Όσες φορές αντέξεις ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟ

Μυθιστόρημα
Έκπτωση
61%
Τιμή Εκδότη: 8.00
3.15
Τιμή Πρωτοπορίας
+
507579
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Σελίδες:396
Ημερομηνία Έκδοσης:01/01/1998
ISBN:2229600339541
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Άμεσα διαθέσιμο
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Περιγραφή


Μια κοπέλα στη σημερινή Αθήνα ερωτεύεται τυχαία κάποιον
αλλοδαπό. Το αίσθημα αυτό γίνεται η κινητήρια δύναμη για να
βγει από την μονότονη καθημερινότητα και να ξεκινήσει μια
περιπλάνηση σε πόλεις του εξωτερικού. Για την ηρωίδα είναι ένα
ταξίδι αυτογνωσίας, για τον αναγνώστη μια ευχάριστη επαφή με
μικρά κομμάτια από την ιστορία των πόλεων αυτών.





ΚΡΙΤΙΚΗ



Τον αφορισμό του Κάφκα τον παραθέτει η συγγραφέας με πλαγιογράμματη γραφή μέσα στο κείμενό της, όπως κάνει και με πολλές άλλες προτάσεις αντλημένες από τα «Ημερολόγια» και την «Αλληλογραφία» του. Τον χρησιμοποιώ γιατί με βοηθάει να διατυπώσω ένα ερώτημα που με διακατέχει αφότου τέλειωσα την ανάγνωση του μυθιστορήματός της: ένας κριτικός που ομολογεί ότι δεν ξέρει τίποτα, κερδίζει άραγε την εμπιστοσύνη του συγγραφέα; Πιστεύω πως ένας κριτικός δεν συνομιλεί με τον συγγραφέα, αλλά με το βιβλίο· και ότι συνομιλεί φωναχτά, έτσι ώστε να τον ακούνε οι αναγνώστες του. Λοξοκοιτάζει όμως και κατά τη μεριά του συγγραφέα, κακά τα ψέματα. Είναι και ο συγγραφέας μέσα στους συνομιλητές του.

Με όλα αυτά προσπαθώ να καλύψω την αμηχανία μου. Γράφοντας για το πρόσφατο μυθιστόρημα της Μιχαλοπούλου, θα προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω τι ξέρω και τι δεν ξέρω, να ανακαλύψω τι με γοήτευσε και τι με απώθησε στο βιβλίο της. Το βέβαιο είναι πως το διάβασα απνευστί, μολονότι τα πρώτα δύο μέρη του δεν διαθέτουν την αναγκαία προωστική δύναμη για να ωθήσουν τον αναγνώστη προς το τέλος. Ένας λιγότερο υπομονετικός αναγνώστης μπορεί και να το παρατήσει προτού τελειώσει το δεύτερο κεφάλαιο. Τον συμβουλεύω να επιμείνει, χωρίς δισταγμό. Και αν του είναι δυνατό να αρχίσει από το τέλος! Σχήμα λόγου, φυσικά κανείς δεν αρχίζει από το τέλος. Σχήμα λόγου, με το οποίο θέλω να πω ότι το τέλος φωτίζει και εν μέρει δικαιώνει την αρχή. Έχοντας ωστόσο κατά νου έναν αναγνώστη που δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, κρίνω αναγκαίο να αρχίσω από την αρχή.

Εν αρχή, λοιπόν, ην ο έρως. Ο έρωτας της πρωταγωνίστριας, μιας Ελληνίδας γύρω στα σαράντα για έναν τσέχο ταξιδιωτικό πράκτορα, που η ανώνυμη ηρωίδα ­ για την οποία δεν δίνονται πολλές πληροφορίες ­ γνωρίζει σε ένα αθηναϊκό μπαρ, ψωνίζεται μαζί του, με όλες τις σημασίες της λέξης και καταλήγει στο δωμάτιό του, σε ένα ξενοδοχείο στην Ομόνοια. Ο γοητευτικός και αινιγματικός Ίβο, αφού περάσει και από το διαμέρισμά της, όπου επίσης θα επιδοθεί σε παράφορες σεξουαλικές επαφές, θα φύγει σε λίγες μέρες για την πατρίδα του, όπου τον περιμένουν οι δουλειές του, η γυναίκα του με τις τρεις κόρες τους και η μοίρα του.

Για την ηρωίδα, όμως, η σχέση με τον Ιβο δεν είναι ένα περιστασιακό καπρίτσιο, αλλά κάτι ως μοίρα. Γι αυτό και όταν διαβάζει στην εφημερίδα ότι ο αγαπημένος της εμπλέκεται σε κάποιο αυτοκινητιστικό δυστύχημα, μαζί με τη διάσημη συγγραφέα Γκρέτα Σάμσα, παρατάει τα πάντα, πουλάει τα ασημικά της και πάει στην Πράγα προς αναζήτησή του. Κι έτσι αρχίζει το ουσιαστικό μέρος του μυθιστορήματος: ένα οδοιπορικό περιπλάνησης και αναζήτησης. Ακολουθώντας τον ευκαιριακό εραστή, ελαφρά τραυματισμένο τελικά, και τη Σάμσα, βαρύτατα πληγωμένη, παραμορφωμένη, με την οποία ο Ιβο συνδέεται πλέον αρρήκτως, αφού αποδεικνύεται ετεροθαλής αδερφός της, η ελληνίδα «τυχοδιώκτρια» θα διαγράψει μια πλήρη σχεδόν ευρωπαϊκή τροχιά: Αθήνα - Πράγα - Μόναχο - Γενεύη - Μαδέρα. Ο έρωτας, θα πει στο τέλος ο φανταστικός επιμελητής του μυθιστορήματος μιας φανταστικής συγγραφέως, μοιάζει να είναι το μέσον, το όχημα της αναζήτησης. Και η ηρωίδα θα παραδεχθεί, λίγο πριν από το τέλος, ότι δεν είναι σίγουρη αν έτρεχε πίσω από τον Ιβο για να τον βρει ή για να τον χάσει!

Αλλά προτρέχω. Ας επανέλθω στην αρχή. Η αιτία της περιπλάνησης, η αναζήτηση του συμπτωματικού εραστή δεν είναι πολύ πειστική. Θα συμβούλευα τον αναγνώστη να μην αποκαρδιωθεί από την ισχνότητα της πειστικότητας. Καθώς αναλογίζομαι το μυθιστόρημα αναδρομικά, θα έλεγα πως η αληθοφάνεια δεν απασχολεί τη συγγραφέα παρά μόνο επιφανειακά. Της αρκούν κάποια στοιχειώδη προσχήματα. Τίθεται όμως το ερώτημα: αν το θέμα της είναι η αναζήτηση, για ποια αναζήτηση πρόκειται; Τι είναι αυτό που αναζητεί η ηρωίδα της από τη μία άκρη της Ευρώπης στην άλλη; Παρά τους υπαινιγμούς της ηρωίδας / αφηγήτριας, παραμένω αβέβαιος για τον στόχο της αναζήτησής της. Και έχω την υποψία πως και η αναζήτηση είναι ένα πρόσχημα για να εκδιπλωθεί ο πραγματικός στόχος της ταξιδιωτικής μανίας: η περιπέτεια.

Σε αντίθεση με το προηγούμενο μυθιστόρημα της Αμάντας Μιχαλοπούλου, το «Γιάντες», του οποίου η αφήγηση είναι κεντρομόλος, καθώς όλα στρέφονται γύρω από μια οικογένεια, εδώ η αφήγηση είναι φυγόκεντρος. Το «Γιάντες», παρά τη φιλοπαίγμονα διάθεση, το μπρίο και το χιούμορ του, έλκει την καταγωγή από το δραματικό μυθιστόρημα και ειδικότερα από το μυθιστόρημα των ενδοοικογενειακών σχέσεων. Αντιθέτως, οι απώτατες ρίζες τού «Όσες φορές αντέξεις» πρέπει να αναζητηθούν μάλλον στο πικαρέσκο μυθιστόρημα, στο roman d aventure. Παρά ταύτα, το ερώτημα «τι αναζητεί η ηρωίδα» παραμένει, έστω και αποδραματοποιημένο. Την απάντηση την ψάχνω λιγότερο στις νύξεις και τις δηλώσεις της αφηγήτριας και περισσότερο μέσα στο υλικό και τη δομή του μυθιστορήματος. Με άλλα λόγια, εστιάζω την προσοχή μου στο τι βρίσκει η περιπλανώμενη ηρωίδα, τι συναντά, τι περιγράφει, τι αφηγείται.

Και ενώ δεν συναντά τον Ίβο ή τον αποφεύγει δύο φορές που τον συναντά ­ πώς να φθάσεις στην «Ιθάκη» και να διακόψεις τ ωραίο ταξίδι! ­ συναντά στην Τσεχία τη γυναίκα και τη μητέρα του Ιβο, συναντά τη φράου Ερικα, δασκάλα της των γερμανικών όταν ήταν παιδί, τώρα μόνιμη κάτοικο Μονάχου, τη νονά της, Ιουλία Φίσλι, από χρόνια εγκατεστημένη στη Γενεύη. Και, βέβαια, γνωρίζει τόσες ευρωπαϊκές πόλεις, η περιγραφή των οποίων μερικές φορές νιώθεις να βαραίνει αδικαιολόγητα το μυθιστόρημα, ενώ ανήκει μάλλον στο είδος των ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Σε αποζημιώνουν όμως οι ενδιαφέρουσες αφηγήσεις τριών γυναικών ­ της μάνας του Ίβο, της δασκάλας και της νονάς ­ από τις οποίες προκύπτουν ζωντανά και αξιομνημόνευτα πορτρέτα. Δεν με παίρνει ο χώρος να σχολιάσω τα του βίου των τριών ηλικιωμένων γυναικών. Επιθυμώ όμως να σημειώσω το κοινό στοιχείο που υπάρχει σε τρεις τόσο διαφορετικές προσωπικότητες: και οι τρεις εγκαταλείφθηκαν ή προδόθηκαν από τον άντρα της ζωής τους. Και αξίζει τον κόπο να παρατηρήσω πως σε όλες σχεδόν τις επαφές της ηρωίδας με τους ευρωπαίους γνωστούς και αγνώστους της, η προσπάθεια της επικοινωνίας σκοντάφτει πάνω σε ανυπέρβλητα σχεδόν γλωσσικά φράγματα. Οι επαφές της κατορθώνονται, σε ατελέστατο βαθμό, μέσα από συνομιλίες σε σπασμένα γερμανικά, σπασμένα τσέχικα ή σπασμένα ελληνικά. Σπασμένα όλα. Το τι μπορεί να σημαίνει αυτό, το αφήνω στην ευαισθησία και την κρίση του αναγνώστη.

Αλλά αν οι ιστορίες των τριών γυναικών είναι το στημόνι του υφαντικού ιστού της αφήγησης, ενδιαφέρουσες καθώς είπα ιστορίες, μέσα στα όρια όμως μιας παραδοσιακής μυθοπλασίας, το υφάδι της είναι ένα αξιοζήλευτο εύρημα. Η συγγραφέας Γκρέτε Σάμσα, ένα είδος μετεμψύχωσης του Φραντς Κάφκα (αρκεί να θυμηθούμε ότι ο ήρωας της «Μεταμόρφωσης» ονομάζεται Γκρέγκορ Σάμσα), όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται η Γκρετ Μέρινγκ, «ερευνήτρια για την αθανασία της ψυχής» και ηγερία του Κινήματος Αστρικής Ευθύνης, η Γκρέτε Σάμσα, ετεροθαλής αδερφή του Ιβο, και το μυθιστόρημά της «Διχοτόμηση», ένα πανευρωπαϊκό μπεστ σέλερ που πρόκειται να γίνει κινηματογραφική ταινία από τον γερμανό σκηνοθέτη Όττο Σπίλμαν, δίνουν στην Αμάντα Μιχαλοπούλου την ευκαιρία να στήσει ένα ευφάνταστο παιχνίδι γύρω από πραγματικούς και φανταστικούς συγγραφείς και να εκμεταλλευτεί ευφυέστατα τις παρωδιακές και ειρωνικές δυνατότητες του ευρήματός της. Η «ψύχωση με τον Κάφκα» και το υποθετικό μυθιστόρημα της επινοημένης συγγραφέως Σάμσα, διαστίζουν το μυθιστόρημα «Όσες φορές αντέξεις» από άκρου εις άκρον, όπως το διαστίζουν φράσεις αντλημένες από τα «Ημερολόγια» του Κάφκα, τις οποίες η αφηγήτρια ενθέτει εντέχνως μέσα στον δικό της λόγο και η πραγματική συγγραφέας φροντίζει να τυπωθούν με πλαγιογράμματα.

Απολαυστικά ευρηματική βρίσκω και την ανατροπή του τελευταίου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Επίμετρο του επιμελητή» και υπογράφεται από τον Όττο Σπίλμαν, όστις αποκαλύπτει ότι δεν είναι σκηνοθέτης, αλλά ποιητής που κερδίζει τον επιούσιο ως επιμελητής εκδόσεων και ο οποίος εκλήθη να επιμεληθεί το μοναδικό βιβλίο της άσημης Γκρέτε Σάμσα, το μεταθανατίως εκδιδόμενο «Όσες φορές αντέξεις»!

Ο αναγνώστης αυτών των γραμμών θα έχει αντιληφθεί, ελπίζω, ότι το μυθιστόρημα της Αμάντας Μιχαλοπούλου είναι πρωτίστως μια έξυπνη παρωδία. Παρωδεί το roman d aventure, το μυθιστόρημα της περιπλάνησης, παρωδεί ή υπονομεύει ειρωνικά το μυθιστόρημα της αναζήτησης, παρωδεί την παραψυχολογία όπως και την ψυχοπαθολογία της ερωτικής εμμονής, παρωδεί τη γλωσσική Βαβέλ της Ενωμένης Ευρώπης, παρωδεί τη συγγραφική αλλά και την ερμηνευτική διαδικασία, παρωδεί ακόμη τον μοντερνισμό, με έναν δόλια μεταμοντέρνο τρόπο.

Κι εδώ είναι που ο γράφων επιτρέπει στον εαυτό του να οργίζεται με μια νέα συγγραφέα, τη γνώση, την επινοητικότητα και το ταλέντο της οποίας εκτιμά· να απορεί μάλλον παρά να οργίζεται: πώς γίνεται και μια προικισμένη συγγραφέας καταδέχεται να γεμίζει το κείμενό της με ευφυολογήματα επιτηδευμένου χιούμορ και αμφίβολης δραστικότητας; Το χιούμορ, η ειρωνεία, η παρωδία ψηλαφούνται μέσα στη δομή του μυθιστορήματός της και στο βαθύτερο επίπεδο της ρητορικής του κατασκευής. Δεν της χρειάζονται τα δεκανίκια του ευφυολογήματος. Μάλλον βλάπτουν τη γοητεία της γραφής της οι αφοριστικές παραδοξολογίες, οι απροσδόκητες παρομοιώσεις, οι «εξυπναδούλες», με μια λέξη. Τον αναγνώστη που ενδέχεται να δυσφορήσει με όλα αυτά, θα τον συμβούλευα να επιμείνει. Η επιμονή του θα ανταμειφθεί με την ανάγνωση ενός έξυπνου, τερπνού και μελαγχολικού κατά βάθος μυθιστορήματος.

Σπύρος Τσακνιάς, ΤΟ ΒΗΜΑ, 10-01-1999




Κεντρική ηρωίδα στο δεύτερο, μετά το «Γιάντες», μυθιστόρημα της Αμάντας Μιχαλοπούλου φαίνεται να είναι μια σαραντάχρονη γυναίκα, αν και το πρόσωπο που επισκιάζει τα πάντα είναι στην πραγματικότητα ο Κάφκα που εμπλέκεται στον αφηγηματικό ιστό με τρόπο πλάγιο (και μάλλον πετυχημένο). Η χωρίς όνομα ηρωίδα γνωρίζει στο μπαρ Γκάλαξι ­ το γνωστό αθηναϊκό «ποτάδικο» ­ έναν τσέχο ταξιδιωτικό πράκτορα. Ζουν μαζί οκτώ μέρες πάθους, ώσπου εκείνος φεύγει για την πατρίδα του όπου τον περιμένει η οικογένειά του. Κάπου εδώ αρχίζει το εξακολουθητικό παιχνίδι με τον Κάφκα, με την Ανώνυμη να ρίχνεται στην περιπέτεια επειδή διαισθάνεται ότι κάτι κακό συμβαίνει στον εραστή του οκταημέρου. Η αναζήτηση θα την οδηγήσει σε μια μεγάλη ευρωπαϊκή διαδρομή με κατάληξη στην Ιβηρική χερσόνησο. Στην πορεία της συναντά την Γκρέτε Σάμσα (απλή συνωνυμία με την αδελφή του Γκρέγκορ στη Μεταμόρφωση...), συγγραφέα που έχει κερδίσει το ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας ενώ υπάρχουν υπόνοιες ότι αποτελεί καφκική μετενσάρκωση. Στην ιστορία εμπλέκεται μια αποκρυφίστρια που ευθύνεται για όλες αυτές τις φήμες γύρω από την Γκρέτε. Πρέπει να φτάσει κανείς στις τελευταίες δέκα σελίδες για να καταλάβει ότι ο ρόλος του Κάφκα είναι καταλυτικός και απαραίτητος για την εξέλιξη του μύθου. Η Αμάντα Μιχαλοπούλου για άλλη μια φορά ακολουθεί τη δομή τής κυρίως ιστορίας, με πολλές υπο-ιστορίες να αναπτύσσονται στο περιθώριο της κυρίως αφήγησης, φτιάχνοντας ένα μυθιστόρημα που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον σε όλες τις αφηγηματικές διακυμάνσεις.

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!