Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο;

Έκπτωση
40%
Τιμή Εκδότη: 14.00
8.40
Τιμή Πρωτοπορίας
+
269099
Συγγραφέας: Λιάκος, Αντώνης
Εκδόσεις: Πόλις
Σελίδες:166
Ημερομηνία Έκδοσης:1/6/2005
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Άμεσα διαθέσιμο
Πάτρα:
Περιορισμένη διαθεσιμότητα

Πώς να διαφύγουμε από τις νοητικές κατηγορίες που το έθνος μας επέβαλε και να το σκεφτούμε απ έξω; Και με ποιόν τρόπο; Νήμα διαφυγής είναι οι σκέψεις που αρθρώθηκαν στις διαδοχικές και διαφορετικές απόπειρες αλλαγής του κόσμου. Γιατί, αν τα έθνη γεννήθηκαν στη νεότερη εποχή, τότε γεννήθηκαν μαζί με την ιδέα ότι ο κόσμος είναι δυνατόν να αλλάξει. Αυτό το δοκίμιο παρακολουθεί την ιδέα του έθνους, από τον καιρό του Μαρξ έως τις συζητήσεις για την παγκοσμιοποίηση στα τέλη του 20ού αιώνα.
Η ιδέα του έθνους, σε έναν κόσμο με άγνωστο μέλλον, γίνεται μια άγκυρα βεβαιότητας, μια βάρκα διαφυγής. Γι άλλους όμως σημαίνει μια γραμμή απροσπέλαστη που τους κρατάει εκτός. Η αμφιθυμία απέναντι στο μέλλον μεταστρέφεται σε αμφιθυμία απένταντι στο έθνος.
Αν μας χρειάζεται να ξαναδούμε πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο, είναι για να αντιλαμβανόμαστε τις αλλαγές που αναδιατάσσουν τις σχέσεις πάνω στις οποίες συγκροτήθηκε το έθνος-κράτος, και για να σκεφτόμαστε την ιστορία υπολογίζοντας τις προσδοκίες ως συστατικό της στοιχείο.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου








ΚΡΙΤΙΚΗ



Το βιβλίο του Αντώνη Λιάκου «Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο;» έχει, κατά γνώμη μου, δύο ειδικά βάρη, δύο βασικές σημασίες: μία παιδαγωγική και μία πολιτική-θεωρητική. Για την πρώτη δεν χρειάζεται και πολλή συζήτηση. Το βιβλίο πραγματοποιεί μια, όντως, άριστη επισκόπηση των θεωριών και αντιλήψεων περί έθνους από το 1848 και μετά, καθώς και των συνθηκών προσέγγισης των προβλημάτων που θέτει το έθνος, ως υπαρκτό ιστορικό-πολιτικό μόρφωμα, από διάφορες συγγενείς προσλαμβάνουσες -ιστορία και θεωρία του μαρξισμού, αντιαποικιοκρατική πάλη, κοινωνική ανθρωπολογία, επινόηση της παράδοσης, κοινοτισμός, πολιτική τού συνανήκειν, βιοπολιτική, αυτοκρατορία και παγκοσμιοποίηση κ.λπ.

Ακριβέστερα, το εγχείρημα του Λιάκου ανήκει στην παράδοση μιας Begriffsgeschichte, όπως λέγεται στα γερμανικά, δηλαδή, στην ιστορία όχι απλώς και γενικώς των ιδεών αλλά, πιο συγκεκριμένα, στην ιστορία ενός νοήματος, στη σκιαγράφηση της πορείας ενός νοήματος -κι εφόσον μιλάμε για ιστορία, ενός μορφώματος- μέσα στο χώρο και το χρόνο. Από αυτή την άποψη, το βιβλίο αποτελεί ένα εύχρηστο εγχειρίδιο που συγκεντρώνει, καταγράφει και σχολιάζει όλες τις αντιφατικές προοπτικές και πρακτικές που προκάλεσε (και προκαλεί) το έθνος στη σύγχρονη ιστορία. Ετσι, θα μπορούσε κάλλιστα να κατοχυρωθεί ως βασικό πανεπιστημιακό ανάγνωσμα στα εισαγωγικά μαθήματα σύγχρονης ιστορίας και κοινωνικο-πολιτικών σπουδών.

Και η θεωρητική-πολιτική σημασία του βιβλίου, η οποία, αντιθέτως, σηκώνει μπόλικη συζήτηση, δεν γίνεται να κριθεί έξω από το μορφολογικό του πλαίσιο, έξω από το γεγονός ότι είναι μια επισκόπηση. Οιαδήποτε, λοιπόν, μομφή για δήθεν απουσία αρχειακής έρευνας ή διεξοδικής ανάγνωσης ιστορικών λεπτομερειών βρίσκεται εκτός θέματος. Κανείς, λόγου χάριν, δεν θα κατηγορούσε τον Νίκο Σβορώνο για αρχειακή ολιγωρία στην Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, ένα βιβλίο που όλοι αποδέχονται ως θεμελιώδη εισαγωγή στο σύγχρονο προβληματισμό της ελληνικής ιστοριογραφίας. Είναι γνωστό ότι έναυσμα για το βιβλίο του Λιάκου υπήρξε η πρόσφατη επανεξέταση των θέσεων του Σβορώνου για τη διαμόρφωση του ελληνικού έθνους. Είναι, όμως, άτοπο να κριθεί το παρόν εγχείρημα βάσει αυτής της συζήτησης -κι εδώ ευθύνεται εν μέρει και ο ίδιος ο συγγραφέας, ο οποίος ανοίγει μια τέτοια προοπτική στην εισαγωγή του. Γιατί, στην ουσία, το βιβλίο αυτό επιχειρεί κάτι πολύ ευρύτερο της νεοελληνικής προβληματικής, ασχέτως αν, καθ ότι γράφεται για τον Ελληνα αναγνώστη, το γηγενές πλαίσιο αναφοράς ορθώνεται με άμεση (και περισσή, θα έλεγα) ευκολία.

Ενδεχομένως να υπάρχει και κάτι άλλο. Η αντίστιξη με την προβληματική του Σβορώνου δεν τίθεται, εντέλει, στη βάση του «εθνικού ζητήματος» αλλά του ζητήματος της ελληνικής Αριστεράς και, συγκεκριμένα, του τι διακυβεύεται εν ονόματι της Αριστεράς στο πλαίσιο της ελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας. Το σημειώνω αυτό γιατί ο προκλητικός τίτλος τού βιβλίου, ενώ προφανώς εστιάζει στο πρόβλημα του έθνους, προσανατολίζει τον αναγνώστη στην προβληματική της αλλαγής της ιστορίας, η οποία, τουλάχιστον μετά τις θέσεις για τον Φόιερμπαχ, είναι και κανόνας κάθε αριστερής προβληματικής, ακόμα κι αν αυτή θέτει εαυτόν πέραν του μαρξισμού.

Με αυτή την έννοια, το βιβλίο μάς αναγκάζει εξαρχής να αντιμετωπίσουμε, όχι μόνο τις διαστάσεις του έθνους ως κοινωνικο-ιστορικού μορφώματος, αλλά και τις διαστάσεις διάγνωσης, διαπραγμάτευσης και, εντέλει, μεταμόρφωσής του. Οπως η ιστορία ως μεταμορφωτικό πεδίο (πεδίο αλλαγής της κοινωνίας) τίθεται εδώ ως διερευνητικό πρίσμα του έθνους, έτσι και το έθνος (ως μόρφωμα ανοιχτό στα αιτήματα της ιστορίας) τίθεται εξίσου ως διερευνητικό πρίσμα των ρευστών πτυχών της σύγχρονης ιστορίας. Αυτή είναι η θεμελιώδης διαλεκτική του βιβλίου.

Με άλλα λόγια, ο ιστορικο-πολιτικός προσανατολισμός του βιβλίου σε θεωρίες και αντιλήψεις υποκινούμενες από την άρνηση αποδοχής καθιερωμένων πρακτικών και πάγιων δεδομένων εξυπηρετεί και μια άλλη, επιστημολογική θα έλεγα, ανάγκη: να αναδείξει ότι το έθνος, ως έννοια, δεν γίνεται να έχει δεδομένο και παγιωμένο περιεχόμενο ή ότι, ως κοινωνικο-ιστορικό μόρφωμα, το έθνος είναι μεν αναμφισβήτητα υπαρκτό, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι παραμένει άρτιο, άθικτο, και αναλλοίωτο. Από αυτή την άποψη, ως συλλογισμός πάνω στην ιστορία της Αριστεράς, το βιβλίο εκθέτει όλους όσοι εξακολουθούν να επιμένουν στην αλλαγή του κόσμου μέσα από το επαναστατικό πρόταγμα, χωρίς όμως να τολμούν να αμφισβητήσουν τα ίδια τα εργαλεία του προτάγματος, είτε αυτά είναι επιστημολογικά είτε καθαρά πολιτικά.

Γι αυτό και ο προβληματισμός του Λιάκου ξεκινάει από το 1848, γι αυτό και η απόφανσή του ότι το έθνος και το πρόταγμα της αλλαγής του κόσμου είναι σαν «δίδυμα αδερφάκια» πρέπει να παρθεί σοβαρά. Η φαντασιακή σύσταση που επιτρέπει στο έθνος να καταστεί κυρίαρχη μορφή κοινωνικής οργάνωσης βρίσκεται σε πλήρη συστοιχία με τη φαντασιακή σύσταση του οράματος της επανάστασης που ζητά την κριτική εξέταση και τελική υπέρβαση οιασδήποτε μορφής κοινωνικής οργάνωσης που δεν αποδίδει κοινωνική ελευθερία και δικαιοσύνη. Παρ ότι ο Λιάκος το θέτει αυτό ως αφετηρία, πιστεύω ότι πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες συμβολές του βιβλίου στον προβληματισμό της σύγχρονης ιστορίας.

Εννοείται, θεωρώ άνευ ουσίας ενστάσεις τύπου «Μα πώς γίνεται να συνυφαίνει κανείς τον προβληματισμό για ένα συγκεκριμένο και κοινωνικο-ιστορικό μόρφωμα (έθνος) με τον προβληματισμό για μια γενικότερη ιστορία ιδεών (περί αλλαγής της κοινωνίας);». Οταν μιλάμε για κοινωνικές φαντασιακές σημασίες μού φαίνεται ανεδαφικό (και σίγουρα ξεπερασμένο) να προβάλλουμε τέτοιες ενστάσεις. Το ότι η γένεση ιδεών και γεγονότων μπορεί κάλλιστα να γίνει κατανοητή στο πλαίσιο μιας σύμπτωσης, συνύπαρξης ή ακόμα και ταυτοχρονίας, είναι μια επιστημολογική διατύπωση που αντλεί την εγκυρότητά της μέσα από τα βάθη της μοντερνιστικής φιλοσοφικής αντίληψης του κόσμου (βλ. Μπερξόν, Χάιντεγκερ, Γκράμσι, Μπασελάρ -για να πάρουμε μια ευρεία και ετερογενή όψη) και δεν αναιρείται ούτε από κάποιον δήθεν «μεταμοντερνισμό», αλλά ούτε και από επιμονή στην επιστημονική αυστηρότητα ενός δήθεν «ορθολογισμού».

Ο Λιάκος σπρώχνει αυτήν τη μοντερνιστική αντίληψη ακόμη πιο πίσω, στην καρδιά της νεωτερικότητας, αφ ενός, γιατί, όπως είπαμε, προσπαθεί να βρει την αφετηρία αυτών των φαντασιακών συστάσεων, αφ ετέρου δε, γιατί έτσι δίνει το στίγμα συνύπαρξης/ συνύφανσης «έθνους» και «επανάστασης» (ας το πούμε έτσι τηλεγραφικά) ως πρωτεύοντα στοιχεία στο ανεκπλήρωτο ακόμη πρόταγμα της νεωτερικότητας.

Ετσι, το έθνος δεν θεωρείται άξιο προβληματισμού απλώς ως ιστορικό φαινόμενο, ως γεγονός, ως μορφή κοινωνικής οργάνωσης, ως εδαφικός προσδιορισμός, ως φορέας πολιτικών δομών και πρακτικών, ως ιδεολογικό σύνδρομο, ως συμβολική-πολιτισμική οντότητα κ.λπ. Προβληματίζει ακριβώς επειδή, στους δύο τουλάχιστον αιώνες κοινωνικο-ιστορικής του ύπαρξης, παρουσιάζει μια πρωτεϊκή μορφή και, ομολογουμένως, μια εντυπωσιακή ευκολία προσαρμογής σε πολλαπλές και αντιφατικές ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Γι αυτό, σε τελευταία ανάλυση, το έθνος παραμένει κυρίαρχη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, ακόμη και στις τρέχουσες συνθήκες παγκοσμιοποίησης.

Σ αυτή, λοιπόν, την ανεπανάληπτη ιστορική πλαστικότητα ο Λιάκος αντιτάσσει την εξής θέση, την οποία θεωρώ θεμελιακή στο όλο εγχείρημα: «Τα έθνη διαβάζονται όχι κοιτάζοντας προς το παρελθόν αλλά προς το μέλλον». Το έθνος «διαβάζεται» όχι γιατί πρόκειται για κείμενο, όπως θα υποστήριζαν όσοι κατηγορούν τον Λιάκο για μεταμοντερνισμό, αλλά γιατί πρόκειται για αντικείμενο ανα-γνώσης, δηλαδή, κριτικής αναδιάρθρωσης και διερώτησης (ανάκρισης) της γνώσης που έχουμε περί αυτού. Γι αυτό και δεν διαβάζεται με όψη το παρελθόν. Γιατί το έθνος δεν είναι, όντως, κείμενο -δεν κείται σε κάποιο μουσείο της ιστορίας, σε κάποια εγκυκλοπαίδεια γεγονότων, αθροισμένων και ταξινομημένων σύμφωνα με μια άρρηκτη ιστορική λογική. Ούτε είναι το έθνος απλώς κάποιο αρχειακό εύρημα, παρ ότι η ιστορία κάθε συγκεκριμένου έθνους μπορεί να ανιχνευθεί μέσα από πληθώρα αρχείων, τα οποία, όμως, έτσι κι αλλιώς, δεν μπορούν ποτέ να παράγουν μια ολοκληρωτική και άνευ όρων διαύγαση του πεδίου αναφοράς τους.

Μπορούμε να πούμε, κατά πρώτο λόγο, ότι το έθνος είναι αντικείμενο, γιατί, αν μη τι άλλο, αντίκειται στον ομαλό ρου της ιστορίας -σε όλες τις άλλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης που προϋπήρχαν αυτού, αλλά και σε όσες έπονται και, υποτίθεται, το υπερβαίνουν -μέσω μιας πρωτοφανούς ιδιότητας να οικειοποιείται αλλότρια χαρακτηριστικά και να μεταμορφώνεται ανάλογα με τις συγκεκριμένες πολιτικές και ιστορικές ανάγκες. Ως γνωστικό αντικείμενο μέσα στο σύγχρονο κόσμο, το έθνος παρουσιάζει μια ανεπανάληπτη αντιφατικότητα και ετερογένεια, θέτοντας (μέσα στο πλαίσιο των ανθρωπιστικών σπουδών εν γένει) το πρόβλημα ερμηνείας της ιστορίας αυτής καθεαυτήν. Εχοντας ενσωματώσει τις πολυσχιδείς και αντιφατικές ενέργειες της σύγχρονης ιστορίας, το έθνος γίνεται, έτσι, αντικείμενο ανάγνωσης του μέλλοντος της ιστορίας -σε βαθμό που είναι αυτό δυνατό για όποιον άνθρωπο σκέφτεται πολιτικά και δεν πέφτει στη πλάνη της προφητείας.

Θυμάμαι τον Εντουαρντ Σαΐντ να επιμένει στο ότι «η κριτική μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την προϋπόθεση ότι έχει μέλλον», μια φράση που τη χρησιμοποιώ σαν φάρο στις θολές εποχές στις οποίες τυχαίνει να ζούμε. Η κριτική που καταλήγει να είναι απλώς ανάλυση γεγονότων και ερμηνεία δεδομένων στοιχείων, αν και απαραίτητο εργαλείο για τον εμπλουτισμό της έρευνας, δεν αρκεί για να διαρρήξουμε το μέτωπο κατεστημένων ιδεών και αξιών που περικυκλώνουν και δεσμεύουν τις σκέψεις και τις πράξεις μας. Η κριτική πρέπει να βλέπει πέρα από το κείμενό της, πρέπει να έχει συνείδηση ότι η ανά-γνώση, η ανάκριση, του παρόντος θέτει προϋποθέσεις για ένα μέλλον, ακόμα κι αν αυτό είναι τώρα δυσδιάκριτο.

Κατά δεύτερο λόγο, όπως οι αναγνώσεις του Λιάκου επισημαίνουν, χωρίς να το θέσουν ρητά, το έθνος είναι επίσης υποκείμενο, γιατί δημιουργεί διαρκώς νέες συνθήκες πολιτικού πράττειν, γιατί επινοεί νέους τρόπους οικειοποίησης ιστορικών μορφών, γιατί έχει εμπνεύσει κοινωνίες να συνταχθούν ολοκληρωτικά σε πράξεις ιδεολογικά ασυμβίβαστες μεταξύ τους (εθνοαπελευθερωτικούς αγώνες αλλά και επεκτατικό εθνικισμό ή φασισμό), γιατί ακόμα κινητοποιεί λαούς σε ολοένα πιο ακατανόητα επίπεδα βίας. Σίγουρα, είναι υποκείμενο για όλους αυτούς που αναγνωρίζουν την ταυτότητά τους μέσα από αυτό. Το ότι ιστορικά γεγονότα και πολιτικά μορφώματα λειτουργούν μέσω μιας «υποκειμενικότητας», την οποία οι ίδιες οι κονωνίες δημιουργούν και άθελά τους επιβάλλουν ως δέσμευση, είναι μια βασική αρχή της φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας, όπως θα έλεγε και ο Καστοριάδης. Κι έτσι ακριβώς φαίνεται πεντακάθαρα πώς η φαντασιακή σημασία του έθνους είναι αυτή που του δίνει την άρρηκτη πραγματικότητά του.

Ο Λιάκος μας τοποθετεί, είτε θέλουμε είτε όχι, ενώπιον αυτής της φαντασιακής δύναμης του έθνους, παρ ότι θα μπορούσε να σημειώσει κανείς την απουσία του καστοριαδικού εγχειρήματος στη γενεαλογία που μας παραθέτει. Το πρόταγμα του βιβλίου είναι, εντέλει, ο στοχασμός πάνω στο εξής ερώτημα: Μέσα από ποιο καθεστώς γνώσης επιβάλλεται το έθνος ως μορφή κοινωνικής οργάνωσης; -το οποίο επίσης απαιτεί να σκεφτούμε, παράλληλα: Μέσα από ποιο καθεστώς γνώσης γίνεται το έθνος αντιληπτό και εξηγήσιμο; Και τέλος, το βαθύτερο και ολισθηρότερο αυτών των ερωτημάτων: Τι καθεστώς γνώσης της ιστορίας δημιουργεί και επιβάλλει το έθνος; -ερώτημα που πρέπει να επανατίθεται αμείλικτα από όλους όσοι ακόμη διατηρούν το όραμα της αλλαγής της κοινωνίας.




ΣΤΑΘΗ ΓΟΥΡΓΟΥΡΗ (καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο UCLA)ΣΤΑΘΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 04/11/2005
Συγγραφέας:
Λιάκος, Αντώνης
Εκδότης:
Πόλις
Σελίδες:
166
ISBN:
9789604350698
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/6/2005

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!