Ο άγιος της μοναξιάς ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟ

Έκπτωση
72%
Τιμή Εκδότη: 15.99
4.50
Τιμή Πρωτοπορίας
+
351613
Συγγραφέας: Καρυστιάνη, Ιωάννα
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Σελίδες:272
Ημερομηνία Έκδοσης:01/06/2003
ISBN:2229600335444

Περιγραφή


Η Στέλλα Σαλαγιά θέλει να «σπάει» χωρίς θεατές.
Ο Σίμος Σεμερτζίδης διορίστηκε στη ζωή με ρουσφέτι. Η Κλαίρη κάνει πέρα όσους χαφιεδίζουν τις δυστυχίες του σπιτιού της. Ο Λεόντιος αφιερώνεται στους πολλούς αγίους της μοναξιάς. Η ακούραστη Μόρφω πιστεύει πως η τρέλα είναι σαλόνι. Ο Ιορδάνης σέρνει στα στενάκια την εργαλειοθήκη του και το πιστεύω του, κανένα ενθύμιο, καμία ανάμνηση, κανένας δικός. Η κατεψυγμένη lady Giannoula ξαναζωντανεύει την πόλη με τα ξεκούρδιστα πιάνα και τις ανεμοφαγωμένες πινακίδες. Μια ερωτική ιστορία της εποχής μας με σκηνικό και ουσία την παραίτηση και τη μοναχικότητα, που οδηγούν στον εσωτερικό εγκλεισμό σαν το μόνο ασφαλές καταφύγιο του καθενός. Ένας κόσμος που έχει ανάγκη να αγαπήσει ξανά, με κάθε τίμημα, τη ζωή, τον τόπο του, κάτι.





ΚΡΙΤΙΚΗ



«Αν αναποδογυρίσεις τους βαρετούς χαρακτήρες, μπορεί να γίνουν πολύ ενδιαφέροντες», είπε πρόσφατα η Ιωάννα Καρυστιάνη, μιλώντας σε ξένους κριτικούς λογοτεχνίας. Είπε ακόμη ότι της αρέσουν τα «καμένα θέματα», θέματα για μοναχικούς ηλικιωμένους ή για μονόχνωτους και λίγο επιτυχημένους ήρωες που μπορούν να αγαπηθούν πολύ δυσκολότερα από το κοινό, σε σχέση με άλλους πιο πιπεράτους. «M' ενδιαφέρει να αισθάνομαι ότι το θέμα υπερβαίνει τις δυνάμεις μου», είπε επίσης.

Ο «Αγιος της Μοναξιάς», το τρίτο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες («Καστανιώτης»), εξηγεί τα λεχθέντα. H πλοκή τοποθετείται χρονικά το 1995 σε ένα νησί του Αιγαίου, το οποίο η κεντρική ηρωίδα αποκαλεί «Κωλόνησο», χωρίς ποτέ ο αναγνώστης να μάθει το πραγματικό όνομά του. H εν λόγω Στέλλα είναι 38χρονη και φυσικός, καθηγήτρια στο τοπικό Γυμνάσιο, χωρισμένη, μόνη, με έναν πατέρα στην Αθήνα που τον φροντίζει Γεωργιανή. H «Κωλόνησος» έχει ένα χωριό δύο τριών χιλιάδων κατοίκων και πολλές επιμέρους μοναξιές. Το καλοκαίρι κάτι γίνεται, τον χειμώνα όμως τα «Toula Studios», στα οποία έχει νοικιάσει γκαρσονιέρα, είναι η προσωποποίηση της θλίψης. Πρέπει κανείς να περιμένει το Πάσχα για να ξαναεμφανιστεί ο ιδιοκτήτης, να βάλει καινούργια πατάκια στα κατώφλια (πιθανόν αγορασμένα από το Μάκρο της Αθήνας) και να δώσει εντολή στους (απαραίτητους) Αλβανούς να φυτέψουν λουλούδια - προορισμένα να ζήσουν μέχρι τον Σεπτέμβριο - και να στερεώσουν τα γράμματα της ταμπέλας που τα έχει ξαποστείλει ο άνεμος. H Στέλλα περνάει όπως όπως, παρέα με τρεις ομοιοπαθείς, περίπου συνομήλικες, συναδέλφους της (η μία θεολόγος), ακούγοντας Τερλέγκα και Στράτο Διονυσίου που συνοδεύουν τα ουίσκια τους.

Το σκηνικό συμπληρώνουν διάφορα δευτερεύοντα πρόσωπα: ο κουρέας, ο ιδιοκτήτης προποτζήδικου, οι δίδυμες περιπτερούχοι, ο ηγούμενος της απομακρυσμένης Μονής, ο καφετζής με τις διηγήσεις από τη Γερμανία. Αλλά και οι αψίδες, τα σκαλάκια, τα φώτα-μανιτάρια, το φέρι που πηγαινοέρχεται τα Σαββατοκύριακα στην Αθήνα.

Ο έρωτας (και το ζωντανεμένο βλέμμα) έρχεται αναπόφευκτα με τον απέναντι ντόπιο 35άρη που ζει με τη μάνα του και με τον οποίο κοιτάζονται επί μήνες μέσα απ' το τζάμι. Μάνα και γιος σκοτώνονται, ο γιος εκτοξεύει αντικείμενα από τον θυμό του, η συμβίωση όμως διατηρείται. H Στέλλα, με τα πολλά λάθη στην αισθηματική της ζωή, οδηγείται, λόγω απόγνωσης, στο κορυφαίο.

Οι δύσκολες οικογενειακές σχέσεις, το ανικανοποίητο του σύγχρονου ανθρώπου, η επερχόμενη φθορά, η ασημαντότητα της καθημερινότητας που γίνεται εφιάλτης, η ψευδαίσθηση της ευτυχίας. «H μονίμως αναμμένη τιβί», λέει η ηρωίδα, «παλιότερα πίστευα ότι εμπόδιζε τους ανθρώπους να μιλήσουν, με τον καιρό κατάλαβα ότι τους εμπόδιζε να σφαχτούν». H Ιωάννα Καρυστιάνη, με ένα ενδιαφέρον μείγμα πλούσιας γλώσσας και προφορικής αμεσότητας, σχεδόν αργκό, διεισδύει σε όλες τις γωνιές του νησιού που καταλήγουν στη θάλασσα, σκάβει τον βράχο που είναι εντέλει η ερημιά και οι σκέψεις που κρατάμε για τον εαυτό μας. Με πολλές παρένθετες προτάσεις, στυλ ήδη διαμορφωμένο από παλιότερα («Στη Μικρά Αγγλία» και στο «Κουστούμι στο Χώμα»), κάνει συνεχώς μικρά περιεκτικά σχόλια στα τεκταινόμενα, σαν συνειρμούς σκέψεων που πρέπει και αυτοί να ειπωθούν. Σαν μονοπάτια που πρέπει να ανοιχτούν από τα αγριόχορτα, όχι γιατί αναγκαστικά υπάρχει πραγματικά κάτι εκπληκτικό να αποκαλυφθεί, αλλά για την ίδια τη χαρά του περιπάτου και της λογοτεχνίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολύ συμπυκνωμένο κείμενο 272 σελίδων, σφιχτό, κάποτε μέχρι υπερβολής, σαν να θέλει ακριβώς να πει ότι το «καμένο θέμα» (που όμως απασχολεί πολύ σήμερα την ελληνική λογοτεχνία) έχει πάντα πολλές δυνατότητες να αναγεννηθεί από τις στάχτες του.

H ίδια η συγγραφέας έχει άλλωστε πει ότι «η γλώσσα, συμπύκνωση αιώνων, έχει πολύπλοκους κώδικες και είναι ό,τι πιο πλούσιο, πιο συναρπαστικό αλλά και πιο ιδιωτικό διαθέτει ο άνθρωπος». Τα νησιά μας;



ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΙΜΠΛΗΣ

ΤΑ ΝΕΑ, 12-07-2003





ΚΡΙΤΙΚΗ



Ζούμε, κακά τα ψέματα, σε μια δύσκολη όσο και απέραντα δύστροπη πραγματικότητα, με αφόρητες πιέσεις και πολλαπλά αδιέξοδα. Σχέσεις καταστρέφονται προτού καν ξεκινήσουν, καριέρες πνίγονται πάνω στην πιο καλή τους ώρα, ο έρωτας γίνεται στις περισσότερες περιπτώσεις μυθικός άθλος, άντρες και γυναίκες βυθίζονται στην απομόνωση και την παγερή αδιαφορία, οι μελλοντικές προοπτικές πετσοκόβονται με βαρύ και σκληρό μαχαίρι, ενώ η αναμονή μιας σωτήριας μεταβολής (μιας φωτεινής εξόδου) σκοτώνει με την ασυγχώρητη, ακατανόητα επίμονη παράτασή της. Και σε μιαν εποχή που δεν προσβλέπει σε οποιονδήποτε συλλογικό ορίζοντα, και από την οποία απουσιάζει πανηγυρικά η ανάταση (ας είναι και με το ζόρι) του πολιτικού στοιχείου, τα πάντα φαίνεται να μετακινούνται στην περιοχή του καθ' ολοκληρίαν ιδιωτικού: σε μια περιοχή όπου παραμονεύουν η κατάθλιψη και η απογοήτευση, η εγγενής διάψευση της ελπίδας, αλλά και η ερημιά ή η πλήξη. Κάποιοι έχουν τις δυνάμεις να αντέξουν σ' αυτόν το σκληρό, στεγνό και άδειο από κάθε θέρμη και ζεστασιά κόσμο, κατορθώνοντας ενδεχομένως να ρυθμίσουν το ρολόι της ύπαρξής τους σ' έναν κάπως λελογισμένο χρόνο, ο οποίος, χωρίς ακριβώς να αντιστρατεύεται την αγριάδα της καθημερινότητας, την προσπερνά και τη μαλακώνει. Κάποιοι άλλοι, με λιγότερα ψυχικά αποθέματα ή με ισχυρότερη ευαισθησία (το θέμα είναι με ποιον τρόπο θα διαλέξουμε τις λέξεις), δεν καταφέρνουν να σταθούν στα πόδια τους και χάνονται μέσα στη δίνη της απόγνωσης και της τέλειας έλλειψης στηριγμάτων.



Κλειστός χώρος και αίσθημα ασφυξίας



Σε αυτή την τελευταία, την τόσο κακόπαθη και αδύναμη, καθώς και φρικτά ταλαιπωρημένη ή βασανισμένη ανθρώπινη κατηγορία είναι προσανατολισμένο το καινούριο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, του οποίου η δράση εκτυλίσσεται γι' άλλη μια φορά στο κλειστό περιβάλλον του νησιωτικού χώρου. Από την Ανδρο της «Μικράς Αγγλίας» (1997) και την Κρήτη του «Κουστούμι στο χώμα» (2000), η Καρυστιάνη μεταφέρεται τώρα σ' ένα ανώνυμο αιγαιοπελαγίτικο νησί, που έχει όλα τα στερεότυπα χαρακτηριστικά του καιρού του: τουρισμό το καλοκαίρι και προετοιμασία για την υποδοχή της θερινής τουριστικής εφόδου το χειμώνα, περιορισμένο πληθυσμό, που ταξιδεύει με την πρώτη ευκαιρία στην Αθήνα, και μικρή, αυστηρά οριοθετημένη έκταση, που εντείνει το αίσθημα ασφυξίας όσων έχουν κάποιες αξιοπρεπείς απαιτήσεις από τη ζωή τους. Και κάπου εδώ, ανάμεσα στο αίσθημα ασφυξίας και στην αφόρητη ανάγκη δημιουργίας ενός ζωτικού καταφυγίου, θα βρούμε τους ήρωες της Καρυστιάνη: τον Σίμο και την Κλαίρη Σεμερτζίδη, από τη μια πλευρά (ένα μοιραίο, ακραία καταστροφικό δίδυμο μάνας και γιου), τη Στέλλα Σαλαγιά, την Πόπη Μπουλαμάτη, τη Σόφη Τσαγκλή και τη Μαρίνα Μαρκουλάκη, από την άλλη (μια τετράδα εκπαιδευτικών, που δοκιμάζουν επί ματαίω να υποστυλώσουν τον εξαιρετικά ευπαθή και συχνά παντελώς ανυπεράσπιστο εαυτό τους).

Τι θα προκύψει από τη συνάντηση έξι προσώπων που βλέπουν ό,τι πόθησαν και ό,τι ονειρεύτηκαν να απομακρύνεται με απίστευτα ταχείς ρυθμούς από όσα εν τοις πράγμασι τους προσφέρονται, χωρίς, ας μην το παραλείψω, να έχουν καλά καλά εξαντλήσει τη νιότη τους; Μα, τι άλλο από την πλήρη παγίδευση, το θάνατο και την τρέλα. Ο Σίμος θα παραδοθεί μετά το σύντομο διάλειμμα του παθιασμένου ερωτικού δεσμού του με τη Στέλλα στα σκοτάδια της παράνοιας και του φόνου, η Στέλλα θα στερηθεί βίαια τη μοναδική (τόσο λίγη, μα τόσο ανυπόκριτη) χαρά της και η Κλαίρη θα μετατραπεί σε ιερό σφάγιο του γιου της, ενόσω η Πόπη, η Σόφη και η Μαρίνα θα νιώσουν στο σβέρκο τους την κρύα λεπίδα του ρημαδιού και της απόγνωσης.



Πυκνοί αφηγηματικοί ρυθμοί



Η Καρυστιάνη μοιράζει την αφήγησή της σε τρία ανισομεγέθη κομμάτια («Το κύμα της κοιλιάς», «Μπολσόι» και «Αγιασμός»). Κι ό,τι πιθανόν σπαταλάει σε έκταση στο πρώτο μέρος, γραμμένο από τη σκοπιά της Στέλλας, το κερδίζει στο ακέραιο σε ένταση στα δύο επόμενα, γραμμένα από τη σκοπιά του Σίμου και της Κλαίρης. Η πύκνωση, την οποία εξασφαλίζει εν προκειμένω για την ανάπτυξη και την ολοκλήρωση της πλοκής της η Καρυστιάνη, νομιμοποιεί αναδρομικά και την οικονομία του πρώτου μέρους, η οποία, όπως αποδεικνύεται, επιβραδύνει σοφά το τέμπο της, για να μην αποκαλύψει άκαιρα και αψυχολόγητα το δραματικό πυρήνα του μύθου. Κάνοντας ευρεία χρήση της τεχνικής του ελεύθερου πλάγιου λόγου (έμμεση, σε τρίτο πρόσωπο απόδοση των σκέψεων και των ψυχικών καταστάσεων των ηρώων), η Καρυστιάνη οργανώνει τη σκηνοθεσία της γύρω από δύο, πρωτίστως, παράγοντες. Ο ένας παράγοντας είναι, όπως το 'δαμε κιόλας, η ανισομερής κατάτμηση της δράσης, που οδηγεί με τις ασύμμετρες χρονικές της διαβαθμίσεις στην εκρηκτική ατμόσφαιρα του τελικού αποτελέσματος. Ο άλλος παράγοντας είναι η γλώσσα: μια γλώσσα που κάποτε δεν διστάζει να εγκαταλείψει το καθαρώς αναφορικό πεδίο της, για να παίξει το εντελώς δικό της παιχνίδι, υπεράνω, ίσως, έτσι, των ψυχισμών τους οποίους καλείται να αποτυπώσει, αλλά όχι και κόντρα στα βαθύτερα (τα οργανικά εγγεγραμμένα) κίνητρά τους.

Οι ήρωες του «Αγίου της μοναξιάς» δεν έχουν στην ουσία αυτοτελή φωνή και κατ' ιδίαν γλωσσική υπόσταση. Τα λόγια τους, οι αντιδράσεις τους απέναντι στους άλλους, όλα όσα επιθυμούν και φαντάζονται, αλλά και όλα όσα υποχρεώνονται παρά τη θέλησή τους να υποστούν και να υπομείνουν, ενσωματώνονται στην αεικίνητη, νευρική, ανυπότακτη και συνάμα άκρως επινοητική και με συνεχείς μεταμορφώσεις και μετατοπίσεις γλώσσα του αφηγητή. Κι ας σημειώσω, επιπροσθέτως, πως ο αφηγητής της Καρυστιάνη συγκροτεί το αμιγώς ρεαλιστικό του περιβάλλον διά μέσου της υπέρβασης του ατομικού λόγου των προσώπων του και της ζύμωσής τους στο καμίνι μιας ασυγκράτητης στις παρορμήσεις της (όπως και σε αδιάκοπο αναβρασμό) έκφρασης, που οικειοποιείται και κατανοεί πέρα ώς πέρα το ανείπωτο (γι' αυτό εξάλλου και τόσο λεκτικά φορτισμένο) δράμα τους. Δεν υπάρχει, νομίζω, αμφιβολία πως η Καρυστιάνη διανύει μια εξαιρετικά ώριμη (την ωριμότερη μέχρι στιγμής) φάση του έργου της.



ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 22/08/2003

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!