Ελλάδα 1944 ΜΕΤΑΧΕ1ΡΙΣΜΕΝΟ

30.00
Τιμή Πρωτοπορίας
+
501886
Συγγραφέας: Κέσσελ, Ντμίτρι
Εκδόσεις: Άμμος
Σελίδες:152
Ημερομηνία Έκδοσης:1/1/1997

Ο Ουκρανός φωτογράφος σε ένα οδοιπορικό του στην ταραγμένη Ελλάδα την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου δημιούργησε ένα σημαντικό φωτογραφικό αρχείο αποτελούμενο από 185 άγνωστες μέχρι σήμερα φωτογραφίες με θέματα από τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από τον Οκτώβρη του 1944 μέχρι τον Γενάρη του 1945, στον ελληνικό χώρο. Με συγκλονιστικό τρόπο αποτυπώνονται: Η κατεχόμενη Αθήνα και τα Δεκεμβριανά, η υποχώρηση των Γερμανών, οι σφαγές στο Δίστομο και τη Λειβαδιά, το αρχηγείο του ΕΛΑΣ στη Λαμία, η παραμονή των Αγγλων στρατιωτών στην Ακρόπολη και οι συναντήσεις του Τσώρτσιλ με τους Έλληνες αξιωματούχους και τους αντιπροσώπους του ΕΛΑΣ, για την υπογραφή της ανακωχής τον Ιανουάριο του 1945.







ΚΡΙΤΙΚΗ



Τα Δεκεμβριανά όπως τα είδε ο ουκρανός φωτογράφος Ντμίτρι Κέσελ. Ανθρωποι, κτίρια, τοπία στο ασπρόμαυρο φιλμ της Ιστορίας.



Κοιτάζω το λεύκωμα με τις φωτογραφίες του Ντμίτρι Κέσελ από τον Δεκέμβριο του 44. Οι περισσότεροι που αντικρίζω σε αυτές τις φωτογραφίες έχουν πεθάνει προ πολλού. Η Ελλάδα εκείνη έχει επίσης πεθάνει προ πολλού. Έχει πεθάνει; Τα υλικά σημάδια της Ιστορίας σβήνουν εξίσου αργά με τα τραύματα που στοιχειώνουν τη μνήμη. Στις άθλιες προσφυγικές πολυκατοικίες που απομένουν στον Λυκαβηττό, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και στην Καισαριανή ακόμη χάσκουν τα σημάδια από τα εμφύλια εκείνα βλήματα. Εξάλλου κάμποσα κτίρια της πλατείας Συντάγματος ­με δεσπόζουσα πάντα τη «Μεγάλη Βρεταννία» και τα Παλαιά Ανάκτορα­ παραμένουν αλώβητα από τις σφαίρες της Κυριακής εκείνου του Δεκέμβρη με τους 23 νεκρούς και τους 140 τραυματίες. Βέβαια δεν υπάρχει πια το ζαχαροπλαστείο του Ζαχαράτου με τις ωραίες νουγκατίνες ούτε το βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη στη γωνία Σταδίου και Καραγεώργη της Σερβίας (ακριβώς πίσω από το κεφάλι του Σιάντου, 4η φωτογραφία). Το απέναντι όμως κτίριο, που σήμερα στο ισόγειό του στεγάζεται μια τράπεζα καθώς και το κτίριο του ΚΚΕ επί της Οθωνος, δεν έχει αλλάξει από τότε ούτε ­ελπίζω­ το μαρμάρινο σιντριβάνι στο κέντρο της πλατείας.

Κοιτάζω τις φωτογραφίες και όλα μου φαίνονται οικεία. Θα πω την κοινοτοπία: μερικές φωτογραφίες μοιάζουν σαν να τραβήχτηκαν μόλις χθες. Υπάρχει τόση συμπυκνωμένη βούληση ζωής σε αυτά τα μαρτυρικά πρόσωπα, που σχεδόν απωθεί σε δεύτερη μοίρα τα κραυγαλέα σημάδια της κακουχίας που ντύνουν το παρουσιαστικό τους. Σαν να τραβήχτηκαν χθες. Γιατί; ξαναρωτώ. Μια δεύτερη κοινοτοπία ως απάντηση: Γιατί ο πόνος είναι πάντα ο ίδιος. Γιατί ανάλογος είναι ο πόνος στη γειτονική Βοσνία. Και όμως άλλες φωτογραφίες από το παρελθόν, ακόμη και φωτογραφίες από το οικογενειακό μου άλμπουμ έχουν εμφανή τα σημάδια του γήρατος και του θανάτου. Μια τολμηρότερη σχεδόν μεταφυσική απάντηση: Οι φωτογραφίες του Κέσελ δεν συλλαμβάνουν τυχαία στιγμιότυπα· συλλαμβάνουν την Ιστορία στη ροή της· τα πρόσωπα εδώ (και ακόμα οι έρημοι δρόμοι, τα ερείπια, τα τραυματισμένα σπίτια με τις κατεβασμένες γρίλιες, τα διπλοαμπαρωμένα μαγαζιά, οι τοίχοι με τα συνθήματα) αποτυπώνουν όχι την εικόνα του αιφνιδίως «παγωμένου», του σταματημένου χρόνου (πράγμα που συμβαίνει με τις περισσότερες φωτογραφίες) αλλά ­κατά έναν ανεξήγητο τρόπο­ την εικόνα του ρέοντος χρόνου· αποτυπώνουν δηλαδή μια ιστορική αρχή, που δυνητικά το τέλος της είμαστε εμείς, οι θεατές, οι απόγονοι αυτών εκεί ­ αν εμείς είμαστε το τέλος αυτής της ιστορικής συγκυρίας...

Στρατιώτες αμήχανοι, αστυφύλακες του αιώνιου καθήκοντος, ψυχωμένα παιδιά, λυγεροί διαδηλωτές, χαμογελαστοί αντάρτες, κουρασμένοι πολιτικοί, λιμασμένοι Αθηναίοι και απορφανισμένοι αγρότες έχουν όλοι θαρρείς το ίδιο βλέμμα. Λες και ένας παντοδύναμος σκηνοθέτης απαίτησε από τους πάντες την ίδια περίσκεψη, τις ίδιες κρύφιες σκέψεις, την ίδια αξιοπρέπεια, την ίδια απόκοσμη σκιά. Ακόμη και τα κοντινά πορτρέτα των ανθρώπων της κάθε εξουσίας (δεξιών, αριστερών και κεντρώων) από την ίδια αδυσώπητη σκιά σκάβονται.

Αυτές οι φωτογραφίες καταδύονται στο συλλογικό μας ασυνείδητο· συγκρατούν τον πάτριο καημό της νεότερης Ελλάδας· γι αυτό και αφορούν άπαντες. Απ αυτόν τον τόπο ερχόμαστε, απ αυτή την εποχή που μοιάζει μαυρόασπρη ταινία, αφού όλα τότε έρρεαν ως μαυρόασπρη ταινία. Με αυτή την ταινία με τα σκληρά κοντράστ μεγαλώσαμε· αυτά τα κτίρια κρατήσαμε μέσα μας ζωντανά, αυτούς τους δρόμους, αυτή την πλατεία του Συντάγματος, που έκτοτε βούιξε εκατοντάδες φορές για άλλες ή και παρόμοιες αιτίες, αυτό το αρχαϊκό μειδίαμα που άφηνε απτόητους τους άξεστους απογόνους του λόρδου εκείνου...

Σταματώ σε μερικές φωτογραφίες. Οι βρετανοί στρατιώτες στις φωτογραφίες 56 και 57. Στην πρώτη φωτογραφία ψυχή στον αδειασμένο ορίζοντα. Στην άλλη, μόνο δύο αχνές φιγούρες στο βάθος, εμφανώς σε απόσταση βολής από τους στρατιώτες του πρώτου πλάνου. Το παράλογο: οι στρατιώτες δίχως πρόσωπο, ανύπαρκτοι, κομμάτια ενός α-νόητου σκηνικού, μόνο πλάτες, μπερέ, όπλα και το μπλόκο που κόβει στη μέση τον δρόμο, στη μια περίπτωση σαν να κόβει τη ζωή με το μαχαίρι (φωτ. 56) και στην άλλη σαν αόρατη πλην παρούσα οπτασία θανάτου (φωτ. 57-58).

Οι φωτογραφίες 36 και 37 πριν και μετά τις πρώτες ριπές στο Σύνταγμα. Ένας διαδηλωτής μένει ενεός, το πλακάτ του ακόμη στα χέρια, δίχως συντρόφους πια, άδειος, με τον νεκρό στα πόδια του, ωστόσο σαν να συνεχίζει τον δρόμο του, ανεπηρέαστος ή τρελαμένος, σαν ήρωας από ξεχασμένες ιστορίες σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

Η φωτογραφία 67, το συσσίτιο. Δεν ξέρω αυθεντικότερη ενσάρκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας· πιο σωστά: της εσωτερικής ελευθερίας. Όπως δεν έχω αντικρίσει γνησιότερη αποτύπωση της επικείμενης συνάντησης με τον πολέμιο θάνατο από αυτή των φωτογραφιών 52-54. Τα ανυπόμονα μάτια, οι σκυμμένες πλάτες των δύο συστρατιωτών που με το μισό σώμα αγγίζουν ακόμη τη ζωή και με το άλλο μισό δρασκελίζουν τη θανάσιμη γραμμή...

Αισθάνεται κανείς ένα περίεργο, άβολο αίσθημα, όταν δοκιμάζει να «κρίνει» αυτές τις εικόνες. Δεν θεάται κανείς ελαφρά τη καρδία τον πιεσμένο πόθο για ανθρωπιά, αυτόν που κάνει σκληρούς άντρες και δοκιμασμένα παιδιά να αγκαλιάζουν αφειδώλευτα εκείνους που λίγες ημέρες μετά θα τους πυροβολούν στο ψαχνό· εξάλλου ο θυμός, η ταραχή, ο φόβος, ο θρήνος, η απορία που ζωγραφίζεται ακαριαία και κατά πλάκας στα χτυπημένα πρόσωπα και στα συγκινημένα σώματα κάπως εκβιάζει το εικονόπληκτο βλέμμα μας. Εκείνη η βαριά, ανείπωτη σοβαρότητα του γήινου πόνου στις γονατισμένες κοπέλες με το ανορθόγραφο πλην ματωμένο πανό τους (φωτ. 51) κάπως απειλεί την ασφάλεια του φευγαλέου, μεταμοντέρνου μας βλέμματος...

Οι φωτογραφίες του Κέσελ δεν περιέχουν κανένα περιττό στοιχείο στο κάδρο τους. Σε μια εποχή που η ζωή στερείται τα αναγκαία που την καταφάσκουν, ο φακός του Ουκρανού ­μοιραία θα έλεγε κανείς­ εστιάζει στα ολίγα και αναγκαία, σε αυτά που στα δικά μας μάτια αντανακλούν πενήντα τόσα χρόνια μετά, και με εκτυφλωτική καθαρότητα, το αειθαλές. Δεν είναι τυχαίο που τα στιγμιότυπά του ελάχιστα εστιάζουν στον περαστικό, στον διαβάτη, όπως γίνεται στα περισσότερα ντοκουμέντα εποχής· αντιθέτως προσηλώνονται σταθερά στον ενεργά συμμέτοχο στην Ιστορία, στον άγνωστο ευαίσθητο πολίτη εκείνου του μακρινού χειμώνα.

Όχι, αυτές οι νωπές φωτογραφίες δεν εικονίζουν μελλοθανάτους (πράγμα που ως γνωστόν συμβαίνει σε κάθε φωτογραφία). Αυτές οι φωτογραφίες εκθέτουν μια ανελέητη, αρχέγονη φύτρα, το πάτριο πείσμα της επιβίωσης. Έτσι και μόνον έτσι εξηγείται και η συγκλονιστική «ομορφιά» που εκπέμπουν. Ισοδύναμη έκφρασή της μόνο στη δραματική ποίηση έχουμε· ως γνωστόν, εκεί ακόμη και ο θάνατος (εφόσον δικαιώνει τη ζωή) ωραίος και λυτρωτικός είναι. Αυτές οι λιγνές φιγούρες που διαδήλωναν ως αισχύλειος χορός στους αθηναϊκούς δρόμους του 44, πότε φωνάζοντας «ΕΑΜ» και πότε «Ρούσβελτ», αυτά τα στεγνά πρόσωπα με το σκιασμένο βλέμμα, ορίζουν εν τέλει ­ως άφευκτη εξ αίματος κληρονομία­ το αρχέτυπο της ελληνίδος ζωής μας τοπίο: τον ζείδωρο πόντο που ως Ίκαροι ή Οδυσσείς από καιρού εις καιρόν σύσσωμοι διαπλέουμε.

Αρης Μαραγκόπουλος, ΤΟ ΒΗΜΑ, 08-03-1998

Συγγραφέας:
Κέσσελ, Ντμίτρι
Εκδότης:
Άμμος
Σελίδες:
152
ISBN:
2229602021765
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/1/1997

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!