Ημερολόγια και γράμματα

Έκπτωση
40%
Τιμή Εκδότη: 20.00
12.00
Τιμή Πρωτοπορίας
+
281180
Συγγραφέας: Kollwitz, Kaethe
Εκδόσεις: Ίνδικτος
Σελίδες:318
Ημερομηνία Έκδοσης:1/4/2006
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Η γερμανίδα χαράκτρια και γλύπτρια Καίτε Κόλλβιτς (1867-1945) υπήρξε αναμφίβολα μια από τις πλέον εμβληματικές φυσιογνωμίες στην Τέχνη του 19ου και του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα χρόνια της νεοσύστατης αυτοκρατορικής Γερμανίας και πέθανε λίγες ημέρες πριν τη λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Η διαδοχή των γεγονότων συμβαδίζει με την προσωπική ιστορία της, από την ξέγνοιαστη νιότη ως την σοβαρή ωριμότητα. Έζησε την πορεία της χώρας της από την αθωότητα ως τον παραλογισμό του εθνικοσοσιαλισμού αλλά και τον εξευτελισμό της ανθρώπινης ύπαρξης στους δύο μεγάλους πολέμους.


Από νωρίς είχε αναπτυχθεί μέσα της μια ισχυρή κοινωνική συνείδηση, η οποία αποτυπώνεται στο έργο της. Πολλές φορές βρέθηκε σε σύγκρουση με το καθεστώς, πιο έντονη όμως ήταν η δική της εσωτερική πάλη, η προσπάθεια να ισορροπήσει ανάμεσα στη χαρά της ζωής και τη φρίκη του θανάτου και του εξευτελισμού. Έχασε τον μικρότερο γιο της Πέτερ στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εγγονό της -επίσης Πέτερ- στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα έργα της απαγορεύτηκαν από τους Ναζί και η Γκεστάπο την κυνήγησε. Το σπίτι της καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς. Όμως, παρά τη φασματική παρουσία του θανάτου, δεν υπάρχει στα έργα της η ατμόσφαιρα του πανικού και του ιλίγγου που μετατρέπει τον θάνατο σε έμμονη ιδέα. Τουναντίον, η περίπτωσή της είναι τόσο ιδιαίτερη και μας καθηλώνει γιατί μέσα από τη συνάντηση δυο διαφορετικών στυλ και αντιλήψεων (από τη μια το συμβολισμό του 19ου αιώνα και από την άλλη τον εξπρεσιονισμό του 20ού αι.) γεννιέται ένας ρεαλισμός που ποτέ δεν υπερβάλλει ενώ συμμερίζεται την ανθρώπινη κατάσταση.


Τα ημερολόγια και τα γράμματα της Καίτε Κόλλβιτς αποτελούν χρονικό μιας ολόκληρης εποχής ενώ ταυτόχρονα έχουν κάτι από την τέχνη της, την αφή και το άγγιγμα της μεγάλης χαράκτριας. Η ειλικρίνεια και η γνησιότητα των αισθημάτων δεν αφήνουν ούτε στιγμή τις λέξεις να ξεφύγουν άσκοπα στο κείμενό της. Η απλότητα και η φειδώ είναι αρετές και του εικαστικού της έργου. Αποστρέφεται την καλλιτεχνική πόζα και το πομπώδες. Κρατά επιφυλάξεις απέναντι σε ιδεολογικά συστήματα και καλλιτεχνικά ρεύματα, σε κάθε «πρόοδο» χωρίς πνευματικό υπόβαθρο. Στα γραπτά της έχει τη δύναμη να πηγαίνει κατευθείαν στο ζητούμενο και ακόμα και μέσα στη θέρμη του αγώνα της να βλέπει πίσω από τον ενθουσιασμό. Υπήρξε ένας άνθρωπος με επίγνωση των ορίων του είτε πρόκειται για τα εικαστικά και τα γραπτά της είτε για τη δημόσια στάση της, με επιμονή όμως και πείσμα να τα εξαντλήσει. Αυτό που πάνω απ όλα ήθελε ήταν να ασκήσει κάποια επίδραση στην εποχή της. Και τα κατάφερε.

(Από τον Εκδότη)









ΚΡΙΤΙΚΗ



Και επειδή πολλοί έσπευσαν να σταθμίσουν τα κείμενα της πασίγνωστης Γερμανίδας χαράκτριας και γλύπτριας Κέτε Κόλβιτς (1867-1945), με βάση το βαθύ ψυχικό τραύμα της λόγω της απώλειας του γιου της Πέτερ κατά τη διάρκεια του Α Παγκοσμίου Πολέμου, θυμηθήκαμε τα προφανή που επισημαίνει ο Μπασλάρ. Διότι η επιβλητική αυτή εικαστικός μπορεί να αιμοδότησε τα αυτοβιογραφικά της κείμενα, τα ημερολόγια και τις επιστολές που έστειλε (μεταξύ άλλων και) στο δεύτερο γιο της Χανς, από το 1914 έως τις αρχές της δεκαετίας του 40, με όσα η φρικτή της εμπειρία τής επιφύλαξε, αλλά το λογοτεχνικό αποτέλεσμα, να το πούμε έτσι, όσων έγραψε δεν είναι δυνατόν να κριθεί με γνώμονα το βίωμά της και μόνο.

Οπωσδήποτε, με αυτά που σημειώνει η μελαγχολική σε βαθμό κατάθλιψης και υπερευαίσθητη Κόλβιτς, καταγράφονται, δίκην «φωτογραφικής» μαρτυρίας, πολλά και ποικίλα γύρω από το επικαιρικό και το εσωτερικό συμφραζόμενο του παρατηρητή. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η δημιουργός των κολοσάλ μορφών, που ξέρουμε, ίσως να μην έσκυβε με τόση έντατική αφιέρωση στο χαρτί για να περιγράψει την περιπέτεια εποχών και των προσωπικών της διαδρομών, εάν δεν είχε συναντηθεί πρώιμα με την απώλεια του παιδιού της, αλλά τούτο δεν σημαίνει, να το ξαναπώ, ότι καθόρισε την όποια λάμψη των γραπτών της.

Παρ ότι στο πρώτο κείμενο του βιβλίου (η μορφή του οποίου οργανώθηκε από το δευτερότοκό της γιο Χανς με βάση το σωζόμενο αρχείο της) σκοντάφτεις σε μια αφήγηση μάλλον συμβατική και ψυχρή, βαθμιαία νιώθεις ότι η φωνή που σε καθοδηγεί μπορεί να σε ρίξει σε διάφορες μικρές κακοτοπιές, να δημιουργήσει αντίλαλους και αποκλειστικούς χρωματισμούς. Κάτι κοφτά διδακτικό, που προέρχεται από μια παρωχημένη διάθεση να εκφραστεί το οικουμενικό με «αγία αφέλεια», σε απωθεί αρχικά, για να σε κερδίσει στη συνέχεια ένα είδος θλιμμένης αυτογνωσίας και εγκατάλειψης μπροστά στη συνείδηση του μοιραίου.

Δεν είμαι ειδικός για να προχωρήσω σε εξέταση της εικαστικής πρότασης της Κόλβιτς. Πάντως, ως θεατή ποτέ δεν με γοήτευσε η υπερβολή του εξπρεσιονισμού ή το περιγραφικό «μεγαλείο» ενός ρεαλισμού, που συγγενεύει με το νατουραλισμό. Κάποια «στρατευμένα» έργα της Γερμανίδας καλλιτέχνιδας, που με τον έκτυπο χαρακτήρα τους τόνισαν μεγαλόφωνα την «ομορφιά του άσχημου», όπως θα λεγε και ο Ζολά, πρότυπο της Κόλβιτς στα πρώτα της βήματα, είναι σε θέση να εκπροσωπούν μια μάχιμη κοινωνικότητα, άσχετη με την ανάγκη της αισθητικής απόχρωσης, αλλά βέβαια δεν εκφράζουν σημερινές ευαισθησίες.

Τα κείμενά της, όμως, που φυσικά από ένα σημείο και μετά, όπως κάθε δημιουργικό έργο, αποκτούν μιαν πολλαπλή αυτονομία, μας αφορούν, διότι γίνονται ένας χάρτης μιας πολύ ενδιαφέρουσας πορείας σε χρόνο και χώρο. Με τις επιφυλάξεις που προανέφερα για όλα τα ηχηρά με προθέσεις μιας κενής «πολυφωνικότητας», μπορεί κανείς να προχωρήσει παρακολουθώντας με αυξανόμενο ενδιαφέρον την αργή διαφοροποίηση αλλά και τη μελαγχολική συστροφή μιας συνείδησης προς το εσωτερικό της σε μια διαδρομή μισού σχεδόν αιώνα: σε μια χάραξη προσανατολισμού εν μέσω των πιο σημαντικών, αν θέλετε, εξελίξεων της ιστορικής και καλλιτεχνικής πραγματικότητας, που αναπόφευκτα καταγράφονται από την αφηγήτρια.

Πέρα από το φιλοπερίεργο και ηδονοβλεπτικό του αναγνώστη, που ικανοποιεί πάντα το αυτοβιογράφημα, όσον αφορά τις πιο ποικίλες, ακόμα και δευτερεύουσες ή απρόβλεπτες όψεις των αφηγουμένων (γιατί πάντα ο αποδέκτης θα βρει τις αναλογίες που νομίζει ότι υπάρχουν στη σχέση του με αυτά), στην οθόνη των Ημερολογίων ...προβάλλεται το διάγραμμα μιας «γερμανικής» προσωπικότητας. Εννοώ ότι η Κόλβιτς, παρά την ουμανιστική της με κάποια ουτοπικά σοσιαλιστικά στην αφετηρία τους στοιχεία, όσον αφορά την οικογενειακή της κατάφυση, ξεκίνησε ως πειθαρχημένο, τευτονικό, άκαμπτο σε κάποιο βαθμό άτομο, που πίστεψε ακόμα και στην αναγκαιότητα της στράτευσης δίπλα στον Κάιζερ κατά τον Πρώτο Πόλεμο, για να καταλήξει περίπου (όχι απόλυτα, λόγω τευτονισμού...) στην άλλη ιδεολογική άκρη.

Η μεταστροφή της αποτυπώθηκε στο εικαστικό και συγγραφικό της έργο με ένα βασανιστικό slow motion, το οποίο αρχίζει μετά το πρώτο σοκ από το έμμεσο βίωμα του πολέμου. Υστερα από το βύθισμα, η αργή ανάδυση και η επίπλευση με σωτήρια σανίδα τα εναπομείναντα, προσφιλή πρόσωπα, αλλά κυρίως την τέχνη. Το de profundis δικαιώνεται άγρια μέσα από την ανάγκη να δικαιωθεί η ζωή μέσα από την ομολογία της κατεδαφιστικής έννοιας του θανάτου. Χωρίς την προσφυγή σε καθαρά μεταφυσικές λύσεις, που συνήθως χρησιμεύουν σε ανάλογες περιπτώσεις, η Κόλβιτς αναλαμβάνει μια πιο αποστασιοποιημένη δράση, σχεδόν στα όρια του υπαρξισμού (χωρίς να χάνει ακριβώς από μπροστά της το θείο, κατά μία έννοια, που υποφώσκει στη σκέψη της). Μπορείς να το πεις αυτό για τη στάση της Κόλβιτς, εφόσον δέχεσαι την υπαρξιστική θεωρία με τη διάσταση του ουμανισμού, που προσπάθησε όψιμα να της προσδώσει ο Σαρτρ. Γιατί η Κ. σε όλη της τη διαδρομή δεν εγκατέλειψε το συλλογικό, τη μέριμνα για την επικοινωνία, όπως εκείνη είχε συλλάβει με τα σοσιαλιστικά της σταθμά. Ταυτόχρονα, όμως, η παράμετρος της βαθύτερης, υπαρξιακής οδύνης χρωμάτιζε ιδιαίτερα τις διατυπώσεις της, εικαστικές και λογοτεχνικές.

Κάπου στα ημερολόγια της σημειώνει την αδυναμία της να πιστέψει (σε μια ιδέα), όπως ας πούμε ο Γκόρκι, γράφει. Το συγκεκριμένο, μάλιστα, κείμενό της (20-1-1919), μεταξύ άλλων, δίνει αφορμή να σκεφτούμε το διχασμό της, τη «γερμανικότητά» της, που τη διαφορίζει, εν τέλει, από τους ξένους ομοϊδεάτες της: «Δοκίμιο του Γκόρκι στη "Republik", που οπωσδήποτε με συγκλόνισε. Μονάχα να ήμουν τόσο γεμάτη πίστη όσο αυτός! Και γιατί δεν μπορώ να είμαι; Ισως η αιτία να βρίσκεται στη διαφορά μεταξύ της σλαβικής και της γερμανικής φύσης. Αν οι Σλάβοι έχουν ένα ίχνος ασιατικό, τότε εμείς οι Ανατολικογερμανοί έχουμε ένα ίχνος σλαβικό, αλλά μονάχα ίχνος. Υπάρχει μεγάλη φυλετική διαφορά μεταξύ του Τολστόι και του Καντ. Μπορούν άνθρωποι που έχουν την ίδια καταγωγή με τον Καντ να πετάξουν τόσο ψηλά ή να χυμήσουν μπροστά, όπως οι συμπατριώτες του Τολστόι και του Ντοστογιέφσκι; Εννοώ ότι πρέπει να τραβήξουμε έναν διαφορετικό δρόμο. Αλλά σχεδόν ζηλεύω τους Ρώσους που με τόσο απόλυτη πίστη τραβούν το μεγάλο απλό δρόμο τους, τόσο τυφλοί μέσα στην πίστη τους. Ο Γκόρκι διηγείται στην αυτοβιογραφία του πόσο τρυφερά και προσεχτικά μιλούσε η γιαγιά του για την ψυχή. Οταν ο Θεός παίρνει ξανά κοντά του μια ψυχή μετά το θάνατο: "Λοιπόν, καλή μου, ανόθευτή μου, έχεις πλανηθεί και υποφέρεις αρκετά;"»

Η Ανθή Λεούση απέδωσε άριστα αυτόν τον αποκαλυπτικό μιας οδυνηρής αυτεπίγνωσης λόγο.



ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 15/09/2006
Συγγραφέας:
Kollwitz, Kaethe
Εκδότης:
Ίνδικτος
Σελίδες:
318
ISBN:
9789605182250
Μεταφραστής:
Λεούση, Ανθή
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/4/2006

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!