Η γενική θεωρία της απασχόλησης του τόκου και του χρήματος

Έκπτωση
30%
Τιμή Εκδότη: 37.10
25.97
Τιμή Πρωτοπορίας
+
132088
Συγγραφέας: Keynes, John Maynard
Εκδόσεις: Παπαζήσης
Σελίδες:465
Επιμελητής:Ψαλιδόπουλος, Μιχάλης
Μεταφραστής:Αθανασίου, Θανάσης
Ημερομηνία Έκδοσης:01/01/2001
ISBN:9789600215090
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Περιγραφή


Τα σημαντικά σφάλματα της οικονομικής κοινωνίας στην οποία ζούμε είναι η αποτυχία της να εξασφαλίσει πλήρη απασχόληση και η αυθαίρετη και άνιση διανομή του πλούτου και των εισοδημάτων...
Το κράτος θα πρέπει να ασκήσει καθοδηγητική επιρροή στη ροπή προς κατανάλωση, εν μέρει μέσω της φορολογίας, εν μέρει καθορίζοντας το επιτόκιο και εν μέρει, ίσως, με άλλους τρόπους. Θεωρώ, επομένως, ότι μια κάπως περιεκτική κοινωνικοποίηση της επένδυσης θα αποδειχτεί το μόνο μέσο διασφάλισης της προσέγγισης προς την πλήρη απασχόληση. Η ανάγκη αυτή, φυσικά, δεν αποκλείει συμβιβασμούς και μηχανισμούς συνεργασίας του δημοσίου με την ιδιωτική πρωτοβουλία.[...]






ΚΡΙΤΙΚΗ



Οι εκδόσεις «Παπαζήση» προσφέρουν στον αναγνώστη το κλασικό έργο του Τζον Μέιναρντ Κέινς «Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος» σε μια θαυμάσια έκδοση, που τιμά όλους τους συντελεστές της. Το έργο αυτό (που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1936) συνέβαλε όσο κανένα άλλο στην ανανέωση της οικονομικής επιστήμης.

Ο Κέινς αμφισβητεί ριζικά την πίστη της «κλασικής» οικονομικής σκέψης στη δυνατότητα της αγοράς να αυτορυθμίζεται. Αναγνωρίζει επίσης τον καθοριστικό ρόλο που παίζουν σε μια οικονομία η ζήτηση για κατανάλωση και η ζήτηση για επένδυση. Δείχνει ότι το επίπεδο της απασχόλησης εξαρτάται από το επίπεδο της συνολικής ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών. Όταν η ζήτηση για κατανάλωση και για επένδυση παραμένει κατώτερη από τη δυνητική προσφορά -δηλαδή την ικανότητα για παραγωγή-προκύπτει μαζική ανεργία. Σύμφωνα πάντα με τον Κέινς, η ρύθμιση της ζήτησης δεν μπορεί να αφεθεί στην ελεύθερη αγορά και στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Το κράτος καλείται να παίξει έναν σημαντικό ρόλο επιβάλλοντας τις αναγκαίες προσαρμογές, με σκοπό τη συγκράτηση ή και την καθοδήγηση του ελεύθερου παιχνιδιού των οικονομικών δυνάμεων. Σε περιόδους ύφεσης και κρίσης οι παράγοντες οι ικανοί να υποκινήσουν μιαν ανάκαμψη δεν εμφανίζονται αυτόματα. Χρειάζεται να «παραχθούν» από την οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων, που καλούνται να στηρίξουν τη ζήτηση. «Τα σημαντικά σφάλματα της οικονομικής κοινωνίας στην οποία ζούμε -έγραψε ο Κέινς- είναι η αποτυχία της να εξασφαλίσει πλήρη απασχόληση και η αυθαίρετη και άνιση διανομή του πλούτου και των εισοδημάτων». Η διάγνωση έγινε το 1936, αλλά ισχύει ακέραιη και στο παρόν.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 25/01/2002








ΚΡΙΤΙΚΗ



Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου 1883 στο Κέμπριτζ, όπου ο πατέρας του ήταν καθηγητής, την ίδια χρονιά που πέθανε ο Μαρξ και γεννήθηκε ο άλλος μεγάλος οικονομολόγος του 20ού αιώνα, ο Τζόζεφ Σουμπέτερ. Υπήρξε μαθητής στο Κολέγιο του Ιτον (1897-1902) και φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ (1902-1906). Μεταξύ των ετών 1906 και 1908 έγινε υπάλληλος στο Γραφείο των ινδικών υποθέσεων και άρχισε μια διατριβή πάνω στη Θεωρία των Πιθανοτήτων, που ολοκληρώθηκε το 1911 και δημοσιεύτηκε το 1921. Ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα το 1909, όταν ονομάστηκε μέλος του Κινγκς Κόλετζ, το οποίο βοήθησε να πλουτίσει στο Χρηματιστήριο, χάρη στο οποίο σχημάτισε και ο ίδιος μια σημαντική περιουσία. Καταδίκαζε, όμως, τον πλουτισμό ως σκοπό αυτόν καθεαυτόν, ενώ θεωρούσε το χρήμα μέσο για την απόλαυση της ζωής, «αλλιώς η επιδίωξη του πλουτισμού γίνεται μια παθογενής κατάσταση, σχεδόν εγκληματική, που πρέπει να εμπιστευτούμε στους ειδικούς των διανοητικών παθήσεων». Έγινε μέλος μιας ομάδας συγγραφέων και καλλιτεχνών, που έγινε γνωστή ως «Ομάδα του Μπλούσμπερι», ενώ αργότερα υπήρξε πρόεδρος της Επιτροπής για την ενθάρρυνση της Μουσικής και των Καλών Τεχνών, μετά το γάμο του με την πρώτη μπαλαρίνα των Μπαλέτων Ντιαγκίλεφ.

Όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Κέινς ήταν τριάντα ετών και ως υπάλληλος του βρετανικού υπουργείου των Οικονομικών έπαιξε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα στο τέλος του πολέμου και κατέληξαν στη Συνθήκη των Βερσαλιών. Επειδή, όμως, διαφωνούσε με το μέγεθος των επανορθώσεων που επιβλήθηκαν στη Γερμανία, προβλέποντας τις ολέθριες συνέπειές τους, παραιτήθηκε από μέλος της αγγλικής αντιπροσωπείας και μέσα σε τρεις μήνες έγραψε μια βίαιη κριτική εναντίον της Συνθήκης των Βερσαλιών, η οποία εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 1929, με τίτλο «Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης», μεταφράστηκε αμέσως σε πολλές γλώσσες κι έγινε παγκόσμια εκδοτική επιτυχία, κάνοντας γνωστό το συγγραφέα. Οι συνέπειες των όσων κατήγγειλε ο Κέινς φάνηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1920, με την οικονομική χρεοκοπία της Γερμανίας και την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία. Εδειχνε πραγματική αποστροφή για το ναζιστικό καθεστώς στη Γερμανία και το φασιστικό του Μουσολίνι στην Ιταλία. Υπήρξε, επίσης, πολύ κριτικός απέναντι στο σοβιετικό ολοκληρωτισμό, ενώ υπήρξε συμπαθών σε ορισμένες πλευρές της ρωσικής επανάστασης και κυρίως την προσπάθειά της να εκτοπίσει το κίνητρο του πλουτισμού ως κύριο σκοπό της ζωής.

Όταν το 1925 ξέσπασε η μεγάλη απεργία των μεταλλωρύχων στη Μεγ. Βρετανία, που μετατράπηκε σε γενική απεργία, ο Κέινς που την υποστήριζε, έγραψε την μπροσούρα «Οι οικονομικές συνέπειες του κου Τσόρτσιλ», για να καταγγείλει τον οικονομικό φιλελευθερισμό των συντηρητικών και την πεποίθηση ότι ο μηχανισμός της αγοράς θα προσαρμόσει αυτομάτως τιμές και ποσότητες. Σε κάθε περίπτωση δεν πίστευε στην παραβολή του αόρατου χεριού του Ανταμ Σμιθ και ακόμα λιγότερο, στη μαθηματική της έκφραση από τον Βαλράς. Όπως γράφει στα «Δοκίμια» του: «Δεν είναι καθόλου ακριβές να συνάγει κανείς από τις αρχές της Πολιτικής Οικονομίας ότι το προσωπικό συμφέρον εργάζεται πάντοτε προς όφελος του γενικού συμφέροντος». Κατά ένα μεγάλο μέρος ο Κέινς διαμόρφωσε τις προτάσεις που αποτέλεσαν αργότερα αυτό που αποκλήθηκε «κεϊνσιανή πολιτική», κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, εκθέτοντας σε διάφορες μπροσούρες του Κόμματος των Φιλελευθέρων, του οποίου ήταν μέλος, τις απόψεις του για την καταπολέμηση της ανεργίας. Σε μία, μάλιστα, απ αυτές, που συνέγραψε με τον Χιούμπερτ Χέντερσον, με τίτλο «Μπορεί ο Λόιντ Τζορτζ να το κάνει;», προτείνεται ένα μαζικό πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων για να καταπολεμηθεί η ανεργία και ασκείται δριμύτατη κριτική για την αδράνεια των Συντηρητικών, που βρίσκονταν στην εξουσία.

Σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία, όταν εκδηλωνόταν η ύφεση θα υπήρχε πληθώρα αποταμιεύσεων, που θα πίεζε προς τα κάτω τα επιτόκια και θα έκανε ελκυστικές τις επενδύσεις. Όταν άρχισε η κρίση του 1929 τα επιτόκια μειώθηκαν, αλλά οι επενδύσεις δεν ανέκαμψαν, γιατί η μείωση των εισοδημάτων και μιας «ενεργού ζήτησης» δεν έκανε ελκυστικές τις επενδύσεις και δεν υπήρξε αυτόματη ανάκαμψη της οικονομίας, η οποία μπορούσε να ισορροπεί και σε ένα επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας, που δεν ήταν αυτό της πλήρους απασχόλησης. Σε μια ραδιοφωνική εκπομπή το 1934, που δημοσιεύτηκε στη συνέχεια και ως άρθρο, με τον τίτλο «Η φτώχεια μέσα στην αφθονία: μπορεί το οικονομικό σύστημα να αυτορυθμιστεί;» («The Listener», 22/11/1934) ο Κέινς διακρίνει δύο ομάδες οικονομολόγων. Αυτοί που ανήκουν στην πρώτη ομάδα, τους οποίους ο Κέινς αποκαλεί «ορθόδοξους», πιστεύουν ότι «το οικονομικό σύστημα έχει μια ενδογενή τάση για μια αυτόματη επανισορρόπηση, εάν δεν υπάρξει εξωτερική παρέμβαση κι αν ο ρυθμός της αλλαγής δεν είναι πολύ ταχύς». Σύμφωνα μ αυτή την άποψη, δεν μπορεί να υπάρξει κρίση γενικευμένης υπερπαραγωγής και μη ηθελημένης ανεργίας. Η ορθόδοξη θεωρία είναι, έτσι, ανίκανη να εξηγήσει τα πιο σημαντικά σύγχρονα οικονομικά προβλήματα: την ανεργία και τις κυκλικές διακυμάνσεις. Αυτοί που ανήκουν στη δεύτερη ομάδα, τους οποίους ο Κέινς χαρακτηρίζει «αιρετικούς» και όπου κατατάσσει και τον εαυτό του, «είναι αυτοί που απορρίπτουν την ιδέα ότι το οικονομικό σύστημα επανισορροπεί, μέσω αυτοματισμών, από μόνο του και που, αντίθετα, πιστεύουν στην αδυναμία της αποτελεσματικής ζήτησης ν ανταποκριθεί σ όλες τις δυνατότητες της προσφοράς, παρά το γεγονός ότι η ανθρώπινη ψυχολογική ζήτηση βρίσκεται για τους περισσότερους ανθρώπους μακριά από τη δυνατότητα ικανοποίησης».

Έχει αρχίσει η Μεγάλη Κρίση του 1929 και ο Κέινς προσπαθεί ν απαλλαγεί από τις θεμελιώδεις αρχές της (νεο)κλασικής ορθοδοξίας, απορρίπτοντας το «νόμο των διεξόδων» του J.B. SAY, τον προσδιορισμό της επένδυσης από την προϋπάρχουσα αποταμίευση, τη διχοτομία ανάμεσα στο νομισματικό και τον πραγματικό τομέα, την ποσοτική θεωρία του χρήματος. Οι αναζητήσεις και οι αναθεωρήσεις του είναι ιδιαίτερα έντονες στην περίοδο 1932-1934, οπότε κυοφορείται η ριζοσπαστική του απάντηση στη (νεο)κλασική ορθοδοξία. Εκείνο τον καιρό είναι που γράφει στο φίλο του, Τζορτζ Μπέρναρ Σο: «Για να καταλάβετε σε ποια κατάσταση βρίσκομαι, πρέπει να ξέρετε ότι γράφω αυτό τον καιρό ένα βιβλίο οικονομικής θεωρίας, το οποίο -φαντάζομαι όχι τώρα αμέσως, αλλά στα επόμενα δέκα χρόνια- θα επαναστατικοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος αντιμετωπίζει τα οικονομικά προβλήματα. Όταν η καινούρια μου θεωρία γίνει κατανοητή και ανακατευτεί με τα αισθήματα και τα πάθη, δεν μπορώ να προβλέψω ποια θα είναι η επίδρασή της στην ανθρώπινη δράση και τις οικονομικές δραστηριότητες. Αλλά θα υπάρξει μια μεγάλη αλλαγή και ιδιαίτερα θα καταπέσουν οι ρικαρντιανές βάσεις του μαρξισμού. Δεν έχω την απαίτηση εσείς ή οποιοσδήποτε άλλος να πιστέψει κάτι τέτοιο αυτή τη στιγμή. Όμως, όσο με αφορά, όχι μόνο το ελπίζω, αλλά είμαι απολύτως σίγουρος γι αυτό». Το βιβλίο αυτό βγήκε το 1936, σε κατάσταση πλήρους οικονομικής κρίσης, με τον τίτλο «Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος» και μας προσφέρεται τώρα σε μια πολύ καλή μετάφραση και σε μια εξαιρετικά καλαίσθηση κι επιμελημένη έκδοση.



Ένα βιβλίο επαναστατικό



Όπως γράφει ο Ρόμπερτ Χεϊλμπρόνερ στο κεφάλαιο για τον Κέινς στο ωραίο του βιβλίο «Οι Φιλόσοφοι του Οικονομικού Κόσμου», που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά: «Το βιβλίο ήταν επαναστατικό: δεν υπάρχει άλλη λέξη που να το περιγράφει καλύτερα. Ανέτρεπε την οικονομική επιστήμη, όπως ακριβώς την είχαν ανατρέψει ο "Πλούτος των Εθνών" και το "Κεφάλαιο". Διότι η "Γενική Θεωρία" κατέληγε σε ένα εκπληκτικό και ανησυχητικό συμπέρασμα: τελικά δεν υπήρχε αυτόματος μηχανισμός ασφαλείας! Η οικονομία δεν έμοιαζε με τραμπάλα που έτεινε από μόνη της προς την οριζόντια θέση, αλλά με ανελκυστήρια: μπορούσε να ανεβαίνει ή να κατεβαίνει, αλλά μπορούσε να μένει και στάσιμη. Και μπορούσε με την ίδια πιθανότητα να μένει ακίνητη στο ισόγειο ή στο ψηλότερο πάτωμα. Με άλλα λόγια, μια περίοδος ύφεσης δεν ήταν βέβαιο ότι θα μπορούσε να διορθωθεί από μόνη της -η οικονομία θα μπορούσε να μένει στάσιμη επ αόριστον, σαν πλοίο ακινητοποιημένο σε νηνεμία».

Ο Κέινς προσάπτει στην κλασική θεωρία ότι δεν έχει μια συνεκτική εξήγηση για τον προσδιορισμό του επιπέδου της απασχόλησης, της παραγωγής και του εισοδήματος ή, καλύτερα, ότι έχει την άποψη ότι η ισορροπία ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση στην αγορά εργασίας προσδιορίζει ταυτόχρονα το πραγματικό ημερομίσθιο σ ένα επίπεδο απασχόλησης, που δεν μπορεί παρά να είναι αυτό της πλήρους απασχόλησης, δηλαδή αυτό στο οποίο όσοι θέλουν ν απασχοληθούν με το ημερομίσθιο αυτό, βρίσκουν απασχόληση. Με ανάλογο τρόπο, η αγορά του κεφαλαίου, που την αναπαριστά η συνάντηση μιας καμπύλης ζήτησης κεφαλαίου, που αντιστοιχεί στην επιθυμούμενη επένδυση σε διάφορα ύψη του επιτοκίου, και μιας καμπύλης προσφοράς, που αντιστοιχεί σε διάφορα επίπεδα αποταμίευσης, που αντανακλούν τις διαχρονικές προτιμήσεις των φορέων, προσδιορίζει το επίπεδο ισορροπίας του πραγματικού ποσοστού του επιτοκίου και της επένδυσης. Όπως όλοι οι οικονομολόγοι, ο Κέινς θεωρεί ότι η αποταμίευση, που προσδιορίζεται ως η διαφορά ανάμεσα στο εισόδημα και τις καταναλωτικές δαπάνες, είναι ίση με την επένδυση. Αλλά πρόκειται για μια λογιστική εξίσωση, διαπιστούμενη εκ των υστέρων. Για τον Κέινς η αποταμίευση είναι ένα κατάλοιπο, ενώ η επένδυση αποτελεί την κινητήρια δύναμη της οικονομικής δραστηριότητας. Πιο συγκεκριμένα, η απόφαση για επένδυση είναι ο κύριος προσδιοριστικός παράγοντας για το επίπεδο της παραγωγής, της απασχόλησης και του εισοδήματος. Αυτή η απόφαση δεν προσδιορίζεται από μια προϋπάρχουσα απόφαση για το ύψος της αποταμίευσης, αλλά από τις προβλέψεις και τον ενστικτώδη δυναμισμό των επιχειρηματιών. Έτσι, όχι μόνον οι επενδύσεις δεν περιορίζονται από το μέγεθος της αποταμίευσης, αλλά με την αύξηση στην παραγωγή που θα προκαλέσουν, θα υπάρξει αύξηση στην αποταμίευση, για να εξισωθεί με την επένδυση. Αυτή είναι η κύρια ιδέα της «Γενικής Θεωρίας», που εμφανίζεται με τη μορφή παραδόξου: όταν αποφασίσουν όλοι ν αποταμιεύσουν, αυτό θα περιορίσει την αποτελεσματική ζήτηση, την επένδυση, το εισόδημα και την τελική συνολική αποταμίευση. Η ανάλυσή του στηρίζεται σε τρεις ψυχολογικούς παράγοντες, όπως τους αποκαλεί: η ψυχολογική ροπή για κατανάλωση, η ψυχολογική στάση απέναντι στη ρευστότητα, ο ψυχολογικός υπολογισμός της μελλοντικής αποδοτικότητας των κεφαλαίων.

Για τον Κέινς το οικονομικό σύστημα που καταρρέει με τη Μεγάλη Κρίση του 1929, είναι αυτό που στηρίχτηκε στην ουτοπία μιας αυτορυθμιζόμενης αγοράς. Σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια: «Οι ρίζες του κατακλυσμού βρίσκονται στην ουτοπική προσπάθεια με την οποία ο οικονομικός φιλελευθερισμός θέλησε να δημιουργήσει ένα σύστημα αυτορυθμιζόμενης αγοράς». Αποτελέσματα αυτής της αποτυχίας ήταν η κεντρικά σχεδιασμένη σοβιετική οικονομία και η ναζιστική κεντρικά ελεγχόμενη οικονομία. Ο Κέινς αναζήτησε με πάθος τη στενή και δύσκολη οδό της μεταρρύθμισης του καπιταλιστικού συστήματος, για ν αποφευχθούν ο ολοκληρωτισμός και η βαρβαρότητα. Λίγο καιρό πριν από το θάνατό του, την Κυριακή του Πάσχα 21 Απριλίου 1946, σε ηλικία εξήντα δύο χρόνων, και δέκα χρόνια από τη δημοσίευση, στις 4 Φεβρουαρίου 1936, της «Γενικής Θεωρίας», ο Κέινς διαπίστωνε ότι επιβλήθηκε ως ένα βιβλίο «που επαναστατικοποιεί σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίον ο κόσμος αντιλαμβάνεται τα οικονομικά προβλήματα». Αλλωστε ο όρος «Κεϊνσιανή Επανάσταση» χρησιμοποιήθηκε ήδη από το 1947 ως τίτλος ενός βιβλίου του Λόρενς Κλάιν, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διάδοση των κεϊνσιανών ιδεών στις ΗΠΑ.



Ζωντανό σώμα ιδεών



Η Τζόαν Ρόμπινσον έγραφε σ ένα άρθρο της το 1948: «Με τον τίτλο "Γενική Θεωρία" δεν αναφέρομαι στο περίφημο βιβλίο του Κέινς. Αναμφισβήτητα αυτό το βιβλίο είναι πολύ σημαντικό, αλλά δεν είναι ούτε πλήρες ούτε οριστικό. Αποτελούσε, όταν δημοσιεύτηκε, ένα είδος προσωρινού απολογισμού πάνω σ ένα κίνημα ιδεών που αναπτυσσόταν τότε. Αυτό που εννοώ με την έκφραση "γενική θεωρία" είναι μάλλον μια μέθοδος ανάλυσης. Είναι ένα ζωντανό σώμα ιδεών που αναπτύσσεται και που παράγει διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με τις συνθήκες στις οποίες θα εφαρμοστεί από το ένα ή το άλλο πρόσωπο». Ο Κέινς διακρινόταν για τις εξαιρετικές πνευματικές και συγγραφικές ικανότητές του και για τη μεγάλη μαχητικότητά του. Η δύναμη των πεποιθήσεών του δεν τον εμπόδιζε να κάνει τους απαραίτητους συμβιβασμούς ως άνθρωπος της εξουσίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εγκατέλειπε εύκολα τις πεποιθήσεις του. Κανείς δεν μπορούσε να διαφωνήσει μαζί του, όταν το 1925 έγραφε σε μια μπροσούρα με τον ερωτηματικό τίτλο «Μήπως είμαι φιλελεύθερος;», και για να θεμελιώσει τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται: «Το πολιτικό πρόβλημα της ανθρωπότητας συνίσταται στο να συνδυάσουμε τρία πράγματα: την οικονομική αποτελεσματικότητα, την κοινωνική δικαιοσύνη και την πολιτική ελευθερία».

ΣΠΗΛΙΟΣ ΠΑΠΑΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ,
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 21/02/2003

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!