Ιστορικό κέντρο

Έκπτωση
30%
Τιμή Εκδότη: 9.57
6.70
Τιμή Πρωτοπορίας
+
274684
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Σελίδες:92
Ημερομηνία Έκδοσης:1/1/2005
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Κείμενα που δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και με διάφορες ευκαιρίες συνθέτουν αυτό το βιβλίο, χωρίς ούτε η συγκυρία ούτε η χρονική απόσταση της γραφής να επηρεάζει την αρμονική συνύπαρξή τους.
Έτσι λοιπόν βλέπουμε να συμπορεύονται γραπτά που προορίστηκαν για ειδικά αφιερώματα, καθώς και άλλα, χωρίς θεματικό περιορισμό, που γράφτηκαν για την «Κλεψύδρα» -κυρίως- της λέξης, για την παλαιά στήλη του Βήματος «Σημασίες», για την Αυγή, την Ελευθεροτυπία, την Ημερησία ή τα περιοδικά Πλανόδιον και Δέντρο.
Όσο για τον τίτλο, είναι βέβαιο ότι προκύπτει από την έλξη που ασκεί πάνω μας κάθε «ιστορικό κέντρο» τού μέσα μας κόσμου, πρωτίστως, αλλά και όσων πόλεων ζήσαμε ή επισκεφθήκαμε και τώρα τρυφερά τις θυμόμαστε.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου








ΚΡΙΤΙΚΗ



Το βιβλίο του Γιώργου Μαρκόπουλου «Ιστορικό κέντρο» μάς εισάγει σε έναν πολυδαίδαλο κόσμο προσωπικών αναμνήσεων με δύο άξονες-αφετηρίες: την ιδιαίτερη πατρίδα του αφηγητή, τη Μεσσηνία, από τη μια, και το κέντρο της Αθήνας, από την άλλη. Οι αναμνήσεις αυτές φέρνουν στο φως πρόσωπα γνωστά και άσημα, λογοτέχνες και ποιητές, όπως και πλανόδιους πωλητές, ποδοσφαιρόφιλους, μαγαζάτορες, ασθενείς νοσοκομείων κ.ά. Και όλες αυτές οι μορφές εντάσσονται σε μια τοπογραφία του παρελθόντος, με κάποια σημεία της αναγνωρίσιμα και σήμερα, κεντρικές οδούς, ιδρύματα και στέκια της πρωτεύουσας, αλλά και της πελοποννησιακής επαρχίας (Μοναστηράκι, Σόλωνος, Ασκληπιού, Ιπποκράτους, Πανεπιστημίου, «Μαμάτσειο», «Καραμανδάνειο», «Κοργιαλέγνειο»), τα οποία δεν αποτελούν το καθαυτό αντικείμενο περιγραφών, αλλά το πλαίσιο όπου εγκιβωτίζεται η ανθρωποκεντρική οπτική του συγγραφέα. Ο λόγος στέκεται στις φωτογραφικές εκείνες λεπτομέρειες που στοίχειωσαν στο μυαλό του, ως παιδιού ή ενήλικου, τόσο με την παρουσία τους όσο και με τα ερωτήματα ή τα κενά που του δημιούργησαν.

Οπως ο Γ. Ιωάννου παρατηρεί ως αυτόπτης μάρτυρας τις γειτονιές των αστικών κέντρων, Θεσσαλονίκης και Αθήνας, και εκθέτει μ έναν άμεσο τρόπο την παρατήρησή του, έτσι και ο Μαρκόπουλος επιλέγει την πρωτοπρόσωπη εκφώνηση, χωρίς όμως να περιορίζεται αποκλειστικά στο ρεαλιστικό τρόπο αφήγησης. Η αφήγηση, αυτοβιογραφική στη βάση της, περιστρέφεται γύρω από την εκδίπλωση προσωπικών αναμνήσεων, άλλοτε συνειρμικά, αψηφώντας δείκτες τόπου και χρόνου, κι άλλοτε πιο οργανωμένα, σύμφωνα με μια αιτιατή αλυσίδωση. Ενδεικτική είναι και η περίπτωση Βέη, ο οποίος κινείται διαρκώς ανάμεσα στο ρεαλισμό και την αφαίρεση, δίνοντας έτσι στα ομόλογα, με τον Μαρκόπουλο, κείμενά του ποιητική διάσταση.

Αναδιφώντας τον κρυφό λυρισμό των τόπων και των καταστάσεων, διαπιστώνουμε ότι η όλη διαδρομή ακολουθεί μια ταλάντευση ανάμεσα στον κόσμο της πραγματικότητας και τον εσωτερικό κόσμο του αφηγητή, ο οποίος, μέσα από τις ψηφίδες των αναμνήσεών του, ξεδιπλώνει και κάποια κομμάτια από την ιστορία της δικής του ψυχής. Αντικειμενική πραγματικότητα και υποκειμενικό βίωμα συναιρούνται και σε πολλά σημεία ο λόγος αφήνει πίσω του τα ρεαλιστικά του ερείσματα για να αγγίξει την ποίηση. Πράγμα φυσικό, άλλωστε, αφού η διαμεσολάβηση ανάμεσα στους δύο κόσμους, στο αντικείμενο και την αίσθηση ή διαίσθησή του, δεν μπορεί, στην περίπτωση ενός καταξιωμένου ποιητή, όπως του Μαρκόπουλου, παρά να οδηγήσει σε μια ιδιαίτερα προσωπική και μαγική εκδοχή τής πραγματικότητας, η οποία αντλεί από τα γόνιμα κοιτάσματα της ποιητικής του προπαίδειας. Η ποίηση περνά όχι μόνο στο περιεχόμενο, ως προς την αφαίρεση και τη μετάθεση στις οποίες υποβάλλει το υλικό της εμπειρίας, αλλά και μορφολογικά· πολλές είναι οι περιπτώσεις όπου εντοπίζονται έμμετρες φράσεις, αναδιπλώσεις ή ομόηχες καταλήξεις.

Αν και τα κείμενα που στεγάζονται στον τόμο αυτόν έχουν δημοσιευτεί ανεξάρτητα, σε περιοδικά και εφημερίδες, ωστόσο έχουν ενιαίο ύφος και ο συνεκτικός τους ιστός, που είναι ο κόσμος των αναμνήσεων του συγγραφέα τους, ευνοεί μια παρατακτική ανάγνωση, η οποία ξεθάβει σταδιακά γοητευτικούς κόσμους του παρελθόντος και τους καταθέτει μέσα από τη γνησιότητα του βιώματος και της οπτικής του αυτόπτη μάρτυρα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το βιβλίο ξεκινά ως νεκρολογία, ιδίως γνωστών λογοτεχνών (Ανδρέας Εμπειρίκος, Νίκος Καρούζος, Αρης Αλεξάνδρου, Γιώργος Ιωάννου), οι οποίοι, σβήνοντας βιολογικά, άφησαν πίσω τους, εκτός από το έργο τους, ίχνη τής καθαρά ανθρώπινης διάστασής τους, «λόγια και χειρονομίες». Τα στοιχεία αυτά, μεταθανάτια, αποκτούν ιδιαίτερο βάρος για τον αφηγητή, ο οποίος στρέφεται στην ανίχνευσή τους, αντιλαμβανόμενος ταυτόχρονα τον ιερό χαρακτήρα (αλλά και το δυσεξήγητο και σκοτεινό της εμπειρίας), που δεν αποκαλύπτεται παρά εκ των υστέρων και μόνον μερικώς, ειδικά όσον αφορά το πεδίο των διαπροσωπικών σχέσεων. Και τούτο, γιατί μέσα στις προσωπικές διαδρομές και διασταυρώσεις των ανθρώπων, τυχαίες και μη, διεξάγεται ένα παιχνίδι, παρουσίας και απουσίας συνάμα, ενός λόγου, δηλαδή, όπου το μεγαλύτερο υπονοούμενό του, είναι, σε τελευταία ανάλυση, η μοναξιά και η ανάγκη της αντιστάθμισής της. Οι μεταστάντες φίλοι, ποιητές και συγγενείς, προκαλούν τον αφηγητή με το βάρος της απουσίας τους, κι έτσι γίνονται και πάλι άγνωστοι και τα σκόρπια λόγια τους αποκτούν το ιδιαίτερο βάρος αινιγματικών χρησμών.

Το βιβλίο, έτσι, πέρα από την αφηγηματική του αξία, ως λόγου που μετεωρίζεται επιδέξια μεταξύ ρεαλισμού και ποίησης, μπορεί να διαβαστεί και ως μια προσπάθεια επικοινωνίας με κόσμους απόντες ή και λησμονημένους. Αυτή η βυθοσκόπηση της απουσίας, εκτός από τις ηλικιακά ώριμες αναμνήσεις, πραγματοποιείται και μέσα από μια κατάδυση στον κόσμο της παιδικής ηλικίας. Στα κεφάλαια εκείνα που περιλαμβάνουν αναμνήσεις από την ιδιαίτερη πατρίδα του αφηγητή, ο λόγος είναι πιο γειωμένος, καθώς παρουσιάζει τον ιδιαίτερο τρόπο που αντιλαμβανόταν τον περίγυρό του όταν ήταν παιδί, όπως το κουρείο του πατέρα του ή τις πρώτες εμπειρίες με το κάπνισμα ή τα πρώτα μπάνια στη θάλασσα. Ο τωρινός αφηγητής μεταδίδει τα βιώματα εκείνα με τον τρόπο που τα ένιωθε τότε, σε μια επικοινωνία, όπου συμμετείχαν όλες του οι αισθήσεις.

Μέσα στους θυλάκους της μνήμης ο αφηγητής εστιάζεται σε σημεία φαινομενικά χωρίς σημασία, και αντί να επιχειρεί τη διαγραφή ολοκληρωμένων πορτρέτων προσώπων ή πανοράματα τόπων, θητεύει στη λεπτομέρεια -επιμένοντας κυρίως στο ανθρώπινο στοιχείο-, ασκώντας έτσι την οπτική του σε ασήμαντες, εκ πρώτης όψεως, λεπτομέρειες, σε συναπαντήματα τυχαία, σε στιγμές μεταιχμιακές ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Για παράδειγμα, μία από τις τελευταίες φράσεις ενός μελλοθάνατου και η εγχάραξή τους στη μνήμη συχνά αποτελεί αφόρμηση για προβληματισμό, ανασκόπηση και ενδοσκόπηση, έτσι που ο λόγος παίρνει μια τροπή έκδηλα υπαρξιακή.

Στο Ιστορικό κέντρο του Μαρκόπουλου τόποι ζώντων και αποθανόντων διαπνέονται από μια σταθερή υπόμνηση του θανάτου, χτίζοντας ένα υλικό από εικόνες όπου κυριαρχεί η θλίψη. Ως άλλο διασωστικό μέσο, όμως, η γραφή ξέρει να σταματά στα κρίσιμα εκείνα σημεία όπου σταματά η πραγματικότητα και αρχίζει η μνήμη, επειδή, όπως ο συγγραφέας εύστοχα αποφαίνεται: «Η μνήμη διατηρεί το μύθο, ενώ η πραγματικότητα τον σκοτώνει».



ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 09/12/2005







ΚΡΙΤΙΚΗ



Τι μπορεί να σημαίνει ο πεζός λόγος για έναν ποιητή που, όπως ο Γιώργος Μαρκόπουλος, έχει διαγράψει μια γόνιμη, σχεδόν τριακονταετή, ποιητική πορεία; Τι είναι αυτό που μπορεί να τον παρακίνησε να εκφραστεί σε έναν άλλο χώρο, διαφορετικό από αυτόν που τον είχαμε συνηθίσει ώς τώρα; Να τον προκάλεσε άραγε η «άπλα» της αφήγησης, να τον έθελξε ένα πεδίο που του παρέχει μεγαλύτερη άνεση κινήσεων, όπως αυτό της πεζογραφίας, όπου αισθάνεται ότι θα μπορούσε, για λίγο, να απαλλαγεί από τα δεσμά της ψευδεπίγραφης ποιητικής «ελευθερίας»; Να έκρινε ότι ένα μέρος του προποιητικού βιωματικού του υλικού μπορεί και να μην άντεχε στην επώδυνη, άλλοτε κρυπτική και άλλοτε αποκαλυπτική του βάθους, διαδικασία, οπότε έπρεπε να το «εκθέσει» διοχετεύοντάς το από διαφορετικούς δρόμους, αν όχι ευθείς, πάντως λιγότερο τεθλασμένους, ώστε το συναίσθημα και η συγκίνηση να προκύπτουν αμεσότερα και εν μέρει αδιαμεσολάβητα; Η μήπως έκρινε, μπορεί και να αισθάνθηκε, ότι σε περιόδους ποιητικής «απραξίας» το άπλωμα του αφηγηματικού λόγου μπορεί να τον κρατήσει σε μία κατάσταση εκφραστικής ετοιμότητας, λειτουργώντας σαν ένα δίχτυ, στην πλέξη του οποίου όλο και κάποιο ψάρι -ένας στίχος- θα πιαστεί;


Βέβαια, ο Γιώργος Μαρκόπουλος δεν είναι άμοιρος των τρόπων και των τεχνικών της αφήγησης, αφού συχνά στην ποίησή του το αφηγηματικό στοιχείο αποτελεί το δραστικό συνεκτικό ιστό, το συναισθηματικό αρμό που, άλλοτε φανερά και άλλοτε υπογείως, συνέχει τις επιμέρους ποιητικές του νησίδες. Μόνο που εδώ, στα μικρά ως επί το πλείστον κείμενα που απαρτίζουν το Ιστορικό κέντρο, το συναίσθημα και η συγκίνηση διαδραματίζουν πρωταρχικό, καθοριστικό ρόλο, ιδίως τις φορές που ο αφηγητής περιπλανιέται στους χώρους και τους χρόνους των παιδικών και των νεανικών του χρόνων, στα περιστατικά που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ευάλωτου ψυχισμού του. Γ αυτό και σκέφτομαι ότι έρχονται προς επίρρωσιν της προϋπάρχουσας έμφυτης επιρρέπειάς του να αναζητά, στην καθημερινότητα, και να παρατηρεί εκδοχές του ανθρώπινου πόνου και του υπό προϋποθέσεις εκδηλωνόμενου μεγαλείου ψυχής· να περιφέρεται στους θορυβώδεις δρόμους της Αθήνας, στις συνοικίες και στα προάστιά της, στη γενέθλια επαρχιακή πόλη, αλλά και στις μικρές επαρχίες που υπάρχουν μέσα στην καρδιά και στις παρυφές των μεγαλουπόλεων, συνθέτοντας λυπημένες μπαλάντες για το καθημερινό και το ταπεινό.


Σαν παρακινημένος από συμπτωματικές αφορμές-προτάσεις συμμετοχής σε διάφορα έντυπα, βγάζει στο φως «ανεμφάνιστες φωτογραφίες της μνήμης» που, ούτως ή άλλως, διαφυλάσσει μέσα του ως πολύτιμα τιμαλφή. Βρίσκει έναν επιπλέον λόγο να αποκρυπτογραφήσει μηνύματα των οποίων αισθάνεται υπεύθυνος δέκτης, φορέας και φύλακας· να διασώσει εικόνες, περιστατικά, λόγια, σιωπές, χειρονομίες και χαρακτηριστικά προσώπων που, με διαφορετικό τρόπο το καθένα, απέσπασαν την προσοχή του άγρυπνου και ευεπίφορου στη συγκίνηση ψυχισμού του, συμβάλλοντας κιόλας στη διάπλαση και στον εμπλουτισμό του. Πιστοποιώντας, για πολλοστή φορά, ότι, για να κρατήσει αλώβητο το πρόσωπό του, να αισθανθεί «γεμάτη» τη ζωή του και για να μπορεί να αυτο-επαληθεύεται ως καθημερινός και πνευματικός άνθρωπος, «δεν του φτάνουν οι ζωντανοί»· χρειάζεται και την οπτική μνήμη των πεθαμένων του, η αύρα των οποίων τον θερμαίνει, τον περιθάλπει, τον ενδυναμώνει και τον προστατεύει. Ωστε ακατάπαυστα φροντίζει να είναι μονίμως αναμμένο το κερί της αγάπης του γι αυτούς, θερμαντικά να φέγγει το εικονοστάσι τους.


Τα μικρά πεζά του Γιώργου Μαρκόπουλου, αν όχι όλα, τουλάχιστον τα βιωματικότερα, είναι συνθεμένα από το υλικό της ώριμης ποίησής του· διακρίνονται και αυτά από την τιθασευμένη και με θυμοσοφικό υπόβαθρο αγωνία του ανθρώπου που θέλει να αντιπαραθέσει στην ασύντακτη πανεσπερμία της απρόσωπης πόλης την επώδυνα κατακτημένη και ζυμωμένη με ακατάλυτες μνήμες των μακρινών και των κοντινών περασμένων αρμονία της ψυχής του. Που θέλει ακόμα να αντιπαραθέσει στο θόρυβο που τον περιβάλλει τη σιωπή των συναισθημάτων του και της συγκίνησης από την οποία αενάως διακατέχεται, αποστρέφοντας το πρόσωπό του από οτιδήποτε μεγάλο και εντυπωσιακό, ακινητοποιώντας σκέψεις, αισθήματα, στιγμές και εικόνες ζωής φευγαλέες, με φανερή τη δυσπιστία του στις επιφανειακές εκδοχές των πραγμάτων και των καταστάσεων, θέλοντας να δοκιμάζει και να επιβεβαιώνει ανά πάσα στιγμή τον ανθρωπισμό του. Εναν ανθρωπισμό ανταποκρινόμενο στις απολύτως προσωπικές του εσωτερικές επιταγές, έξω από κάθε έννοια «χρησιμοθηρίας» και κοινωνικής σύμβασης.


Είναι λοιπόν τα κείμενα του Ιστορικού κέντρου συνθεμένα από το «ζωντανό» υλικό της ποίησής του· όχι αυτό που δεν αξιώθηκε να γίνει ποίηση αλλά το ίδιο, απλώς με διαφορετικό τρόπο ανασυρμένο από τα βάθη της μνήμης των περασμένων αλλά και των τωρινών, αφού ο Γιώργος Μαρκόπουλος ακόμα και όταν βρίσκεται στο παρόν, μοιάζει να προετοιμάζει τις μνήμες του μέλλοντός του. Γι αυτό και δείχνει τόσο σεβασμό σε ό,τι υποπίπτει στην αντίληψή του· γι αυτό και μοιάζει να λειτουργεί με όλα όσα τον αγγίζουν, θα τολμούσα να πω, «περισωστικά», σαν να θέλει να τα διαφυλάξει από τη λήθη, ώστε να μπορεί με ευκολία να τα ανακαλέσει όταν το απαιτήσουν οι περιστάσεις. Και, πράγματι, τα ανακαλεί και με μεγάλη πιστότητα τα αναπλάθει, με λόγο συγκινημένο, τρυφερό και υγρό από τα συναισθήματα που του προκάλεσαν τη στιγμή που συνέβησαν τα όσα συζητητικά αφηγείται, με ταπεινότητα και χωρίς ίχνος διδακτισμού, χωρίς ιδεολογικές προθέσεις. Η ιδεολογία του προκύπτει, όποτε προκύπτει, διακριτικά, σαν απόηχος της σταθερής του στάσης μπροστά στα σημαντικά και, ίσως για τους άλλους, ασήμαντα συμβάντα της ζωής, της δικής του αλλά και των άλλων. Συνθέτουν, θα μπορούσε κάποιος να πει γι αυτά τα κείμενα, μια ιδιότυπη, απολύτως προσωπική και συναισθηματικά φορτισμένη ιστορία, κοινωνική και λογοτεχνική, των σαράντα τελευταίων χρόνων του 20ού αιώνα.



ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 02/06/2006
Συγγραφέας:
Μαρκόπουλος, Γιώργος
Εκδότης:
Καστανιώτης
Σελίδες:
92
ISBN:
9789600340365
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/1/2005

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!