Η ιστορία των ουτοπιών

Έκπτωση
35%
Τιμή Εκδότη: 15.98
10.39
Τιμή Πρωτοπορίας
+
69832
Συγγραφέας: Μάμφορντ, Λιούις
Εκδόσεις: Νησίδες
Σελίδες:208
Ημερομηνία Έκδοσης:1/1/1998
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Συγγραφέας:
Μάμφορντ, Λιούις
Εκδότης:
Νησίδες
Σελίδες:
208
ISBN:
9789608480261
Μεταφραστής:
Τομανάς, Βασίλης
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/1/1998

Η ¨Ιστορία των Ουτοπιών¨ είναι ένα κείμενο που προκαλεί εύλογες απορίες και ανάμεικτα συναισθήματα. Πρόκειται για ένα βιβλίο που εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Αμερική το 1922 και κυκλοφόρησε στην ελληνική γλώσσα μόλις το 1998. Σε πολλά σημεία του μοιάζει ξεπερασμένο από την εξέλιξη των πραγμάτων αλλά αυτό δεν μειώνει το ενδιαφέρον των προβληματισμών που κατατίθενται.
Σε γενικές γραμμές είναι η κατάθεση των πεποιθήσεων, των ιδεών και των επιχειρημάτων του Μάμφορντ γύρω από το πραγματοποιήσιμο ή όχι των Ουτοπιών που περιγράφηκαν κατά καιρούς από σημαντικούς στοχαστές και στολίζουν πλέον την παγκόσμια γραμματεία. Όπως κατάλαβα – με μια μικρή απογοήτευση είναι η αλήθεια – μετά την ανάγνωση των πρώτων σελίδων πρόκειται για ουτοπίες που υπάρχουν, οι περισσότερες, μόνο στο χαρτί αρχής γενομένης με την ¨Πολιτεία¨ του Πλάτωνα. Κατόπιν το ταξίδι συνεχίζεται με την ¨Ουτοπία¨ του Τ. Μουρ, τη ¨Φρηλανδία¨ του Χέρτσκε, τη ¨Χριστιανούπολη¨ του Αντρέε, το ¨Κοιτάζωντας πίσω¨ του Μπέλαμυ και τα έργα ορισμένων ακόμα κλασικών ουτοπιστών για να καταλήξουμε στις οικονομικές ουτοπίες του 19ου αιώνα με ονόματα όπως Εξοχικό Σπίτι, Καρβουνόπολη και Εθνική Ουτοπία. Οι τρεις τελευταίες θεωρούνται, κατά έναν ορισμένο τρόπο, ως πραγματοποιηθείσες καθώς αντιστοιχούν στους όρους ζωής της άρχουσας τάξης της βιομηχανικής εποχής η πρώτη, στο προλεταριάτο των μεγαλουπόλεων του 19ου αιώνα η δεύτερη και στο εθνικό κράτος η τρίτη.
Το βιβλίο εκτίνεται σε δώδεκα, περίπου ισομεγέθη, κεφάλαια, εκ των οποίων, πιο σημαντικά για τις θέσεις του σ. είναι το 1ο , το 11ο και το 12ο. Τα υπόλοιπα αναλώνονται, με μεγαλύτερη ή μικρότερη λεπτομέρεια, στην περιγραφή των χάρτινων Ουτοπιών.
Στο 1ο κεφάλαιο ο σ. θεωρεί ότι οι ουτοπίες αναδιπλασιάζουν τον κόσμο μας καθώς προσθέτουν δίπλα στον πραγματικό, ένα νέο, το φανταστικό κόσμο των Ουτοπιών, ο οποίος είναι τόσο ισχυρός σε ότι αφορά την ανάγκη δράσης του ανθρώπου και αλλαγής των κοινωνικών συνθηκών όσο ισχυρή παραμένει η πίστη μας σε αυτόν. Διακρίνει, δε, δύο είδους ουτοπίες α) τις ουτοπίες φυγής σε ιδιωτικές σφαίρες ανέξοδης και ψευδολυτρωτικής φαντασιοκοπίας και β) τις ουτοπίες ανασυγκρότησης, όπου ο οραματιστής ξεκινά από τα προβλήματα του πραγματικού κόσμου και καταθέτει κατόπιν το, περισσότερο ή λιγότερο, επεξεργασμένο κοινωνικό του όραμα για την υπέρβαση του πραγματικού κόσμου και την επιδίωξη μιας καλής ζωής για τα μέλη μιας κοινότητας.
Στο 11ο κεφάλαιο ο σ. επιχειρεί να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα της αποτυχίας πραγματοποίησης των ουτοπικών σχεδίων. Παρόλο που αναπτύσσει, κάπως άναρχα, τα επιχειρήματα και τους προβληματισμούς του και έχει μια ιδιαίτερη άνεση ως πολυπράγμων στοχαστής να ¨τσαλαβουτά¨ αντλώντας υλικό σε ποικίλους τομείς της ανθρώπινης δημιουργικότητας, καταλήγει σε συγκεκριμένο συμπέρασμα που καταγράφεται συνοπτικά στη σελίδα 196. Το συμπέρασμα είναι ότι τα ουτοπικά σχέδια αποτυγχάνουν διότι α) δεν λαμβάνουν υπόψη τους την τεράστια ποικιλία και περιπλοκότητα του ανθρώπινου περιβάλλοντος ( μάλλον εννοεί εδώ τις ιδιαίτερες οικονομικές – κοινωνικές – γεωμορφολογικές κλπ συνθήκες των διακριτών ανθρώπινων κοινοτήτων) και β) επειδή δεν δημιούργησαν νέα ζωντανά πρότυπα ανθρώπου που θα κέντριζαν τους ανθρώπους σε νέα πράγματα ( πιθανολογώ ότι προσπαθεί να μας μιλήσει για το ατελές και πεπερασμένο της ανθρώπινης φύσης). Ενώ, λοιπόν, το συμπέρασμα είναι πλήρως απογοητευτικό και οι παρατηρήσεις του σ. γύρω από τις δυσκολίες του εγχειρήματος οξυδερκέστατες, στο τελευταίο 12ο κεφάλαιο και στις τελευταίες τελευταίες σελίδες του βιβλίου επανέρχεται στην πεποίθηση του ότι μια νέα Ουτοπία ή Εύτοπια – όπως την ονομάζει – είναι δυνατή και δίνει τους γενικούς όρους ενός νέου εγχειρήματος. Το εγχείρημα αυτό οφείλει να λάβει υπόψη του τα λάθη των προηγούμενων Ουτοπιών, τα κοινά τους στοιχεία και να βασιστεί σε μια νέα Επιστήμη και μια νέα Τέχνη που θα πρέπει να είναι κομμάτι της κοινότητας, απορρίπτοντας ριζικά τη ρήση ¨Η τέχνη για την τέχνη¨ και ¨Η επιστήμη για την επιστήμη¨. Η ασυμφωνία αυτή, ανάμεσα σε συμπέρασμα και πεποιθήσεις, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί παρά μόνο από το νεαρό της ηλικίας του σ. ( ο Μάμφορντ ήταν, δεν ήταν, γύρω στα 25 όταν έγραψε το βιβλίο ) και η αισιοδοξία δεν του έλειπε. Πίστευε στην Ουτοπία, τις οικουμενικές ουμανιστικές αξίες και την παιδευτική αξία του παγκόσμιου πολιτισμού και θεωρούσε θεσμούς όπως το εθνικό κράτος ξεπερασμένους. Δε χρειάστηκε, βέβαια, παραπάνω από 20 χρόνια για να διαψευσθεί οικτρά και αυτός και πολλοί άλλοι από τα αποτελέσματα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, που δοκίμασε τις αντοχές του ανθρώπινου πολιτισμού, που έγινε στο όνομα ενός Ράιχ και μιας Ουτοπίας καθαρότητας της φυλής και που κατέδειξε για άλλη μια φορά το ατελές της ανθρώπινης φύσης και το χάρτινο μέγεθος των οικουμενικών ουμανιστικών αξιών.
Πιστεύω ότι αν ο Μάμφορντ καταπιανόταν εκ νέου με το θέμα των Ουτοπιών θα άλλαζε αρκετά πράγματα στο βιβλίο του. Άλλωστε, ο 20ος αιώνας, όχι μόνο, έγινε μάρτυρας της κατάρρευσης της μεγαλύτερης Ουτοπίας που γνώρισε η ανθρωπότητα στην πρώην Σοβιετική Ένωση, αλλά ήταν και πολύ γόνιμος σε ότι αφορά την κατάθεση νέων Ουτοπιών, μόνο που αυτή τη φορά ήταν μελλοντικές Δυστοπίες του χειρότερου επιπέδου, όπως π.χ. το ¨1984¨ του Όργουελ και το ¨Θαυμαστός νέος κόσμος¨ του Χάξλεϋ για να μείνω μόνο σε δυο χαρακτηριστικότατα γραμματειακά παραδείγματα. Φυσικά και τα δυο πολύ απέχουν από αυτό που ο Μάμφορντ είχε στο μυαλό του, δηλαδή, μια καλή ζωή για τα μέλη μιας ανθρώπινης κοινότητας.
Σε τελική ανάλυση το δοκίμιο με προβλημάτισε μα και μου προκάλεσε σύγχυση σε αρκετά σημεία. Η μετάφραση είναι πάρα πολύ καλή αλλά χρειαζόταν οπωσδήποτε επεξηγηματικές υποσημειώσεις, γιατί πολλά πρόσωπα και πράγματα στα οποία αναφέρεται ο σ. και κυρίως αυτά που αφορούν τη γραμματεία του αγγλοσαξωνικού χώρου του 19ου και 20ου αιώνα είναι τελείως άγνωστα στον αναγνώστη.
Τρία αστέρια, λοιπόν, για την ασυμφωνία συμπερασμάτων και πεποιθήσεων του σ. αλλά και για την πλημμελή ελληνική επιμέλεια του κειμένου…
Γράψτε μια κριτική