Οδοιπορικό στο ελληνικό περιβάλλον

Οικολογικά ταξίδια και ιστορίες στην Ελλάδα του 21ου αιώνα
129583
Συγγραφέας: Μάργαρης, Νίκος Σ.
Σελίδες:434
Ημερομηνία Έκδοσης:01/10/2001
ISBN:9789603939016


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο

Περιγραφή


Από τον πρόλογο του βιβλίου του Γ. Γραμματικάκη

«... Οι σελίδες που ακολουθούν διαθέτουν λοιπόν χάρη, τόλμη, αλλά και ουσιαστική πληροφόρηση για τα θαυμαστά ή τα ανάποδα του τόπου μας. Δεν παύουν, ασφαλώς, κάποιες από τις προτάσεις που φιλοξενούνται στο βιβλίο -όπως το κτίσιμο του Υμηττού!- να ηχούν ως προκλητικά παιχνίδια, ενώ μερικές από τις επισημάνσεις του κινούνται ασφαλώς στην επιφάνεια: Ο τουρισμός, για παράδειγμα, στα νησιά του Αιγαίου δεν είναι πάντοτε ευλογία, όπως αφήνεται να εννοηθεί. Έχω όμως την αίσθηση ότι ο Μάργαρης, δεν μπορεί να αντισταθεί στην ίδια του την ευφυία, στο μεγάλο παιδί που κρύβει μέσα του και έχει πάντοτε την ανάγκη της σκανδαλιάς. Είναι όμως και αυτό μέρος της προσωπικότητάς του, μιας προσωπικότητας πολυσχιδούς και σε συνεχή εγρήγορση...»





ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ




Παρατήρηση Πουλιών



Η παρατήρηση των πουλιών είναι μία φανατική δραστηριότητα αρκετών ατόμων που για κάποιους άλλους είναι ακατανόητη. Και σας παρακαλώ μη ρωτήσετε τι το ιδιαίτερο έχουν τα πουλιά γιατί, όπως απάντησε ο πρωταγωνιστής της ταινίας Birdy του Όλιβερ Στόουν, «Πετάνε! Τι άλλο» ; Βέβαια, ο μουσικοσυνθέτης Μάνος Χατζιδάκης είχε δηλώσει: «Η σημασία των πουλιών δεν φανερώνεται σαν τα φονεύεις με δίκαννο σε κυνήγι. Η σημασία των πουλιών υπάρχει μόνο όταν πετούν για να θυμίζουν τον ξεχασμένο μας προορισμό».

Όπως και να έχει το πράγμα το να παρατηρείς τη φύση -και να την απολαμβάνεις!- είναι κάτι που πρέπει να προκαλεί ευχαρίστηση και χαλάρωση. Προϋποθέτει, όμως, και τις κατάλληλες ευαίσθητες κεραίες. Τούτο επειδή το ν' ακούς τα πουλιά και να τα βλέπεις είναι το δεύτερο βήμα. Το πρώτο είναι να θέλεις να τα δεις και να τ' ακούσεις. Κάτι που μπορεί να γίνει ακόμη και στον περιφερειακό δρόμο του Λυκαβηττού στην Αθήνα, με τα αναρίθμητα κοτσύφια, και στην πρώτη πλατεία της θεσσαλονίκης το σούρουπο. Όταν μαζεύονται τα πουλιά σ' ένα από τα δένδρα της και κελαηδούν λίγο πριν κοιμηθούν.

Πριν όμως προχωρήσω ας μου επιτραπεί ν' αντιγράψω από το: «Η Θεσσαλονίκη των Πουλιών» της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας ένα κείμενο για τις Σταχτάρες.

«'Αλλο ένα αποπνιχτικό μεσημέρι πέρασε και ήρθε η ώρα για την παραλία (Σ.Σ. της θεσσαλονίκης). Εκεί που το πολύβουο πλήθος δεν αποτελείται μόνο από ανθρώπους αλλά και από μερικές πολύ φασαριόζικες ιπτάμενες παρέες. Είναι οι Σταχτάρες, τα πιο τέλεια προσαρμοσμένα στην εναέρια ζωή πουλιά, που πλανάρουν όλη μέρα καθαρίζοντας τον ουρανό από κάθε ευδιάκριτο ψεγάδι. Μοιάζουν με χελιδόνια, αλλά είναι εντελώς σκουρόχρωμες και το σχήμα τους θυμίζει δρεπάνι. Είναι γνωστό ότι κυνηγούν και τρώνε στον αέρα, πίνουν και ζευγαρώνουν εν πτήση και ακόμη κοιμούνται πετώντας πολύ ψηλά. Επί εννέα μήνες δεν αγγίζουν το έδαφος και έρχονται σ' αυτό μόνο για να γεννήσουν και να μεγαλώσουν τα μικρά τους».

Για να σας κάνω λοιπόν να καλοσκεφθείτε το πράγμα ας μου επιτραπεί να σας θυμίσω ότι τα άγρια -και νόστιμα!- λαυράκια συχνά τα βρίσκουμε κοντά στους υπονόμους να τρώνε ακόμη και ποντίκια. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που στην Κέρκυρα -αν δεν με απατά η μνήμη- τα αποφεύγουν και δεν τα τρώνε. Το ίδιο άλλωστε ενισχύεται και από το γεγονός ότι χρησιμοποιούν για να τα ψαρέψουν ως δόλωμα ένα τεχνητό ποντικάκι.



Εγώ το άγριο το ξεχωρίζω!



Πριν μερικά χρόνια είχα διαπιστώσει ότι από ένα ιχθυοτροφείο κάθε απόγευμα ξεκινούσε -χωρίς τιμολόγια και άλλα «αποδεικτικά» στοιχεία- ένα αγροτικό αυτοκίνητο του «μανάβη». Μη σας μπερδεύει το όνομα, επειδή σε πολλές νησιωτικές περιοχές τα ψάρια τα φέρνει ο μανάβης. Βέβαια, κάποιος γλωσσολόγος συνέστησε ότι η λέξη δεν είναι μανάβης αλλά μανάφης. Προέρχεται από το man και fish.

Όπως και να έχει το πράγμα πολλοί από τους εραστές του «άγριου» και καλοπληρωμένου φρέσκου ψαριού στις ψαροταβέρνες έχουν καταναλώσει την καλλιεργημένη τσιπούρα της ζωής τους. Την ίδια ώρα που κάνουν διάλεξη για το πόσο άνοστες είναι οι καλλιεργημένες σε σχέση με τις άγριες, που νομίζουν ότι τρώνε.

Όμως η εξαπάτηση των αφελών με την προσφορά καλλιεργημένης τσιπούρας ως άγριας, έφθασε πρόσφατα σε κατάσταση προβληματική. Ακόμη και ο αφελέστερος «μοσχόμαγκας» της παρέας έμαθε ότι, όταν βλέπεις ομοιόμορφη, σε μήκος και βάρος, τσιπούρα είναι ιχθυοτροφείου. Εδώ το πρόβλημα (για τους απατεώνες!) της εξαπάτησης των αφελών ξεπεράστηκε με το ανακάτεμα τσιπούρων διαφόρων ηλικιών και μεγεθών. Αρκεί να πάρεις με την απόχη ψάρια από διαφορετικά κλουβιά. Οι ώριμες προς πώληση είναι 18 μηνών οπότε παίρνεις και 14 και 12 και 9 και κάνεις ωραιότατο και φρεσκότατο μείγμα από «λαχταριστά» στην κυριολεξία ψάρια.

Και μια και το ανέφερα το λαχταριστό, μη σας ξενίζει το γεγονός ότι το «σερβίρω» ακόμη και για τα ψάρια του ιχθυοτροφείου. Και αυτά «λαχταράνε» όταν τα βγάζεις από το φιλικό τους χώρο -το νερό- και τ' αφήνεις να πεθάνουν από ασφυξία.

Έχω δει στο Μεσολόγγι παρέες να εκστασιάζονται από το «αυτές οι τσιπούρες είναι νόστιμες όχι του ιχθυοτροφείου»! Τις ξεχωρίζεις, άλλωστε, τις άγριες τσιπούρες της λιμνοθάλασσας από τον ειδικό τρόπο του ψαρέματος τους με το καμάκι. Τα σημάδια τα οποία έχουν στο σώμα τους. Περίπου ως «σήμα κατατεθέν» της γνησιότητας τους.

Τώρα, αν εσύ έχεις βάλει Αλβανούς με ένα (κοντό σαν πιρούνι) καμάκι στο χέρι να τρυπούν τις (μικρότερες) τσιπούρες του ιχθυοτροφείου, είναι μια άλλη ιστορία. Η τρύπα κάνει την ποιότητα!



Eίναι υγιεινά και καθαρά;



Σε μια φάση της ζωής μου φοβόμουνα τ' αεροπλάνα. Κατάφερα και το ξεπέρασα ζητώντας από τους πιλότους να καθίσω μαζί τους στο πιλοτήριο.

Συνιστώ λοιπόν στους μανιώδεις ψαροφάγους που έχουν ενδοιασμούς για τα ψάρια των ιχθυοκαλλιεργειών να κάνουν να δούνε πώς παράγονται, θα εντυπωσιασθούν ευχάριστα από το σύγχρονο τρόπο καλλιέργειας, που ξεκινά από τον ιχθυογεννητικό σταθμό όπου παράγονται τ' αυγά και τα ιχθύδια, στον οποίο αναπτύσσεται (το ζωντανό!) φυτοπλαγκτόν και ζωοπλαγκτόν που είναι η τροφή των χρήσιμων σταδίων της ζωής τους. θα αισθανθούν επίσης ευχάριστη συγκίνηση όταν δουν τον τρόπο ανάπτυξης και παραγωγής των ψαριών, τα οποία -όπως ήδη αναφέραμε- μέχρις ότου καταλήξουν στην αγορά έχουν φθάσει στην ηλικία των 18 μηνών.

Κατάφεραν, βέβαια, αρκετές ομάδες υστερικών και οικοχόνδριων και εμπόδισαν, κατέστρεψαν και έκλεισαν αρκετές προσπάθειες στον Παγασητικό ή την Καλλονή της Μυτιλήνης. Όπως επίσης και μερικοί «ειδικοί» και «καθηγητές»-μαϊμούδες που κυκλοφορούν με μια «γνωμάτευση» φασόν και σε συνεργασία με τους ιδιοκτήτες κάποιων αυθαιρέτων και «τοπάρχες», σαμποτάρουν, μηνύουν και τρομοκρατούν τους επενδυτές. Μόνο που είναι πλέον θέμα χρόνου η πλήρης γελοιοποίηση τους, μια και το δόγμα «πάμε να δούμε» σε λίγο θα τους ε'χει αφοπλίσει.

Όποιος λοιπόν επισκεφθεί τους κλωβούς στη θάλασσα -και υπάρχουν αρκετοί σ' όλη σχεδόν την Ελλάδα- διαπιστώνει τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται σ' ένα πεντακάθαρο περιβάλλον τα ψάρια των ιχθυοτροφείων. Πρέπει, άλλωστε, να λάβουμε υπόψη μας -όλοι οι ιχθυοκαλλιεργητές δεν μας προέκυψαν από τον Παράδεισο! - ότι ο πρώτος που θα καταστραφεί σε μια ρυπαίνουσα μονάδα είναι ο ίδιος ο ιχθυοκαλλιεργητής. Τα δικά του ψάρια θα ψοφήσουν!



Η Αντίμηλος μαντρί;



Τα αγριοκάτσικα της Αντιμήλου είχαν ζήσει εκεί για αιώνες σε ισορροπία με το περιβάλλον του νησιού.

Το φθινόπωρο με τις βροχές, τα ετήσια φυτά της Αντιμήλου φυτρώνουν και αρχίζουν να μεγαλώνουν. Τα πολυετή επίσης κάνουν αυτή την εποχή νέα βλαστάρια και φύλλα.

Από τον Νοέμβριο μέχρι και τον Μάιο, την υγρή περίοδο του μεσογειακού κλίματος, η φύση ξαναζωντανεύει κι έτσι υπάρχει αρκετή «βοσκήσιμη ύλη» για τ' αγριοκάτσικα.

Το νησί αυτό μπορεί να «στηρίξει» με τροφή ένα συγκεκριμένο αριθμό αγριοκάτσικων. Ο υπερπληθυσμός τους μπορεί να σημάνει και υπερβόσκηση του περιβάλλοντος μ' εξάντληση των διαθέσιμων στ' αγριοκάτσικα πηγών τροφής. Οπότε θα μειωθεί -κατ' ανάγκη!- και ο δικός τους πληθυσμός.

Βεβαίως στη φύση υπάρχει νομοτέλεια και συνεχής έλεγχος. Έτσι ο αριθμός των αγριοκάτσικων δεν μπορεί να ξεπεράσει το «άνω όριο» επειδή παρεμβάλλεται το μακρύ, θερμό και άνυδρο καλοκαίρι. Κατά το οποίο ελαχιστοποιούνται οι διαθέσιμοι πόροι για τροφή. Έτσι, κάθε καλοκαίρι, τα ασθενικά αγριοκάτσικα νεκρώνονται (το χειμώνα, γεννιούνται άλλα) κι ο πληθυσμός διατηρείται σε άριστη σχέση μ' ό,τι το περιβάλλον προσφέρει.

Αν υπάρξουν δύο «υγρές» χρονιές, η μία πίσω από την άλλη, τα φυτά μεγαλώνουν περισσότερο και ο πληθυσμός των αγριοκάτσικων αυξάνεται. Αν υπάρξουν συνεχόμενες δύο «ξηρές» χρονιές, η βοσκήσιμη ύλη μειώνεται οπότε περισσότερα αγριοκάτσικα νεκρώνονται.

Τα παραπάνω φαίνονται απλά και στηρίζονται στην απλή-κοινή λογική. Όμως, αδύνατον να το κατανοήσουν τόσο κάποιοι κάτοικοι της Μήλου όσο και τα υπουργεία Γεωργίας και Αμύνης!

Μετέφεραν, λοιπόν τα καλοκαίρια νερό στην Αντίμηλο «για να σωθούν οι αίγαγροι».

Από τη στιγμή που υπάρχει νερό, επιβιώνουν περισσότερα αγριοκάτσικα οπότε υπερβόσκουν το περιβάλλον και τα φυτά λιγοστεύουν. Στη συνέχεια, αυξάνεται η διάβρωση και αρχίζουν φαινόμενα ερημοποίησης. Όταν διαπιστώσουν τα παραπάνω οι επίδοξοι σωτήρες του περιβάλλοντος, με νέες κινητοποιήσεις μεταφέρουν στο νησί κτηνοτροφές. Έτσι, το ωραιότατο φυσικό περιβάλλον (το οποίο περιέκλειε αναρίθμητα είδη ζώων και φυτών) που είχε δημιουργήσει η φύση, θα μετατραπεί σ' έναν ξερότοπο-μαντρί. Όπου η διατήρηση των αγριοκάτσικων, των οποίων οι αριθμοί συνεχώς μεγαλώνουν, στηρίζεται αφενός στο πλήρες «ξύρισμα» κάθε μορφής φυσικής βλάστησης και αφετέρου στη μεταφορά κτηνοτροφών.

Διαβάζω -και μου σηκώνεται η τρίχα!- ότι: «στην επιχείρηση σωτηρίας πήραν μέρος κάτοικοι της Μήλου και μέλη του κυνηγετικού συλλόγου οι οποίοι εκτέλεσαν έργα στην υπαίθρια δεξαμενή όπου τοποθετήθηκε νερό».

Στις πολιτισμένες χώρες σ' ανάλογες περιπτώσεις επιτρέπουν το ελεγχόμενο κυνήγι οπότε ο πληθυσμός του «απειλούμενου» είδους μειώνεται. Τόσο που να «ταιριάζει» με τις προσφερόμενες τροφές. Οπότε το περιβάλλον προστατεύεται ουσιαστικά και δεν μετατρέπουν -στο όνομα της προστασίας- ωραιότατα νησάκια, όπως η Αντίμηλος, σε στάνες!






ΚΡΙΤΙΚΗ



Ας υπενθυμίσουμε στους νεότερους κάποια αυτονόητα: πράσινο οφείλει ως γνωστόν να είναι το περιβάλλον, πράσινοι και αυτοί που πασχίζουν για την προστασία του, ήγουν οι περιβαλλοντολόγοι - οικολόγοι, και εδώ θα μιλήσουμε για το βιβλίο ενός από αυτούς. Ωστόσο, ο συγγραφέας του, ο Νίκος Μάργαρης, μάλλον δεν αποτελεί τυπικό δείγμα του σιναφιού, μια και για κάποιους συναδέλφους του, οι απόψεις του, επιστημονικές και μη, τον καθιστούν «κόκκινο πανί». Βεβαίως, σε αυτή την ιστορία έχει βάλει και αυτός το χεράκι του. Θα δούμε το πώς και το γιατί.

Στην πλούσια βιοποικιλότητα της ελληνικής οικολογίας ο Ν. Μάργαρης αποτελεί είδος μάλλον αυτοφυές. Διόλου εναλλακτικός και σε καμιά περίπτωση politically correct, πασχίζει να κάνει το άγριο ήμερο και όχι το αντίθετο. Πρωτίστως είναι καλλιεργητής. Μεταξύ άλλων έχει ασχοληθεί με καλλιέργειες ρίγανης, ενώ, ευκαιρίας δοθείσης, δεν διστάζει να σπείρει και κάποια ζιζάνια. Οικολογία γι' αυτόν σημαίνει πεδίο, με όλες τις δυνατές συμπαραδηλώσεις (χωράφι, ερευνητικό πεδίο, πεδίο σύγκρουσης). Ως συγγραφέας βιβλίων που απευθύνονται σε ένα ευρύ κοινό του αρέσει να εμφανίζεται ως οδοιπόρος, μηχανοκίνητος περιηγητής που οργώνει τον τόπο και καταγράφει το τοπίο από τη στεριανή Ελλάδα και τα νησιά ως τα μικρασιατικά παράλια. Γι' αυτόν η ιστορικότητα του τοπίου θεωρείται σημείο αφετηριακό. Η φύση δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς ιστορία και η ιστορία της φύσης δεν μπορεί παρά να είναι ανθρώπινη, πράγματα βέβηλα και διόλου «φυσικά» για πολλούς. Προσπαθώντας να σκεφτεί το περιβαλλοντικό μας πρόβλημα, δηλαδή να ξεχερσώσει το επιστημονικό του χωράφι, επιχειρηματολογεί νηφάλια, επιστρατεύοντας συνήθως πλήθος στοιχείων από το εμπειρικό πεδίο. Οταν όμως έρθει η ώρα να παρέμβει δημόσια, επιλέγει ένα λόγο άμεσο στην προφορικότητά του και δεν διστάζει να μετέλθει το σκώμμα και την ειρωνεία, τον σαρκασμό και τον αυτοσαρκασμό, την πρόκληση που φτάνει κάποτε στα όρια της παραδοξολογίας. Μόνιμος στόχος του η ανέξοδη καταστροφολογία και οι υστερικές αντιδράσεις των οικολογούντων. Ως άλλος Διογένης αναζητεί επίμονα έναν «κοινό νου», που ούτε προφανής είναι ούτε και κοινότοπος. Θυμόσοφος, εκλεκτικός επίγονος του Καραβίδα (προτού αυτός γίνει μπαϊράκι στα χέρια νεοκοινοτιστών ιδεολόγων), «μπρούτος» καμιά φορά στον αντιδιανοουμενισμό του, βγαίνει στην αγορά χωρίς να πολυδίνει σημασία στους κανόνες ενός τρέχοντος καθωσπρεπισμού. Πολυπράγμων, συνδυάζει την πανεπιστημιακή διδασκαλία και έρευνα με τη συστηματική παρουσία στα ΜΜΕ της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης («Το Βήμα», «Οικονομικός Ταχυδρόμος», «Τα Νέα», «4 Τροχοί», ΕΤ3, «Αγγελιοφόρος Θεσσαλονίκης», «National Geographic» και «Traveler» - στα δύο τελευταία παραμένει ως σήμερα διευθυντής).

Ανθρωπος παθιασμένος, ο Μάργαρης είναι επόμενο να εμπνέει πάθη και να προκαλεί αντιπάθειες. Μερικές φορές οι θέσεις του ελέγχονται ως αμφιλεγόμενες ή υπερβολικές. Η συνηγορία του, λόγου χάρη, υπέρ του φαραωνικού «πρότζεκτ» για την εκτροπή του Αχελώου τον έκανε εύκολο στόχο. Οι κακές γλώσσες λένε ότι έφτασε κάποτε σε σημείο να προτείνει την εισαγωγή λύκων από την Αλβανία για να αντιμετωπιστεί ο υπερπληθυσμός των γιδιών που λυμαίνονται την ελληνική χλωρίδα (ένα από τα προσφιλέστερα θέματά του) ή ακόμη ότι συζητούσε σοβαρά το ενδεχόμενο εξαγωγής πλεονασματικών υπερήλικων γαϊδουριών της Μυτιλήνης για να γίνουν τουριστικές ατραξιόν σε ξενοδοχειακές μονάδες της Κρήτης. Ακόμη χειρότερα, βρίσκει του γούστου του τις πλαστικές σακούλες και καρέκλες, το τσιμέντο, το κάψιμο των πευκώνων, τα μεταλλαγμένα οπωροκηπευτικά, τα ψάρια των ιχθυοτροφείων και τις κότες των πτηνοτροφείων - υπό προϋποθέσεις βέβαια.

Σε μια συγκυρία όπου για πολλούς καλόπιστους και οικολογικά ευαίσθητους συμπολίτες μας το περιβαλλοντικό ιδεώδες παραπέμπει συνειρμικά σε ταπετσαρίες με ελβετικά τοπία ή σε βαθύσκιους βαγκνερικούς δρυμούς της Μεσευρώπης, αυτός επιμένει να μιλάει για πουρνάρια και ασφάκες, σχοίνα και γαϊδουράγκαθα, υπενθυμίζοντάς μας ότι ο ελαιώνας, παιδί της φύσης και του πολύχρονου ανθρώπινου μόχθου, είναι το κατ' εξοχήν ελληνικό δάσος. Αξίζει ακόμη να ειπωθεί ότι ακόμη και στα πιο πολεμικά γραφτά του Μάργαρη υποφώσκει ένας σχεδόν απωθημένος ρομαντισμός, όπως προδίδει η τρυφερή - θα έλεγα - σχέση του με τη λαογραφία του Δημήτρη Λουκάτου ή οι μνείες σε κάποιους παλαιότερους δασκάλους (βλέπε για παράδειγμα το κείμενό του με τον αφοπλιστικό τίτλο «Ημαρτον Κορδάτε»).

Ενα από τα πολλά πάθη του Ν. Μάργαρη είναι το να αφηγείται ιστορίες, όπως αυτές που φιλοξενούνται στο Οδοιπορικό του. Πρωτοδημοσιευμένες σε εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία, χρησιμοποιήθηκαν ως «πρώτη ύλη», ξαναδουλεύτηκαν από την αρχή και «χτίστηκαν» πάνω σε καινούργια δομή, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος στο εισαγωγικό του σημείωμα. Στον πρόλογο, ο αστροφυσικός Γιώργος Γραμματικάκης σχολιάζει καίρια κάποιες πτυχές του βιβλίου και της προσωπικότητας του συγγραφέα, και μάλιστα χωρίς να μασά τα λόγια του - πράγμα μάλλον σπάνιο για τα εκδοτικά μας ήθη.

Ας ακούσουμε λοιπόν τις ιστορίες του Νίκου Μάργαρη για τον Πιπιστρέλο, τη νανονυχτερίδα που βρήκε καταφύγιο στα φράγματα της ΔΕΗ και συνεχίζει να αντιστέκεται στις κάμερες, ας δρέψουμε χωρίς ενοχές τα «Ανθη του τσιμέντου», ας γνωριστούμε με την κυρία «Ινουλα: Ανθρωπόφυτο, ασφαλτόφυτο μπαζόφυτο» και ας πούμε «Ναι στην προίκα», ας του επιτρέψουμε να φρονεί ότι «Η Αφροδίτη είναι καλά στο Λούβρο!», ας παραδεχτούμε ότι «Ο γιαλός είναι στραβός» και ότι «Από ποντίκια πάμε καλά», ας αναρωτηθούμε μαζί του για το «Αν τα φύλλα κοιμούνται» και για το αν «Διαφέρουν τα αρνιά από τις κότες». Τέλος ας αποφύγουμε τις «Συγκρούσεις στη Συγγρού», «Χορεύοντας με ένα MAZDA», ενώ εκείνος θα μένει «Ατιμασμένος κι ευχαριστημένος» στον επαρχιακό δρόμο Ορεστιάδας - Αλεξανδρούπολης.



Δημήτρης Κοσμίδης (υπεύθυνος εκδόσεων στο ΚΘΒΕ)

ΤΟ ΒΗΜΑ , 03-03-2002

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!