Οδησσός

Η λησμονημένη πατρίδα
Έκπτωση
60%
54044
Συγγραφέας: Καραβία, Μαρία
Εκδόσεις: Άγρα
Σελίδες:198
Ημερομηνία Έκδοσης:1/1/1998


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο


Στο βιβλίο αυτό η Μαρία Καραβία, με το ιδιαίτερο ύφος ταξιδιωτικής αφήγησης που τη χαρακτηρίζει, επιχειρεί να ανασυγκροτήσει την ιστορία της Οδησσού και των κατοίκων της μέσα από μια σειρά σπάνιες φωτογραφίεες-ντοκουμέντα που προέρχονται από ιδιωτικές συλλογές και αρχεία. Βρισκόμαστε στο πολυάνθρωπο λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας, τον 19ο αιώνα, όταν ανθούσε εδώ το ελληνικό στοιχείο. Οι έλληνες μεγαλοαστοί, έμποροι με αμύθητες περιουσίες, άνθρωπο φιλότεχνοι και πατριώτες, που μιλούν ξένες γλώσσες και συγχρωτίζονται χωρίς δυσκολία αλλοεθνείς, αποτελούν την αριστοκρατία του τόπου. Μέσα από σκηνές στους δρόμους και στα καφενεία, περιπάτους στα παραθαλάσσια boulevrads, συνοικέσια και παντρολογήματα μεταξύ επιφανών οικογενειών, το δάσος τα ιστιοφόρα που μεταφέρουν σιτάρι στα μεγάλα λιμάνια της Ευρώπης, αναδύεται η πόλη και ο κόσμος της.






Ένα λεύκωμα που στις σελίδες του ξετυλίγεται όλο το μεγαλείο ενός από τα πιο ιστορικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, αυτό της Οδησσού. Η πόλη από όπου ξεκίνησε η Φιλική Εταιρεία, και εν συνεχεία η όλη προσπάθεια για την απελευθέρωση του Ελληνικού λαού από τον Τούρκικο ζυγό. Η Οδησσός πόλη πλούσια και με ισχυρούς ανθρώπους αποτέλεσε την βάση των αγώνων των ανθρώπων που επηρέασαν την νεοελληνική Ιστορία.





ΚΡΙΤΙΚΗ



Η αυλαία ανοίγει και αποκαλύπτεται το theatrum mundi μιας άλλης εποχής. Βρισκόμαστε στην πολυάνθρωπη Οδησσό του περασμένου αιώνα και παρακολουθούμε σκηνές από τη ζωή στους δρόμους και στα καφενεία, περιπάτους στις παραθαλάσσιες μπουλβάρ, συνοικέσια και παντρολογήματα μεταξύ επιφανών οικογενειών, ένα δάσος ιστιοφόρα να περιμένουν στο λιμάνι βαρυφορτωμένα σιτάρι από τις ουκρανικές πεδιάδες για τις μεγάλες αγορές της Ευρώπης, το Λιβόρνο, τη Μασσαλία, το Αμστερνταμ, το Λονδίνο. Η διακίνηση εμπορευμάτων φέρνει τη διακίνηση ιδεών σε μια πόλη που ανθεί μέσα στο εκλεπτυσμένο πνεύμα του πολυεθνικού κοσμοπολιτισμού. Και ποια είναι η αριστοκρατία του τόπου; Οι έλληνες μεγαλοαστοί, έμποροι με αμύθητες περιουσίες, άνθρωποι φιλότεχνοι και πατριώτες, άτομα που μιλούν ξένες γλώσσες και συγχρωτίζονται χωρίς δυσκολία αλλοεθνείς. Ένας κόσμος αρχόντων που, ωστόσο, αποφεύγει τη χλιδή και την επίδειξη όσο διαρκούν τα δεινά του Γένους, και κυοφορεί το όραμα της αναγέννησης του έθνους. «Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας», γράφει η Μαρία Καραβία, «ακούστηκαν οι χοροί της κυρίας Ζωής Μαρασλή, π.χ., και οι περιγραφές από τους χορούς των Παπούδοφ, που στα σαλόνια τους χόρευαν μαζούρκα 120 ζευγάρια!».

Η Μαρία Καραβία έχει ένα ιδιαίτερο ύφος ταξιδιωτικής αφήγησης, φιλοτεχνημένο μέσα από αλλεπάλληλα ταξίδια και αντίστοιχα βιβλία. Ξεκίνησε πριν από 20 χρόνια με το οδοιπορικό της στην Κίνα («Λαϊκή Κίνα, ένα κάποιο χαμόγελο», εκδόσεις Παπαζήση, 1978), συνέχισε με την κοντινή Κηφισιά («Κηφισιά, ομορφιά και μνήμη», έκδοση του Συλλόγου Προστασίας Κηφισιάς, 1988), περιηγήθηκε μετά την Ανατολική Μεσόγειο («Κρανίου Τόποι - Ταξίδια στην Ανατολική Μεσόγειο», εκδόσεις Καστανιώτη, 1990) και ακολούθησαν οι διαδρομές της στις σκανδιναβικές χώρες, από τη Δανία ώς τη Λαπωνία («Ήλιος του μεσονυχτίου», εκδόσεις Νέα Σύνορα, 1995), αναζητώντας παντού την επιβίωση του ελληνικού στοιχείου. Στο τελευταίο βιβλίο της ωστόσο επεκτείνει αισθητά τους ορίζοντες της έρευνάς της, ανασύροντας από ιδιωτικές συλλογές και αρχεία μια σειρά από σπάνιες φωτογραφίες-ντοκουμέντα. Η σύνθεση αυτού του διάσπαρτου φωτογραφικού υλικού συγκροτεί την ιστορία των Οδεσσιτών.



Ο θρύλος και η πνοή



Η περίπτωση της Οδησσού είναι ιδιάζουσα. Η ακτινοβολία του Ελληνισμού, που αποκαλύφθηκε εκ νέου μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες αφελληνισμού κατά τα χρόνια των Σοβιέτ, έκανε πολλούς να στρέψουν το βλέμμα προς τα εκεί. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν ταυτόχρονα εκδόθηκε και η μελέτη του αν. καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Βασίλη Καρδάση «Έλληνες ομογενείς στη Νότια Ρωσία. 1775-1861», από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, όπου όμως η προσέγγιση είναι από την πλευρά της οικονομικής ιστορίας, στη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου, σε όλη την έκταση της Νότιας Ρωσίας. (Η μελέτη αυτή θα παρουσιαστεί σε προσεχές φύλλο των «Βιβλίων»).

Η συγγραφέας του παρόντος βιβλίου, αντίθετα, επικεντρώνει τη δική της ματιά στην Οδησσό και στους ανθρώπους της. Ακολουθώντας την ιστοριογραφική τάση, την κληθείσα «Ιστορία της οικογένειας», που παντρεύει την Ιστορία με την Ανθρωπολογία και αναζητεί τις συγγενικές και οικιακές δομές σε κοινωνίες του παρελθόντος, η Μαρία Καραβία συνθέτει ένα μωσαϊκό εποχής με γνώμονα την τροχιά συγκεκριμένων οικογενειών.

Η Οδησσός είναι σήμερα μια πόλη τυλιγμένη στον θρύλο, παραδομένη στις μνήμες. Βαδίζοντας σε δρόμους σχεδιασμένους με αυτοκρατορικό μεγαλείο, η συγγραφέας αναζήτησε μια εξήγηση γιατί «όσοι γνωρίζουν το παρελθόν της Οδησσού δείχνουν τα ελληνικά σπίτια». Τι συνέβη μέσα σε αυτά τα σπίτια με τη συχνά εξεζητημένη αρχιτεκτονική σύλληψη, ποιοι περπάτησαν σε αυτά τα βουλεβάρτα που ρυμοτομήθηκαν με εντολή της μεγάλης τσαρίνας, ποιοι έζησαν πίσω από τους ψηλούς τοίχους, τους κρυμμένους από πλατάνια, αγριοκαστανιές και ακακίες; Η διάχυτη αίσθηση του παρωχημένου μεγαλείου εξάπτει τη φαντασία, και αυτή βρίσκει καταφύγιο στις παλιές φωτογραφίες, τα τελευταία απομεινάρια ενός κόσμου λησμονημένου. Τα ακίνητα πρόσωπα στις φωτογραφίες αποκτούν πνοή, καθώς η συγγραφέας ξετυλίγει αφηγήσεις από τη ζωή τους. Πώς βρέθηκαν όλοι αυτοί στο μαυροθαλασσίτικο λιμάνι; Πόσο βαθιά φθάνουν οι ρίζες της ελληνικής παρουσίας στις ακτές της Κριμαίας;

Το βιβλίο ξεκινά in medias res. Βρισκόμαστε στις αρχές του 1917, ημερομηνία που έμελλε να σφραγίσει τη μοίρα όχι μόνο της Οδησσού αλλά και όλου του πολυεθνικού, μετέπειτα σοβιετικού, κράτους. Εμείς παρακολουθούμε, ωστόσο, τι συμβαίνει σε ένα ελληνικό σπίτι της Οδησσού, στην κατοικία τού ποντιακής καταγωγής Ελευθέριου Παπαδόπουλου. Η συγγραφέας μάς τον συστήνει: ο Ελευθέριος είχε έρθει ορφανός δεκαπέντε ετών στην Οδησσό από την Τραπεζούντα, όταν τον καιρό των ρωσοτουρκικών πολέμων 350.000 Ελληνες είχαν εγκαταλείψει τις απέναντι ακτές της Μαύρης Θάλασσας για να εγκατασταθούν στη Μεσημβρινή Ρωσία και στη Χερσόνησο της Κριμαίας.

Αρχές του 1917, ο Ελευθέριος είχε κατακτήσει εξέχουσα θέση στο οικονομικό κατεστημένο και ζούσε με την οικογένειά του σε ένα εντυπωσιακό μέγαρο, την πρώτη πολυκατοικία της Οδησσού, που είχε ασανσέρ και θυρωρό με λιβρέα. Σε ηλικία τριάντα ετών ήταν ανεξάρτητος εισαγωγέας αποικιακών. Αυτός παντρεύτηκε την κόρη ενός βενετσιάνου μετανάστη, ενώ ο αδελφός του, σύμφωνα με τις επιθυμίες της ποντίας μητέρας του, παντρεύτηκε την Αφροδίτη Τζουλιάδου, νύφη από την Τραπεζούντα. Ο πλούτος και το χρήμα περίσσευαν παραμονές της Ρωσικής Επανάστασης. Η Αφροδίτη Τζουλιάδου λίγα χρόνια αργότερα κατάφερε να διαφύγει από τη Ρωσία, παίρνοντας και τα κοσμήματά της ραμμένα στη ζώνη της. «Όταν πήγε στον Πιόκο», αφηγείται η συγγραφέας, «παλαιό κοσμηματοπώλη της Αθήνας, το μπριγιάν της, γαμήλιο δώρο του συζύγου της (για να το πουλήσει βέβαια!), εκείνος το εξέτασε με τον φακό και, βλέποντας εκστατικός το σχήμα και τη διαύγεια που είχε το πετράδι, έσκυψε και το φίλησε...». Αλλά θα φθάσουμε πάλι στην ημερομηνία-σταθμό αργότερα. Συνέβησαν πολλά προτού καταλήξει η Αφροδίτη Τζουλιάδου σε κοσμηματοπωλείο των Αθηνών.



Γκόγκολ και Μαρασλής



Εισδύουμε έτσι στο πνεύμα του βιβλίου και στο πνεύμα μιας εποχής που είδε μυθικές περιουσίες να χτίζονται μέσα σε λίγα χρόνια, θρύλους να παρεισφρέουν στην αχλύ της Ιστορίας, τη Φιλική Εταιρεία να συγκροτείται κατά τα μασονικά πρότυπα για να υπηρετήσει τη Μεγάλη Ιδέα, συγγραφείς και καλλιτέχνες να συρρέουν στην εύθυμη, νεοκλασική πόλη, και όλα αυτά να σαρώνονται κάποια στιγμή από την ιστορική συγκυρία. Θα παρακολουθήσουμε συχνά γνώριμες φυσιογνωμίες, τον Πούσκιν, τον Τσέχοφ, τον Γκόγκολ, τον Φραντς Λιστ, τον Δημήτριο Βικέλα, τον Γιάννη Ψυχάρη, τον Γρηγόριο Μαρασλή, τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή, τη Σάρα Μπερνάρ, τον Τσόρτσιλ, να παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου, αφού μέσα και από τις δικές τους διαδρομές ανασυντίθεται η ιστορία της Οδησσού.

Αφήνουμε προσώρας την οικογένεια Παπαδοπούλου, με τα αλλεπάλληλα ταξίδια στην Ευρώπη και τις άμαξες, τις φορτωμένες βαλίτσες, μπαούλα, παιδιά, γκουβερνάντες στον σιδηροδρομικό σταθμό, και ανατρέχουμε στην αρχή της ιστορίας. Πότε πρωτοπήγαν οι Έλληνες στις ακτές της Κριμαίας; Και αρχίζει να ξετυλίγεται ένα κουβάρι από τον καιρό που οι στρατιώτες του Ξενοφώντα αντίκρισαν το γαλάζιο του Εύξεινου Πόντου και φώναξαν: «Θάλαττα! Θάλαττα!». «Υπήρχαν γύρω πληθυσμοί που κατάλαβαν τη λέξη» γράφει η Μαρία Καραβία.

Η «πνευματική φιλαρέσκεια» της Οδησσού καταλαμβάνει ενίοτε και τους επισκέπτες της. «Το βράδυ έρχεται νωρίς στην Οδησσό...» διαβάζουμε. «Είναι η ώρα που η εξαίσια αυτή πόλη μοιάζει μελαγχολικό νεοκλασικό κέλυφος. Αν προσέξεις, αφουγκράζεσαι κάποιον αχό. Αλλοτε τον αχό της θάλασσας κι άλλοτε τον ψίθυρο των ανθρώπων και τη φωνή της Ιστορίας...». Αμέσως όμως η φωνή της Ιστορίας ακούγεται δυνατά: «Τριάντα χρόνια μετά την ίδρυση της πόλης (το 1794 από τη Μεγάλη Αικατερίνη), τέσσερις ελληνικοί εμπορικοί οίκοι της Οδησσού συγκαταλέγονται ανάμεσα στους πλουσιότερους της ρωσικής αυτοκρατορίας. Είναι οι επιχειρήσεις Σεραφίνου, Γιαννόπουλου, Παλαιολόγου και Γρηγορίου Ιωάννου Μαρασλή, πατέρα του ευεργέτη». Μπορεί το ελληνικό στοιχείο να είναι σύμφυτο σχεδόν με την ιστορία της Αζοφικής, αλλά η εποχή της ακμής έχει ημερομηνία έναρξης και λήξης.

Αυτή την περίοδο θα κατοπτεύσουμε: τον 19ο αιώνα, τα εκατό χρόνια που το ελληνικό στοιχείο διέγραψε στην Οδησσό τη λαμπρή τροχιά ενός μετεωρίτη. Οι οικογένειες που παρακολουθούμε είναι ως επί το πλείστον πρόσφυγες από αλλεπάλληλα μεταναστευτικά κύματα που κατέφυγαν στη Νότια Ρωσία και βρήκαν εκεί πανσπερμία φυλών. Ήρθαν από την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου, τα Επτάνησα και την Κεντρική Ελλάδα τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, από τις απέναντι ακτές του Ευξείνου Πόντου τα χρόνια των ρωσοτουρκικών πολέμων, από τις ελληνικές παροικίες της Μολδοβλαχίας μετά την Επανάσταση του Υψηλάντη και από την Κωνσταντινούπολη την περίοδο των μεγάλων σφαγών μετά την έκρηξη της Επανάστασης στην Ελλάδα. Οι μετανάστες ήταν τολμηροί, έμποροι ως επί το πλείστον. Το 1817, έναν αιώνα πριν από τη Ρωσική Επανάσταση, οι Έλληνες της Οδησσού ίδρυσαν σχολείο, το Ελληνεμπορικόν, για το οποίο είχαν παραγγείλει τα θρανία στην Ελβετία!

Καθώς η συγγραφέας παραθέτει περιστατικά ζωής, συχνά γίνεται «ζουμ» σε ορισμένα πρόσωπα, στο ντύσιμό τους, στη διακόσμηση των σπιτιών τους, στα εδέσματα πάνω στα λινά τραπεζομάντιλα. Ενώ διαβάζουμε για την άνθηση στην Οδησσό του ελληνικού προεπαναστατικού θεάτρου και την αγάπη των Οδεσσιτών για το μελόδραμα («ακόμη και οι Τάταροι αχθοφόροι λέγεται ότι σφύριζαν στους δρόμους "La donna e mobile"»), ένα «κοντινό πλάνο» μας πηγαίνει στις τεράστιες σιταποθήκες της πόλης, όπου ένα βράδυ «"οι εν τω Λυκείω Ρισελιέ σπουδάζοντες νεανίαι" επεχείρησαν να παίξουν την Ζαΐραν του Βολταίρου κατά μετάφρασιν Ρίζου Ραγκαβή, και Ζαΐρα τον "ουδ αρχήν χνοός έχοντα έτι επί των παρειών" Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή».

Από τους ανθρώπους που διατρέχουν το βιβλίο της, ιδιαίτερα συγκινεί τη συγγραφέα η περίπτωση της φωτογράφου Μαίρης Παρασκευά, κόρης του μυκονιάτη μεγαλοκτηματία και εργοστασιάρχη Νικολάου Γρυπάρη. «Στα κτήματα των Γρυπάρηδων υπήρχαν λίμνες, χωριά, βοσκοτόπια, νερόμυλοι, εργοστάσια και δάση». Στερεοσκοπικές φωτογραφίες της Μαίρης Παρασκευά, αλλά και της φίλης της Αργίνης Σαλβάγου (αδελφής της Πηνελόπης Δέλτα), παρατίθενται στο βιβλίο, καθώς πλησιάζουμε προς την κορύφωση της κοινωνικής και οικονομικής ανόδου των Ελλήνων στη Ρωσία και στο τέλος της.

Με την ιστορία των Γρυπάρηδων ουσιαστικά φθάνουμε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και στις παραμονές της Ρωσικής Επανάστασης. Στην Οδησσό αρχικά φθάνει ο απόηχος των ταραχών από τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη. Οι μάχες γίνονται μακριά ακόμη. Στις 6 Ιανουαρίου του 1919 αποβιβάζεται στην Οδησσό το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, για να ενισχύσει διασυμμαχική επιχείρηση κατά των μπολσεβίκων. Έχουμε φθάσει στο τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας και του βιβλίου. Η συγγραφέας παρακολουθεί τις τύχες των ανθρώπων και της πόλης, καθώς η παρακμή βρίσκεται προ των πυλών. Η έδρα των Σοβιέτ εγκαθίσταται στο ανάκτορο του πρίγκιπος Βοροντσόφ. Οι δρόμοι βαφτίζονται με νέα ονόματα. Και η πόλη αρχίζει να αδειάζει. Ο τελευταίος ένοικος αυτού του βιβλίου εξορίζεται στη Σιβηρία, όπου εικάζεται ότι πέθανε το 1940.

ΜΑΙΡΗ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 06-12-1998

Συγγραφέας:
Καραβία, Μαρία
Εκδότης:
Άγρα
Σελίδες:
198
ISBN:
9789603252740
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/1/1998

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!