοδικού βρήκε γόνιμο έδαφος.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου







ΚΡΙΤΙΚΗ



Ολο και περισσότερα στοιχεία προσκομίζει η φιλολογική έρευνα για τα λογοτεχνικά περιοδικά της Αριστεράς κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, και ειδικότερα κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 50 και του 60. Πρώτα ήταν η «Επιθεώρηση Τέχνης», τώρα είναι η «Κριτική». Το ερευνητικό ενδιαφέρον μοιάζει αυτονόητο. Ολες οι μεγάλες πολιτικές, ιδεολογικές και αισθητικές ζυμώσεις της λογοτεχνίας στην Ελλάδα πριν από την επιβολή του καθεστώτος των συνταγματαρχών έγιναν στο χώρο της Αριστεράς. Εκεί παίχτηκε το παιχνίδι της αμφισβήτησης της κομματικής ορθοδοξίας και της αποκαθήλωσης των στερεοτύπων της, εκεί επίσης δοκίμασαν το μέγεθος της αντοχής τους οι δυνάμεις που αντιστάθηκαν στην ανανέωση και στον εκσυγχρονισμό. Από τη σημερινή μας σκοπιά, και με βάση την έκταση της κριτικής που ασκήθηκε, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, στο λογοτεχνικό αλάθητο του κόμματος, ξέρουμε πως το μαχαίρι θα μπορούσε (οι θεωρητικοί όροι υπήρχαν) να είχε μπει πολύ πιο βαθιά. Κάτι τέτοιο, παρ όλα αυτά, δεν συνέβη και όταν ήλθε η Μεταπολίτευση η συζήτηση έγινε με έναν τρόπο ο οποίος έδειξε πως τα πράγματα είχαν αρχίσει ώς έναν βαθμό να ξεκαθαρίζουν από μόνα τους. Οι ανάγκες, άλλωστε, της εποχής ήταν πλέον εντελώς διαφορετικές και η περίοδος που ξημέρωνε θα δημιουργούσε μιαν ιδεολογική σιωπή η οποία δεν έχει πάψει ώς τις μέρες μας.



Η αλήθεια του Κόμματος και των άλλων



Μετά το πλήθος των μελετών και των δημοσιεύσεων που έχουν έρθει στο φως σχετικά με την «Επιθεώρηση Τέχνης», ο Μιχ. Γ. Μπακογιάννης στρέφει την προσοχή του στην «Κριτική», το περιοδικό το οποίο εξέδωσε στη Θεσσαλονίκη ο Μανόλης Αναγνωστάκης από το 1959 ώς το 1961: ένα περιοδικό συγγενές ιδεολογικά και πολιτικά με την «Επιθεώρηση Τέχνης», αλλά σαφώς πιο ελεύθερο και ανεξάρτητο από εκείνη. Η διαφορά, βεβαίως, είναι ευεξήγητη. Η «Επιθεώρηση Τέχνης», πρώτον, όφειλε να μην υπερβαίνει (ή εν πάση περιπτώσει να μην υπερβαίνει πάντα) τους τοίχους της ιδεολογικής της μάντρας, αφού ήταν υποχρεωμένη να δέχεται την αφανή συνοδεία του Κόμματος, και δεύτερον, έπρεπε να προσφέρει προνομιακές συνθήκες στους εκπροσώπους του ιερατείου όποτε οι ίδιοι έκριναν πως η αλήθεια χρειαζόταν αποκατάσταση. Για να επιστρέψουμε, ωστόσο, στην «Κριτική», ο ερευνητής δεν έχει φοβηθεί καιρό και κόπο ως προς την αποδελτίωση του αντικειμένου του και έχει δουλέψει πολύ και μεθοδικά: έχει ευρετηριάσει συστηματικά το υλικό του, έχει παρακολουθήσει διεξοδικά την ατομική πορεία των στενών συνεργατών του περιοδικού στα γράμματα κι έχει επιπλέον αξιοποιήσει στο έπακρο τα πορίσματα των εργασιών γύρω από την «Επιθεώρηση Τέχνης» -προϋπόθεση απαραίτητη προκειμένου να εξεταστεί σε όλες τις διαστάσεις της η πορεία της «Κριτικής» και να βγουν τα αναγκαία συγκριτικά συμπεράσματα.

Σχολιάζοντας λεπτομερειακά όλων των ειδών τα κείμενα τα οποία φιλοξένησε κατά το διάστημα της σύντομης ζωής της η «Κριτική» (δοκίμια, βιβλιοκρισίες, τεχνοκριτικές και μεταφράσεις), ο Μπακογιάννης αναδεικνύει εύστοχα και με πεντακάθαρο τρόπο τα βασικά χαρακτηριστικά του περιοδικού: θέλοντας να ξεφύγει από τις αγκυλώσεις μιας Αριστεράς της οποίας ο θεωρητικός και ιδεολογικός εξοπλισμός βαστούσε από το Μεσοπόλεμο, η «Κριτική» άνοιξε τις σελίδες της στους ποιητές και τους κριτικούς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς (εκεί, βέβαια, ανήκει και ο Αναγνωστάκης), που ανέλαβαν να ανακινήσουν ζητήματα όπως η σχέση της τέχνης με το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο της εποχής της, η αποστολή και οι σκοποί της ποίησης, η επικαιρότητα του μοντερνισμού ή η σημασία της καλλιτεχνικής στράτευσης. Σε όλα αυτά τα θέματα η «Κριτική» βρέθηκε στην αντίπερα όχθη του κομματικού status: δημοσίευσε μεταφράσεις του Λούκατς και του Ρολάν Μπαρτ για την αυτονομία του έργου τέχνης, άνοιξε τη συζήτηση για το γαλλικό «νέο μυθιστόρημα» και πολέμησε την αντίληψη ότι η αισθητική έκφραση δεν είναι παρά μια αντανάκλαση του οικονομικού και κοινωνικού περιβάλλοντος.



Οι εσωτερικές αντιθέσεις



Ενα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο της δουλειάς τού Μπακογιάννη είναι ότι παροτρύνει τον προσεκτικό αναγνώστη να διακρίνει όχι μόνο μεταξύ των θέσεων της «Κριτικής» και της κομματικής ορθοδοξίας, αλλά και μεταξύ των απόψεων που δημοσιεύονται μόνο στην «Κριτική». Και εδώ το παιχνίδι προκύπτει ασφαλώς κρισιμότερο, μια και εκείνο το οποίο κάνει τώρα ο ερευνητής (διακριτικά και με την απόσταση την οποία επιβάλλει η ιστοριογραφική ματιά) είναι να υποδείξει συμβατικές αντιλήψεις ή αδράνειες και οπισθοχωρήσεις στο εσωτερικό και του ανανεωτικού μετώπου. Και κάθε άλλο παρά τυχαίο μου φαίνεται στο σημείο αυτό το ότι την πιο ρηξικέλευθη στάση ανάμεσα στους συνεργάτες της «Κριτικής» κράτησαν πρόσωπα όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης και η Ελένη Βακαλό ή η Νόρα Αναγνωστάκη, των οποίων την πορεία οι νεότεροι είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στα μεταπολιτευτικά χρόνια, ξεχωρίζοντας από πολύ νωρίς τη συνέπεια των τοποθετήσεών τους, που τραβούσαν ίσια τη γραμμή από το παρελθόν.

Με την εργασία του ο Μπακογιάννης προσθέτει ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της μεταπολεμικής κριτικής της Αριστεράς. Στα προσόντα της μελέτης του ας προσμετρηθούν η ακρίβεια και η σαφήνεια τόσο του συνόλου όσο και των επιμέρους αναλύσεων, η γερή και προσεκτική τεκμηρίωση, καθώς και το εμφανώς αδογμάτιστο και απροκατάληπτο πνεύμα. Οσοι έχουν πιο ειδικά ενδιαφέροντα, μπορούν να συμβουλευτούν και την παράλληλη εργασία του Μπακογιάννη, που υπό τον τίτλο «Η "Κριτική" (1959 - 1961) του Μανόλη Αναγνωστάκη» (εκδόσεις «University Studio Press») παρουσιάζει πλήρη ευρετήρια του περιοδικού: κατά τεύχη, συγγραφείς και βιβλιοκρισίες, κατά αναφερόμενα πρόσωπα και έργα, κατά κινηματογραφικές ταινίες, θέατρα και θιάσους, κατά περιοδικά, εφημερίδες, εκδοτικούς οίκους και τυπογραφεία και κατά κομματικά συνέδρια, ομιλίες, οργανισμούς και συλλόγους.



ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 10/09/2004
Συγγραφέας:
Μπακογιάννης, Μιχάλης
Εκδότης:
University Studio Press
Σελίδες:
414
ISBN:
9789601212579
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/1/2004

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική