Γιασασίν Μιλλέτ Ζήτω το έθνος

Προσφυγιά, κατοχή και εμφύλιος: Εθνοτική ταυτότητα και πολιτική συμπεριφορά στους τουρκόφωνους ελληνορθόδοξους του δυτικού κόσμου
Έκπτωση
40%
Τιμή Εκδότη: 23.00
13.80
Τιμή Πρωτοπορίας
+
120747
Συγγραφέας: Μαραντζίδης, Νίκος
Σελίδες:328
Ημερομηνία Έκδοσης:1/9/2001
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Περιορισμένη διαθεσιμότητα
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Ποσφυγιά, Κατοχή και Εμφύλιος: Εθνοτική Ταυτότητα και Πολιτική Συμπεριφορά στους τουρκόφωνους ελληνορθόδοξους του Δυτικού Πόντου.

Στην εργασία αυτή εξετάζεται το γιατί οι τουρκόφωνοι Πόντιοι ταυτίστηκαν μεταπολεμικά με τα κόμματα της Δεξιάς, παρόλο που στον μεσοπόλεμο η πολιτική τους ταυτότητα ήταν όμοια με αυτήν των υπόλοιπων προσφύγων.





Ξεκινώντας από μια διαπιστωμένη πολιτική συμπεριφορά, τη μεταπολεμική ταύτιση των τουρκόφωνων Ποντίων, των Μπαφραλήδων, με τη Δεξιά, ο Νίκος Μαραντζίδης αναζητεί τα αίτιά της στο παρελθόν και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ανατρέχοντας στο 19ο αιώνα, τη Μικρασιατική Καταστροφή και την εγκατάσταση των Ποντίων στην Ελλάδα, ο συγγραφέας του βιβλίου αναδεικνύει τα χαρακτηριστικά της συλλογικής τους ταυτότητας: την τουρκοφωνία και την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Ο Μαραντζίδης μελετά τη δράση των τουρκόφωνων Ποντίων στη δεκαετία 1940-1950, αναδεικνύοντας μια σειρά από παράγοντες, στενά συνδεδεμένους με την ιστορική συγκυρία και τη συλλογική ταυτότητά τους. Οι παράγοντες αυτοί οδήγησαν, κατά το συγγραφέα, στην εχθρική στάση προς το ΚΚΕ, στη συνεργασία με Γερμανούς και εθνικόφρονες εναντίον του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και στη φυσική εξόντωση εκατοντάδων τουρκόφωνων Ποντίων από τους μαχητές τού τελευταίου. Αποτέλεσμα υπήρξε η διαμόρφωση μιας κοινής στάσης των Μπαφραλήδων απέναντι στην Αριστερά, η οποία διατηρήθηκε έως τις ημέρες μας.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΑΚΗΣ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 14/12/2001









ΚΡΙΤΙΚΗ



Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα μια ομάδα προσφύγων από τον Δυτικό Πόντο, τα μέλη της οποίας μιλούσαν τουρκικά, οι Μπαφραλήδες ή τουρκόφωνοι Πόντιοι. Χωρίς να είναι οι μόνοι τουρκόφωνοι πρόσφυγες, αποτελούσαν ίσως την πιο συμπαγή ομάδα. Εγκατεστημένοι σε χωριά της Ανατολικής και Δυτικής Μακεδονίας, οι πληθυσμοί αυτοί, την ύπαρξη των οποίων οι περισσότεροι αγνοούμε, αποτελούν το αντικείμενο του βιβλίου του Νίκου Μαραντζίδη, ο οποίος διδάσκει Πολιτική Επιστήμη στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Ποιο είναι το ενδιαφέρον της εστίασης στην πολιτική συμπεριφορά των προσφύγων αυτών, πέρα ίσως από την έκπληξη που προκαλεί η τουρκοφωνία ελληνικών πληθυσμών; Ξεκινώντας από μια απλή παρατήρηση, την εκλογική ταύτισή τους με τη Δεξιά, η έρευνα του Μαραντζίδη, βασισμένη σε εντυπωσιακή θεωρητική και εμπειρική τεκμηρίωση, αναθεωρεί με επιτυχία αρκετές από τις κρατούσες αντιλήψεις για την πρόσφατη ελληνική ιστορία, συμβάλλοντας συγχρόνως στη μελέτη της πολιτικής συμπεριφοράς και της «κατασκευής» των συλλογικών ταυτοτήτων.

Πώς εξηγείται λοιπόν η συμπαγής και σταθερή αυτή συμπαράταξη με τη Δεξιά; Η εύκολη (και αρκετά διαδεδομένη) απάντηση ανάγει την πολιτική συμπεριφορά των πληθυσμών αυτών στην τουρκοφωνία τους. Πώς όμως και γιατί διαπλέκεται η γλώσσα με την πολιτική συμπεριφορά; Τι σχέση μπορεί να έχουν τουρκοφωνία και Δεξιά; Εν τέλει καμία, όπως προκύπτει όταν ελεγχθεί η προπολεμική συμπεριφορά των τουρκόφωνων, οι οποίοι λάτρεψαν τον Βενιζέλο όσο και οι υπόλοιποι πρόσφυγες. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε σε ένα νέο ερώτημα: Πώς εξηγείται η απότομη και ριζική μεταστροφή τους; Η απάντηση βρίσκεται στα γεγονότα της περιόδου 1943-44 που αναλύονται εκτενώς στο δεύτερο μέρος του βιβλίου.

Η ιστορική περιοδολόγηση που έχει επικρατήσει τοποθετεί την έναρξη του Εμφυλίου το 1946-47. Η περιοδολόγηση αυτή είναι προβληματική και το Γιασασίν Μιλλέτ δείχνει το γιατί. Ο εμφύλιος ξεκίνησε και αναπτύχθηκε μέσα στην Κατοχή, το 1943-44. Σε πολλές περιοχές, ιδίως στη Μακεδονία και στην Πελοπόννησο, ξέσπασαν αιματηρότατες εμφύλιες συγκρούσεις, η αγριότητα των οποίων ξεπέρασε και την περίοδο 1947-49. Ξεκληρίστηκαν χωριά ολόκληρα και οι εκτελέσεις συχνά δεν έκαναν διακρίσεις ανάμεσα σε άντρες, γυναίκες και παιδιά. Τα γεγονότα αυτά, που παραμένουν σχετικά άγνωστα στο ευρύ κοινό, χαρακτηρίστηκαν στη Μακεδονία από μια εθνοτική διάσταση και από μια διαπλοκή ανάμεσα στην τοπική δυναμική και στους κεντρικούς μηχανισμούς.

Τι ακριβώς έγινε; Εν συντομία το εξής: οι τουρκόφωνοι Πόντιοι αντέδρασαν στη βαρβαρότητα της βουλγαρικής κατοχής στην Ανατολική Μακεδονία οργανώνοντας διάσπαρτες ομάδες αντίστασης σε τοπική βάση. Η ραγδαία ανάπτυξη του ΕΑΜ το 1942-43, ύστερα από μια σύντομη περίοδο χλιαρής συνεργασίας, οδήγησε στη σύγκρουση. Αντίθετα όμως από τις αδύναμες ομάδες τοπικών οπλαρχηγών ή αξιωματικών στην υπόλοιπη Ελλάδα, τις οποίες το ΕΑΜ, στην προσπάθειά του να μονοπωλήσει την αντίσταση, απορρόφησε ή διέλυσε χωρίς μεγάλη δυσκολία, οι τουρκόφωνοι Πόντιοι κατάφεραν αρχικά να αντισταθούν με επιτυχία. Το πέτυχαν βασιζόμενοι κυρίως στην αξιόλογη πολεμική τους εμπειρία και τεχνογνωσία από το αντάρτικο του Πόντου (1915-1922), καθώς και στον συμπαγή χαρακτήρα τους (εδώ η γλώσσα έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο καθώς είχε επιτείνει τη διάκριση και απομόνωσή τους από τους γύρω πληθυσμούς). Η αντίστασή τους αυτή είχε όμως ένα βαρύ τίμημα: τη συνεργασία τους με τους Γερμανούς (στη Δυτική, όχι όμως και στην Ανατολική Μακεδονία). Εκείνοι ήταν και οι μόνοι που μπορούσαν να τους προμηθεύσουν τον απαραίτητο οπλισμό για να αντισταθούν στον ΕΛΑΣ. «Αναγκάζονται να ζητήσουν και από τον διάβολον τουφέκι», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Π. Ενεπεκίδης, «διότι ο άλλος εχθρός τους φαίνεται διαβολικώτερος».

Ξεσπάει λοιπόν στη Μακεδονία του 1944 ένας άγριος εμφύλιος με βιαιότητες και από τις δύο πλευρές. Στον πόλεμο αυτόν οι Γερμανοί είναι απλοί κομπάρσοι, όταν δεν είναι τελείως απόντες. Αλλωστε ο πόλεμος συνεχίζεται και μετά την αποχώρηση των Γερμανών, με τον ΕΛΑΣ ουσιαστικά να προχωρεί σε μαζική και συστηματική εκκαθάριση των τουρκόφωνων. Οπως καταλήγει ο Μαραντζίδης (σ. 190): «Από τα τέλη του 1943 ως και τις αρχές του 1945 πολλές τουρκόφωνες ποντιακές κοινότητες έζησαν μια παρατεταμένη τραγωδία. Η άρνησή τους να προσχωρήσουν στον ΕΛΑΣ και η ένοπλη στη συνέχεια αντιπαράθεσή τους μαζί του κόστισαν σε αυτούς τους πρόσφυγες εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες, ανθρώπινες ζωές. Η εαμική αντίσταση υπήρξε απέναντί τους ανελέητη, στον ίδιο περίπου βαθμό που οι κατακτητές υπήρξαν ανελέητοι απέναντι σε οποιονδήποτε θεωρούσαν εχθρό τους. Ετσι για τους τουρκόφωνους Ποντίους που ήρθαν αντιμέτωποι με τα όπλα του ΕΛΑΣ η Κατοχή σηματοδότησε στη συνείδησή τους τον πραγματικό εμφύλιο πόλεμο». Εκεί λοιπόν βρίσκεται και το κλειδί για την κατανόηση της μεταπολεμικής στροφής τους προς τη Δεξιά, γεγονός που υπογραμμίζει και τη σημασία της μνήμης στη διαμόρφωση της πολιτικής συμπεριφοράς.

Το Γιασασίν Μιλλέτ, μέσα από μια πρωτότυπη και σε βάθος ανάλυση μιας συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας, ξεδιπλώνει με γλαφυρότητα μια λίγο-πολύ άγνωστη, μολονότι τραγική, πτυχή της πρόσφατης ιστορίας μας. Το κυριότερο όμως είναι ότι το επιτυγχάνει με τρόπο που ξεφεύγει από τις ασπρόμαυρες μυθοπλασίες στις οποίες μας έχει δυστυχώς συνηθίσει η πρόσφατη εκδοτική παραγωγή. Εγκαινιάζει έτσι μια νέα, διαφορετική και πολύ πιο στέρεα προσέγγιση στην ταραγμένη δεκαετία του 40.



Στάθης Ν. Καλύβας

ΤΟ ΒΗΜΑ , 06-01-2002






ΚΡΙΤΙΚΗ



Στην ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα δεν υπάρχει ίσως πιο αδικημένη «εθνοτική» και γενικότερα κοινωνική ομάδα από τους τουρκόφωνους Πόντιους, στους οποίους είναι αφιερωμένο το νέο βιβλίο του Νίκου Μαραντζίδη. Αδικημένοι πρώτα από την Ιστορία, αφού δύο φορές σε διάστημα τριάντα ετών έγιναν στόχος μαζικής σφαγής και κινδύνεψαν να αφανιστούν: πρώτα από τους Τούρκους την περίοδο 1912-22, ύστερα από τον ΕΛΑΣ το 1943-45. Οπως αναφέρει μία από τις πολλές μαρτυρίες που παρατίθενται (σ. 189), «γλίτωσε ο Τσατάλ Χρήστος (από) τους Τούρκους και το μαχαίρι τους, αλλά δεν γλίτωσε από το μαχαίρι των κομμουνιστών στην Ελλάδα...».

Αδικημένοι επίσης από την τρέχουσα ιστοριογραφία, που είτε τους αγνοεί εντελώς είτε τους μνημονεύει απλώς (και συλλήβδην) ως «δωσίλογους». Επιμένει μάλιστα να αμφισβητεί την ελληνική τους ταυτότητα, όποτε αναφέρει κατά προτίμηση τα τουρκικά τους προσωνύμια αντί για τα ελληνικά τους ονόματα: «Αντών Τσαούς» (Α. Φωστερίδης), «Κισά Μπατζάκ» (Κ. Παπαδόπουλος), «Λαζίκ» (Λ. Αβραμίδης), «Μιχάλαγας» (Μ. Παπαδόπουλος) κ.ο.κ.

Το βιβλίο του Νίκου Μαραντζίδη έχει μία σπάνια, στις μέρες μας, αρετή. Πρόκειται για άρτια επιστημονική μελέτη, που όμως διαβάζεται με ενδιαφέρον από τον καθένα. Βέβαια, η επιδίωξη της επιστημονικής αρτιότητας κάποτε οδηγεί σε υπερβολικό όγκο αναφορών και παραπομπών, ιδίως στην εισαγωγή. Γι αυτό και ο ίδιος ο συγγραφέας, στον πρόλογο, υποδεικνύει στον απλό αναγνώστη ότι μπορεί να την παρακάμψει χωρίς επιπτώσεις στην κατανόηση του υπόλοιπου κειμένου (σ. 14).

Ανάλογες παρενέργειες είχε η επιστημονική ευσυνειδησία και ακριβολογία του συγγραφέα στην ίδια την ονομασία του βιβλίου. Ο τίτλος είναι κατεξοχήν ευρηματικός, αφού αναδεικνεύει μία μοναδική και ανεπανάληπτη ειρωνεία: να επευφημείται το ελληνικό «Εθνος» στην τουρκική γλώσσα! Ο υπότιτλος, όμως, υπερβολικά σχοινοτενής και σύνθετος, ίσως δυσκολέψει τις βιβλιογραφικές αναφορές. Είναι κρίμα, επίσης, που οι δύο χάρτες δεν βρίσκονται στα σχετικά κεφάλαια, αλλά στο τέλος του βιβλίου, χαμένοι ανάμεσα στα παραρτήματα.

Η αξία και η γοητεία του βιβλίου οφείλεται προπαντός στο ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα που καλύπτει: σχεδόν έναν αιώνα. Παρακολουθεί τους τουρκόφωνους Ελληνορθόδοξους από την εποχή που ζούσαν ακόμη στο Δυτικό Πόντο μέχρι την τωρινή τους κατάσταση και πολιτική συμπεριφορά στη σημερινή Ελλάδα. Ετσι, το βιβλίο μας προσφέρει όχι μόνο την ιστορική διαδρομή της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας με την οποία ασχολείται, αλλά κι ένα καινούριο ταξίδι στην ελληνική Ιστορία του 20ού αιώνα, μέσα από τη διαδρομή αυτή.

Βέβαια, όταν κάποιος έχει τη φιλοδοξία να καλύψει έναν ολόκληρο αιώνα, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να μην αφιερώσει σε κάποια γεγονότα ή ζητήματα την έκταση που δικαιούνται. Ετσι, θα περίμενε κανείς περισσότερα για την ένοπλη δράση των τουρκόφωνων Ποντίων προσφύγων το 1924 (όταν χρησιμοποιήθηκαν από τον Κονδύλη σε ένα τυπικά πρωτοφασιστικό εγχείρημα), το 1925 (όταν συμμετείχαν στην εισβολή που πραγματοποίησε ο Πάγκαλος στη Βουλγαρία) και το 1935 (όταν συμμετείχαν στο βενιζελικό κίνημα του Μαρτίου).

Θα άξιζε επίσης να είχε διερευνηθεί συγκεκριμένα (με βάση και την υποδειγματική μελέτη του Ε. Πελαγίδη για τη Δυτική Μακεδονία) η εκπαιδευτική προσπάθεια που οπωσδήποτε έγινε από τις βενιζελικές κυβερνήσεις στα τουρκόφωνα χωριά. Μόνον έτσι μπορεί να εκτιμηθεί, τελικά, αν σημειώθηκε (και γιατί) καθυστέρηση στην εξάλειψη της τουρκοφωνίας των Ποντίων.

Ενα άλλο μεγάλο ζήτημα είναι η εξαρχής οξύτατη αντιπαράθεση των τουρκόφωνων Ποντίων προσφύγων με τους σλαβόφωνους γηγενείς της ελληνικής Μακεδονίας. Από τους άλλους παράγοντες που εμπόδιζαν την προσχώρηση των τουρκόφωνων Ποντίων στο ΕΑΜ (σ.σ. 134-152), αυτός υπήρξε πιθανότατα καθοριστικότερος και θα άξιζε λεπτομερέστερη εξέταση. Στα μάτια τους, το ΕΑΜ ταυτίστηκε με τους Σλάβους, αφού μάλιστα στη Δυτική Μακεδονία εμφανίστηκαν ως εκπρόσωποί τους Σλαβομακεδόνες όπως ο «Σλομπόντας» (Ε. Κέντρος) και ο «Τερπόφσκυ» (Λ. Ζησιάδης), που είχαν αποφυλακιστεί από την Ακροναυπλία το 1941 ως «Βούλγαροι». Τον Απρίλιο του 1943, ο ένας πρωτοστάτησε στο βασανισμό και το μαρτυρικό θάνατο του ταγματάρχη Μ. Πόρτη και των άλλων αξιωματικών στη Βουχωρίνα. Ο άλλος ήταν μεταξύ εκείνων που θανατώθηκαν σε αντίποινα από τουρκόφωνους Ποντίους στα Ιμερα (σ. 133).

Τέλος, ο λόγος για μεταπολεμική «μεταστροφή» των τουρκόφωνων Ποντίων από το Βενιζελισμό στη Δεξιά (σ. 254) τους αδικεί και τους απομονώνει, αντίθετα με την πρόθεση του συγγραφέα. Μετά την Κατοχή και ιδίως μετά τα Δεκεμβριανά, σημαντική μερίδα του Βενιζελισμού στράφηκε στη Βασιλεία και συμμετείχε στη συγκρότηση της μεταπολεμικής Δεξιάς, με χαρακτηριστικότερο αρχικό εκφραστή το Κόμμα Εθνικών Φιλελευθέρων του Γονατά. Στο πλαίσιο αυτής της γενικότερης ανακατάταξης εντάσσονται και οι τουρκόφωνοι Πόντιοι. Χρειαζόταν εκτενέστερη ανάπτυξη το σχετικό σημείο (σ. 213), ώστε να μη δημιουργείται η εντύπωση ότι η περίπτωσή τους υπήρξε μεμονωμένη.

Οπως κάθε σπουδαίο επιστημονικό βιβλίο, το βιβλίο του Νίκου Μαραντζίδη φωτίζει ζητήματα πολύ γενικότερα από το συγκεκριμένο και οριοθετημένο αντικείμενό του.

Ποιο είναι ασφαλέστερο θεμέλιο της εθνικής ταυτότητας; Η γλώσσα ή η θρησκεία; Τόσο στη θεωρία όσο και στην κοινή αντίληψη προέχει η γλώσσα. Ετσι, μπορεί και σήμερα να αναφωνήσει κανείς (όπως ένας φοιτητής μου): «αφού μιλούσαν τουρκικά, ας έμεναν στην Τουρκία»! Ωστόσο, οι τουρκόφωνοι Πόντιοι υπήρξαν η πιο συγκλονιστική πρόσφατη απόδειξη ότι, στη νεότερη εποχή, αρκεί να είναι κανείς χριστιανός Ορθόδοξος για να γίνει Ελληνας. Πρόκειται βέβαια για καίρια απόκλιση από το φιλελεύθερο πρότυπο του εθνικισμού, με τις γνωστές παρενέργειες μέχρι σήμερα.

Αλλο γενικότερο ζήτημα είναι η παραταξιακή ταύτιση, που διαμορφώνεται πρωταρχικά από τη μνήμη ενός τραυματικού παρελθόντος και μένει αναχρονιστικά ανεπηρέαστη από τις μεταβολές που μεσολάβησαν έκτοτε. Πρόκειται για γενικό φαινόμενο, αποφασιστικής σημασίας για την εκλογική συμπεριφορά, όπως διαπιστώθηκε προ πολλού (π.χ. στη Γαλλία και στις ΗΠΑ). Στη χώρα μας ισχύει κατεξοχήν για την Αριστερά που ονομάστηκε, ακριβώς, «ΕΑΜογενής». Εχοντας μελετήσει το φαινόμενο στο προηγούμενο βιβλίο του (Οι μικρές Μόσχες), ο Μαραντζίδης εδώ προεκτείνει και εμπλουτίζει την ίδια προβληματική στο χώρο της Δεξιάς. Καταπληκτικά εύστοχη είναι η διάγνωσή του ότι μια οικογένεια που θρήνησε θύματα «καταλήγει να βιώνει τις εκλογές σαν μνημόσυνο» (σ. 224, δική μου υπογράμμιση).

Το βιβλίο του Μαραντζίδη συμβάλλει επίσης σε μία σοβαρή και τεκμηριωμένη συζήτηση για το γενικότερο ζήτημα του δωσιλογισμού. Σε όλες τις άλλες χώρες αυτή η συζήτηση έχει γίνει προ πολλού, αν δεν έχει εξαντληθεί. Στη χώρα μας, με ελάχιστες εξαιρέσεις (π.χ. Φλάισερ), παραμένουμε ακόμη στην καρικατούρα και την απλουστευτική καταγγελία. Οπως δείχνει ο Μαραντζίδης, για πολλούς τουρκόφωνους Ποντίους (όχι πάντως όλους) η συνεργασία με τους Γερμανούς ήταν καθαρά ζήτημα άμεσης επιβίωσης και κατέληξε να αποτελεί τη μοναδική διέξοδο.

Οπως αρμόζει σε έναν διανοούμενο και προπαντός σε έναν πανεπιστημιακό δάσκαλο, ο Μαραντζίδης με το βιβλίο του πηγαίνει «αντίθετα στο ρεύμα», δηλαδή αντίθετα στη μονόπλευρη και στρεβλή ανασκευή της πρόσφατης ιστορίας μας, που έχει επιβληθεί από είκοσι χρόνια ως νέα καθεστωτική ιδεολογία και ισοδυναμεί, στην ουσία, με «ρεβάνς» των ηττημένων του Εμφυλίου στο φαντασιακό επίπεδο.

Ωστόσο, η διεισδυτικότητα και η παραμορφωτική δύναμη αυτής της περιρρέουσας μυθολογίας δεν παύει να τον επηρεάζει. Διαπιστώνει ότι, την περίοδο δεξιάς τρομοκρατίας, μετά τη Βάρκιζα, οι τουρκόφωνοι Πόντιοι, ένοπλοι κατά κανόνα, δέρνουν, αλλά δεν σκοτώνουν. Στις άλλες εξηγήσεις που δίνει, προσθέτει: «Αλλωστε τις μαζικές εκτελέσεις ...τις αναλαμβάνει η επίσημη κρατική μηχανή» (σ. 205).

Αλλά το μεταπολεμικό ελληνικό κράτος ουδέποτε προέβη σε «μαζικές» εκτελέσεις! Μαζικές υπήρξαν οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις, οι εκτοπίσεις, οι διακρίσεις, όχι όμως και οι εκτελέσεις. Μαζικές εκτελέσεις έγιναν από τη Δεξιά, π.χ. στην παρισινή Κομμούνα ή, ακόμη μαζικότερες, στον Ισπανικό Εμφύλιο. Στην Ελλάδα, όμως, μαζικές εκτελέσεις έγιναν μόνον από τις κατοχικές δυνάμεις και από τον ΕΛΑΣ, όπως αυτές ακριβώς που θυμίζει και τεκμηριώνει ο Μαραντζίδης στο βιβλίο του, μιλώντας για πραγματική «εθνοτική εκκαθάριση» των τουρκόφωνων Ποντίων (σ. 190).

Τελικά, όποιος διαβάσει τη συναρπαστική τους ιστορία θα καταλάβει γιατί οι τουρκόφωνοι Πόντιοι ταιριάζει να θεωρηθούν η πιο αδικημένη ομάδα Ελλήνων τον 20ό αιώνα. Χάρη στο βιβλίο του Νίκου Μαραντζίδη, μπορεί επιτέλους να ακουστεί και η δική τους φωνή.



Γ.Θ. ΜΑΥΡΟΓΟΡΔΑΤΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 04/10/2002
Συγγραφέας:
Μαραντζίδης, Νίκος
Εκδότης:
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Σελίδες:
328
ISBN:
9789605241315
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/9/2001

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική