Γύρω στο αίσθημα του ωραίου

Έκπτωση
40%
273811
Συγγραφέας: Καΐμη, Τζούλιο
Εκδόσεις: Γαβριηλίδης
Σελίδες:133
Ημερομηνία Έκδοσης:1/10/2005


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο


ΚΡΙΤΙΚΗ



«Τεχνική χωρίς πνευματικότητα θυμίζει καρέκλα με τρία πόδια». Ετσι επιγραμματικά και με θαυμάσια αμεσότητα -αλλά και πόση απλότητα- ο Καΐμη, αυτός ο «χαμένος άνθρωπος» όπως τον φώναζαν οι φίλοι του, ο πλάνητας, ο απόλυτος παπαδιαμαντικός ήρωας, έρχεται αναπάντεχα από το σχετικά πρόσφατο παρελθόν να μας θυμίσει τι είδους παιχνίδι παιζόταν μέσα στους κόλπους της ελληνικής διανόησης του Μεσοπολέμου. Αλλά πέρα από την οποιαδήποτε αξία της «ιστορικής μαρτυρίας» που φέρει ένα τέτοιο κείμενο, γραμμένο κατά πάσα πιθανότητα στα 1944-46, η μεγάλη έκπληξη: πόσο σύγχρονος (μοντέρνος) είναι αυτός ο λόγος, πόσο επίκαιρος και αληθινός. Και κατ επέκταση, πόσο φτενός ο δήθεν ποζάτος λόγος που προσφέρεται αναφανδόν, και κυκλοφορεί με τεράστια πια ευκολία σήμερα στον τόπο γύρω από το «πρόβλημα» της σύγχρονης ελληνικής τέχνης.


Ξαφνικά, αυτή η τόσο πυκνή σε νοήματα και προεκτάσεις «μελέτη» του Καΐμη (ο ίδιος τη χαρακτηρίζει «διατριβή») για την αισθητική εισορμά στην πάντα αναιμική ντόπια σκηνή, λάμποντας και καταυγάζοντας ένα τοπίο πνιγμένο στα θολά ιδεολογήματα και στην αμηχανία της κακώς εννοούμενης μόδας. Φυσικά θα μπορούσε κάποιος με συντηρητική προδιάθεση να απομόνωνε εδώ ό,τι τον συμφέρει: την προνομιακή ιδιαιτερότητα της πνευματικής Ελλάδας, τη σημασία της λαϊκής τέχνης και παράδοσης, τη διαχρονική μοναδικότητα της γλώσσας και πάει λέγοντας.


Ομως θα είχε πέσει έξω οικτρά. Καμία παραμόρφωση ή ιδιοποίηση του περιεχομένου αυτής της «διατριβής» δεν θα μπορούσε να σταθεί για πολύ μέσα από ένα τέτοιο πρίσμα. Γιατί ο Καΐμη, λες με μια βαριεστημένη χειρονομία, τα έχει απορρίψει όλα αυτά, τα τόσο τετριμμένα, από καιρό. Και ακριβώς επειδή βρίσκεται μακριά από τέτοια ψευδο-διλήμματα και τρικλοποδιές επιτηδείων, τολμά να τα αντικρίσει κατάματα και να μιλήσει για «αλήθεια» με σπάνια παρρησία ως το απευθείας αντίστοιχο της αισθητικής. Για να μας διδάξει με τρόπο τόσο άμεσο και οικείο τι ακριβώς σημαίνει «μοντέρνο», «παράδοση» ή «ακαδημία». Ξεχώρισα τρεις σχετικά απλές έννοιες και ίσως έτσι αδικώ κατάφωρα τις προθέσεις και το βάθος της σκέψης του Καΐμη. Εκείνο το «γύρω από» του τίτλου της μελέτης του μας αποκαλύπτεται στην πραγματικότητα ως μια θαυμαστή σύνθεση των πιο γοητευτικών διασταυρώσεων ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν, ανάμεσα σε παράδοση και πρωτοπορία· τελικά, αν θέλετε, ανάμεσα σε «τέχνη» και «ζωή». Γιατί «αισθητική» ίσον «ζωή», μας το λέει ο Καΐμη και το αποδεικνύει με μια σειρά ξεκάθαρων συλλογισμών. Δηλαδή, η αισθητική αποκτά νόημα όταν συναρτάται με την πράξη. Με τα λόγια του Καΐμη, η τέχνη (εβραϊκά, χοχμά) ταυτίζεται με τη «σοφή κατάσταση του όντος». Ξέρω αρκετούς που θα χειροκροτούσαν ανακουφισμένοι σε αυτό το σημείο.


Θα ήταν μάταιο να δοκιμάσω να μιμηθώ τον Σ. Μιχαήλ στην τόσο σημαντική ανάλυση που κάνει στο εισαγωγικό του δοκίμιο, όπου μας προσφέρει την έγκυρη ερμηνεία του λόγου τού Καΐμη μέσα από τις συγκλίνουσες πορείες της ανατολικής σκέψης, της εβραϊκής σοφίας, της αρχαιοελληνικής γραμματείας και της σύγχρονης φιλοσοφίας. Η παρουσία αυτού του πυκνογραμμένου δοκιμίου ήταν απολύτως απαραίτητη, κάτι που σωστά διέβλεψε ο επιμελητής της έκδοσης. Οχι επειδή δεν μπορούσε να σταθεί από μόνος του ο λόγος του Καΐμη, αλλά επειδή είμαστε εδώ τόσο κακομαθημένοι στην εσωστρέφειά μας, ώστε να πιστεύουμε πως όλα είτε βγαίνουν από τους αρχαίους προγόνους είτε από τη δυτική πρωτοπορία που ακολουθούμε σαν το σκυλάκι, ενώ λοιδορούμε την παγκοσμιοποίηση.


Ο Σ. Μιχαήλ μας δείχνει τον άλλο δρόμο, κάπως μισοσβησμένο και δύσβατο, αλλά πολύ πιο συνεκτικό και πειστικό, με τους «δαιδαλώδεις αντικατοπτρισμούς του φωτός, τον καταρράκτη των απορροών, το λαβύρινθο των Θεοφανίων...», όπως σημειώνει ο ίδιος. Οπου ίσως όλα ανάγονται στη φράση του Ηράκλειτου που ο Καΐμη χρησιμοποίησε ως προμετωπίδα: «Το παν εξ ενός και το εν εκ πάντων». Στο συγκρητισμό του μυστικισμού και του ορθολογισμού, των δύο αυτών φαινομενικά αντιθέτων κατευθύνσεων, στο ταίριασμα του λευκού και του μαύρου φωτός, αντίστοιχα, του «μέσα» και του «έξω».


Ο Σ. Μιχαήλ απαριθμεί όσους ορατούς και αόρατους παρελαύνουν μέσα από τη διατριβή του Καΐμη, και ο κατάλογος είναι απίστευτα μακρύς. Αρχίζει με μια φράση του Στίβεν Αντωνάκου, περνά από ονόματα του ελληνικού στερεώματος (Κόντογλου, Παρθένης, Μόλλας, Τσαρούχης, Κατσαρός, Καρούζος) με το χαρακτηρισμό: «και άλλων μπεάτων της ελληνικής λαλιάς και τέχνης», γρήγορα προχωρά στον Σπινόζα και άλλους ταλμουδιστές, στον Ερνεστ Μπλοχ και στην Καμπαλά.


Αλλά και ο ίδιος ο Καΐμη μας ωθεί προς τέτοιες υψηλές πτήσεις. Αρχίζοντας πατάει στον Ταγκόρ και με συνοπτικές διαδικασίες δείχνει με το δάχτυλο την «πρωτόγονη θεωρία» ως πιο κατάλληλο «κλειδί» για τον Νίτσε και τον Κρότσε. Ετσι μ ένα βήμα έχει διαγράψει τη βασική του θέση πάνω στη σχέση υψηλής με χαμηλή κουλτούρα, στο ρόλο των διανοουμένων, στη σχέση τέχνης και ηθικής, τέχνης και πραγματικότητας. Για να ρωτήσει παρακάτω με υπέροχη ευθύτητα: «Θαυμάζουμε την τεχνική δεξιότητα του ζαχαροπλάστη ή τη γεύση των γλυκών του;»


Αν και φοβάμαι πως είναι ιεροσυλία, θα ήθελα να απομονώσω την απαράμιλλα γοητευτική εικόνα που δίνει ο Καΐμη για τους Ιουδαίους διδάσκαλους, που «είναι ζωντανά παραδείγματα της διδασκαλίας τους»: «Προσπαθούνε να μη διαταράξουν την ατμόσφαιρα της καλαισθησίας, να μη χάνουν την ψυχική τους ηρεμία. Της φορεσιάς το χρώμα, η στάση του σώματος ακόμη και η περπατησιά τους, όλα αποσκοπούν στο να καταδείξουν την καλαισθησία». (σ. 49) Και λίγο παρακάτω: «Οι δάσκαλοι της ιουδαϊκής παράδοσης δεν είναι μόνο ηθικολόγοι και επιστήμονες αλλά και προσωδοί και τέλειοι καλλιγράφοι και ζωγράφοι». (σ.51)


Κλείνοντας οφείλουμε να απευθυνθούμε στον αφανή ήρωα της υπόθεσης Καΐμη, εκείνον που εδώ και τόσα χρόνια (από το 1989), και με όλα τα μέσα, έχει βάλει στόχο την αποκατάστασή του. Τον επιμελητή της έκδοσης Μ. Φάις που, όπως λέει στο επίμετρό του, «έλιωσε παντελόνια» μελετώντας την εποχή του Καΐμη, και συνομίλησε «μέχρι με τα παπούτσια, τα ποντίκια και τα σαρακοφαγωμένα χειρόγραφα στο σπίτι του Ρωμανιώτη καμπαλιστή». Χάρη στο μόχθο του, σήμερα έχουμε στα χέρια μας αδιάσειστα τεκμήρια του ίχνους που άφησε πίσω του αυτός ο παραγνωρισμένος, και τόσο λεηλατημένος από τους «φίλους» του, Καΐμη. Τώρα, ξέρουμε.



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 01/09/2006
Συγγραφέας:
Καΐμη, Τζούλιο
Εκδότης:
Γαβριηλίδης
Σελίδες:
133
ISBN:
9789603361220
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/10/2005

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική