Το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού

Μια συζήτηση με τον Albert Camus στην Αθήνα
Έκπτωση
40%
Τιμή Εκδότη: 11.66
7.00
Τιμή Πρωτοπορίας
+
216006
Εκδόσεις: Αλεξάνδρεια
Σελίδες:79
Μεταφραστής:Τσαλίκη-Μηλιώνη, Τατιάνα
Ημερομηνία Έκδοσης:01/01/2004
ISBN:9789602212752
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Περιγραφή


Υπάρχει μια Ευρώπη αστική, ατομικίστρια, εκείνη που σκέφτεται τα ψυγεία της, τα γαστρονομικά της εστιατόρια, που λέει "εγώ δεν ψηφίζω... εμείς δεν θέλουμε ούτε ρομαντισμό ούτε υπερβολές, δεν θέλουμε να ζήσουμε στα όρια ούτε να γνωρίσουμε τη διάσπαση"... Αντίθετα, εγώ θα ασπαστώ μια θέση που λέει: "Γνωρίζουμε το άκρο, το ζήσαμε, θα το ζήσουμε αν χρειαστεί, και μπορούμε να πούμε ότι το ζήσαμε γιατί περάσαμε μέσα από γεγονότα που μας επέτρεψαν να το γνωρίσουμε". Πράγματι υπήρξε μια γαλλική εθνική αλληλεγγύη και υπήρξε επίσης μια ελληνική εθνική αλληλεγγύη: η αλληλεγγύη της οδύνης. Αυτή την αλληλεγγύη μπορούμε να την ξαναβρούμε κάθε στιγμή και όχι μόνο με το ένδυμα της οδύνης...

Στις 28 Απριλίου του 1955, ο Αλμπέρ Καμύ, προσκεκλημένος στην Αθήνα από το Γαλλικό Ινστιτούτο, ήταν το κεντρικό πρόσωπο μιας ανταλλαγής απόψεων γύρω από "Το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού", όπου συμμετείχαν διακεκριμένες προσωπικότητες του ελληνικού πνευματικού κόσμου. Αυτή η συζήτηση, καταγραμμένη από το μαγνητόφωνο του Ανδρέα Εμπειρίκου, μεταφράστηκε εδώ και κυκλοφορεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου







ΚΡΙΤΙΚΗ



Στην Ελλάδα ο Αλμπέρ Καμί ήρθε δύο φορές, το 1955 και το 1958, όπως έχει σημειώσει ο ίδιος στα Σημειωματάριά του. Τεκμήρια αυτών των δύο επισκέψεων υπάρχουν πολλά, ιδίως στον καθημερινό Τύπο της εποχής. Ο Γάλλος συγγραφέας λίγα χρόνια πριν από το μοιραίο αυτοκινητικό δυστύχημά του (1960), βρισκόταν από κάθε άποψη στην πλήρη ακμή του: είχε ολοκληρώσει τον κύκλο των σημαντικών μυθιστορημάτων του· το 1957 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας, και γενικότερα για τις μεταπολεμικές γενιές της Ευρώπης εκπροσωπούσε πλέον τον τύπο ενός οδηγού-διανοουμένου, απεξαρτημένου από κομματικές και άλλες στρατεύσεις και γοητευτικού υπερασπιστή ενός πολιτισμού που αναγνωρίζει την πατρίδα του στις εικόνες των πόλεων, των ανθρώπων και των μνημείων όλης της γηραιάς ηπείρου. «Η θύμησή μου έλιωσε αυτές τις απανωτές εικόνες για να φτιάξει μ αυτές ένα μόνο πρόσωπο, το πρόσωπο της πιο μεγάλης μου πατρίδας», έγραφε, μεσούντος του πολέμου, στα Γράμματα σ ένα φίλο Γερμανό.

Αυτό το κράμα γοητείας και στοχασμού αποτυπωμένο σ έναν κατ εξοχήν μη συστηματικό φιλόσοφο, όπως ο Καμί, είχε δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις παρουσίας στη μεταπολεμική σκηνή ενός ακόμα διανοουμένου cult· μιας περίπτωσης αντίστοιχης με εκείνη του Μπρετόν ή του Σαρτρ. Και όπως ήταν φυσικό, η έλευση του συγγραφέα του Ξένου στη μετεμφυλιακή Αθήνα, μια πόλη που η πνευματική της ζωή καθοριζόταν ακόμα σε σημαντικό βαθμό από το γαλλικό λογοτεχνικό κανόνα, είχε κινητοποιήσει τους πάντες, ενδιαφερόμενους ή μη για το θέμα που είχε οριστεί, και που η γενικότητά του -το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού- είναι βέβαιο πως ενίσχυσε τη διάθεση συγκέντρωσης ενός μεγάλου πλήθους ακροατών στην αίθουσα του Γαλλικού Ινστιτούτου, εκείνο τον Απρίλιο του 1955. Αλλωστε, η σχεδόν πάνδημη προσέλευση αντικατοπτρίζεται και στις τοποθετήσεις ή ερωτήσεις που απευθύνθηκαν προς τον Καμί. Ερωτήσεις που έδειχναν τη δίψα των λογίων μας να πάρουν ένα μέρος της αίγλης του διάσημου προσκεκλημένου, μα και την επιθυμία να τους δοθούν ικανοποιητικές απαντήσεις σε ερωτήματα σχεδόν οντολογικά, όπως η σχέση ορθολογισμού-ανορθολογισμού, η απόλυτη και η σχετική ελευθερία, και πάνω απ όλα, ο μόνιμος καημός: η δυνατότητα ενός διαλόγου των σύγχρονων ευρωπαϊκών ιδεών με την αρχαιοελληνική παράδοση.

Παρά τη μικρή επιφύλαξή του που διατύπωσε προς το τέλος της βραδιάς (σ. 63) -«με στενοχωρεί λίγο που αντιμετώπισα συνεχώς ερωτήσεις που ξεπερνούν την αρμοδιότητά μου»-, η αλήθεια είναι ότι ο Γάλλος συγγραφέας κράτησε τη συζήτηση σ ένα επί ίσοις όροις επίπεδο, λόγω της ευχέρειάς του να κινείται με σχετική άνεση τόσο στο πεδίο της θεωρίας της πολιτικής όσο και σ εκείνο της σύγχρονης φιλοσοφίας. Ακόμα και για το σημερινό αναγνώστη τα δύο βασικά θεωρητικά του έργα, Ο μύθος του Σίσυφου και Ο Εξεγερμένος Ανθρωπος, αποτελούν λαμπρά δείγματα στοχαστικής πρόσληψης της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και φιλοσοφίας του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Και ίσως η κριτική του πλευρά είναι αυτή που προέτρεψε τους οργανωτές της εκδήλωσης, και τον πρόεδρο της Ελληνογαλλικής Πολιτιστικής Ενωσης, Αγγελο Καταζηκουνό, να «δρομολογήσουν» ανάλογα τα θέματα του διαλόγου. Στη συζήτηση δεν εμφανίστηκαν οι απόψεις των καθεαυτό λογοτεχνών, ποιητών και πεζογράφων του μεταπολέμου -εκτός του Γ. Θεοτοκά και ελάχιστα του Τάκη Παπατσώνη-, ενώ αντιθέτως κυριάρχησαν σχεδόν απολύτως οι τοποθετήσεις στοχαστών που είχαν παράλληλα ένα δημόσιο πολιτικό κύρος. Ωστόσο, και έτσι το ενδιαφέρον που προκαλεί δεν είναι μικρότερο. Οχι μόνο για τις απαντήσεις αυτές καθεαυτές του Αλμπέρ Καμί, ορισμένες από τις οποίες φανερώνουν ένα νου με εξαιρετική διορατικότητα και εντυπωσιακή ικανότητα σύνθεσης, αλλά και για τις ερωτήσεις που του απηύθυναν ο Ευάγγελος Παπανούτσος, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Φαίδων Βεγλερής, ο Χ. Θεοδωρίδης και οι άλλοι. Από τις τελευταίες, άλλωστε, αντιλαμβανόμαστε τα όρια, τις αντοχές και τις κατευθύνσεις της κρατούσας ιστορικής και πολιτικής σκέψης στην Ελλάδα της δεκαετίας του 50. Και αν θα μπορούσε να απεικονιστεί παραστατικότερα η ταυτότητα των βασικών σημείων της συζήτησης, νομίζω ότι από τη μια μεριά θα έμπαινε στη ζυγαριά η ελεύθερη, αλλά στηριγμένη σε συγκεκριμένα παραδείγματα από το διεθνές περιβάλλον επιχειρηματολογία του Καμί, και από την άλλη, η μάλλον ακαδημαϊκού τύπου και κάπως γενικόλογη διαπραγμάτευση των Αθηναίων λογίων.

Λόγου χάριν, οι επισημάνσεις του Παπανούτσου, με τον οποίο ξεκίνησε η συζήτηση του Γαλλικού Ινστιτούτου, συγκεντρώθηκαν κυρίως στα σημεία αντιπαράθεσης Δύσης και Ανατολής, βάσει όμως μια συλλογιστικής που ήδη, το 1955, έμοιαζε ξεπερασμένη. Σχηματικά, εξακολουθούσε να είναι εύλογη η αντίθεση δύο πολιτισμικών τάσεων, από τις οποίες η μια, η δυτική, στηρίζεται στον ορθολογισμό και στην τεχνογνωσία, και η άλλη, η ανατολική, στο μυστικισμό, αλλά στην πράξη, μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν εμφανή τα σημάδια υποχώρησης της ασιατικής αντίληψης απέναντι στην επιθετική τάση του δυτικού θετικισμού. Μπορεί η αίγλη του ασιαστικού κόσμου να παρέμενε σε υψηλό επίπεδο λόγω του ότι εξακολουθούσε να είναι ακατανόητος στις εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο η δυτική πολεμική βιομηχανία έδειχνε μετά το 1940 πως η τεχνολογία είναι η απαραίτητη προϋπόθεση κάθε σημαντικής υλικής κατάκτησης. Ετσι, αυτό που απέμενε ήταν η ηθική πλευρά του «ανταγωνισμού» Δύσης και Ανατολής, και απέναντι στη θέση του Παπανούτσου ότι το κριτικό πνεύμα είναι η μόνη διέξοδος ελέγχου του χάσματός τους, η παρατήρηση του Καμί στο σημείο αυτό πηγαίνει κατευθείαν στην ουσία του προβλήματος. Η αποτυχία της Ευρώπης και του πολιτισμού της να κατανοήσει τον πολιτικά και γεωγραφικά άλλο προέρχεται ακριβώς από την ανεξέλεγκτη επιστημονική εξέλιξη. Από τη δήθεν αυτονόμηση του μηχανισμού παραγωγής και αναπαραγωγής της. Μια παρατήρηση όντως διεισδυτική, που ισχύει μάλλον και κάτω από τις σημερινές συνθήκες:

[Μήπως] αυτή η απόλυτη πίστη στον ορθολογισμό δεν ευθύνεται, κατά κάποιο τρόπο, για την άμβλυνση της ανθρώπινης ευαισθησίας [δημιουργώντας] σιγά σιγά αυτή την υποβάθμιση του προσωπικού σύμπαντος [...]. Η λογική της τεχνολογίας, τοποθετημένη στο κέντρο του Σύμπαντος, κρινόμενη ως ο σπουδαιότερος μηχανικός φορέας ενός πολιτισμού, τελικά προκαλεί ένα είδος διαστροφής στη διάνοια και στα ήθη συγχρόνως, έτσι που υπάρχει κίνδυνος να επιφέρει αυτή την αποτυχία.(σ. 25)

Κάτι που δεν σημαίνει ότι το τεχνολογικό σύμπαν έχει από μόνο του μια διάσταση ηθική, ότι είναι καλό ή κακό, αλλά ότι η λογική που διέπει την παραγωγή του είναι εκείνη που συντελεί στη διαστροφική χρήση του. Και η λογική αυτή φάνηκε μετά τον πόλεμο πως αποδεσμεύτηκε τελείως από τις δεσμεύσεις του κοινού συμφέροντος που υποτίθεται ότι συγκρατούν και συγκροτούν την εσωτερική ζωή μιας ευρύτερης ή πιο περιορισμένης κοινωνίας. Στην επισήμανση του Κωνσταντίνου Τσάτσου ότι η μεταπολεμική τέχνη έχοντας χάσει την αίσθηση του μέτρου αντανακλά τη ρήξη της συνείδησής της για τον κόσμο, αλλά ότι ο κόσμος δεν έχει πια τη δύναμη να στηρίξει κάτι το νέο, παρατείνοντας έτσι τη διαδικασία αποσύνθεσής του, ο Καμί, με μια εντυπωσιακή αναστροφή υπογραμμίζει την ανάγκη ύπαρξης εκείνου του στοιχείου που ο Τσάτσος θεώρησε αποφευκταίο: της αντίφασης. Με τη λειτουργία των αντιφάσεων -και εδώ ασφαλώς επιβιώνει η μαθητεία του Γάλλου συγγραφέα στο σοσιαλισμό- ζωογονείται ακριβώς η συνάντηση των αντιθέσεων και αναδεικνύεται η θέληση μιας κοινωνίας να συνεχίσει να υπάρχει. Και καταλήγει με την εξής εκπληκτική στη διαύγειά της περιγραφή ενός κόσμου που τείνει σήμερα να αποτελέσει συμπαντικό μέτρο, όχι μόνο για το δυτικό αλλά για κάθε ανά τη Γη «πολιτισμένο άνθρωπο»:

Υπάρχει μια Ευρώπη αστική, ατομικίστρια· εκείνη που σκέφτεται τα ψυγεία της, τα γαστρονομικά της εστιατόρια, που λέει «εγώ δεν ψηφίζω»: είναι στ αλήθεια η αστική Ευρώπη. Αυτή δεν θέλει να ζήσει. Ισως λέει ότι θέλει να ζήσει, αλλά έχει βάλει τη ζωή σε τόσο χαμηλό επίπεδο ώστε δεν έχει πιθανότητα να παραταθεί στην ιστορία. Φυτοζωεί, και καμμία κοινωνία δεν φυτοζωούσε γα πολύ χρόνο. [...] Βλέπω μονάχα έναν ατομικιστικό μηδενισμό που συνίσταται στο να λέει «εμείς δεν θέλουμε ούτε ρομαντισμό ούτε υπερβολή, δεν θέλουμε να ζήσουμε στα όρια ούτε να γνωρίσουμε την διάσπαση». Αν δεν θέλετε να ζήσετε στα όρια ούτε να γνωρίσετε τη διάσπαση, δεν θα ζήσετε, και κυρίως η κοινωνία σας δεν θα ζήσει. (σ. 34-35).

Παρά το μικρό όγκο του βιβλίου -το γαλλικό πρωτότυπο του οποίου εκδόθηκε το 1956 από την Ελληνογαλλική Πολιτιστική Ενωση, όπως μας πληροφορεί στην εισαγωγή της η Τατιάνα Τσαλίκη-Μηλιώνη - η πυκνότητα των διαλόγων που υπάρχουν σ αυτό, ο γοργός ρυθμός τους αλλά και η εύστροφη και σαφής διαπραγμάτευση εννοιών οι οποίες θα έχουν στα επόμενα χρόνια άκρως εμβληματική σημασία (λ.χ. απάθεια των μαζών, συρρίκνωση των ελίτ, ψευδής συνείδηση) το κάνουν ιδιαίτερα ελκυστικό. Και ως προς αυτό δεν έχει συμβάλει λίγο η μετάφρασή του.



ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 06/08/2004

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!