Θεωρία της πρόσληψης. Μια κριτική εισαγωγή

Έκπτωση
30%
263115
Συγγραφέας: Holub, Robert C.
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελίδες:344
Ημερομηνία Έκδοσης:1/12/2004


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο


Η "Θεωρία της Πρόσληψης" αναφέρεται στην ομώνυμη κριτική θεωρία όπως αναπτύχθηκε στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντίας στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η παρουσίαση περιλαμβάνει τρία μέρη:
Το πρώτο, με αφορμή το επαναστατικό προγραμματικό δοκίμιο του Jauss για την εξέλιξη των φιλολογικών σπουδών, αναφέρεται τόσο στο πνευματικό και πολιτικό κλίμα μέσα στο οποίο γεννήθηκε η θεωρία της πρόσκληψης, όσο και στους "προδρόμους" που επηρέασαν τη στροφή της κριτικής προσέγγισης στον αναγνώστη.
Το δεύτερο μέρος αναπτύσσει διεξοδικά τις θεωρίες των δύο κυριότερων εκπροσώπων της πρόσληψης H.R. Jauss και W. Iser.
Τέλος, το τρίτο μέρος αναφέρεται τόσο στη συζήτηση κεντρικών θέσεων των θεωρητικών της πρόσληψης από μεταγενέστερους θεωρητικούς, όσο και στις διευρύνσεις της προβληματικής αυτής από εκπροσώπους της σύγχρονης κριτικής.

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)







ΚΡΙΤΙΚΗ



Η λεγόμενη «θεωρία της πρόσληψης» είναι ένα διακριτό ρεύμα στις φιλολογικές σπουδές που γεννήθηκε στο γερμανικό Πανεπιστήμιο της Κωνσταντίας, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 60, και συνδέθηκε με τα ονόματα δύο αξιοσημείωτων θεωρητικών: του ρωμανιστή Hans Robert Jauss και του ειδικού στην Αγγλική Φιλολογία Wolfgang Iser. Παρά τη μεγάλη σημασία της δεν μονοπώλησε ποτέ το ενδιαφέρον ευρύτερων ακροατηρίων πέρ από τον κύκλο των ειδικών, και ειδικά στην Ελλάδα παραμένει σχεδόν πλήρως άγνωστη. Αυτό καθιστά πολύτιμη τη μετάφραση ενός εισαγωγικού έργου όπως το παρόν, γραμμένο από έναν γερμανιστή του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ και γνώστη σε βάθος, όπως αποδεικνύεται, της ιστορίας των φιλολογικών ρευμάτων του εικοστού αιώνα. Η εξαιρετικά επιτυχημένη μετάφραση συμβάλλει στο να γίνει το έργο σπουδαίο βοήθημα για τον σπουδαστή, αλλά και για τον καλλιεργημένο αναγνώστη που ενδιαφέρεται για τις φιλολογικές διαμάχες στον αιώνα που πέρασε.

Επισήμως η θεωρία της πρόσληψης εγκαινιάστηκε με τον εναρκτήριο λόγο του Jauss επί τη αναλήψει της έδρας των φιλολογικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντίας, Απρίλιο του 1967, με τίτλο «Τι είναι η λογοτεχνική ιστορία και για ποιο σκοπό τη σπουδάζουμε;» Το ενδιαφέρον για την ιστορία έχει κεντρικό ρόλο στη σκέψη του Jauss, αλλά ο τρόπος που την κατανοεί είναι ειδικά ο τρόπος τής ερμηνευτικής παράδοσης, εκείνο που ο H.G. Gadamer ονόμαζε «συγχώνευση οριζόντων»: που σημαίνει, εν ολίγοις, αποκατάσταση ενός ζωτικού δεσμού ανάμεσα στα έργα του παρελθόντος και στα ενδιαφέροντα του παρόντος. Για να περιγράψει αυτό το δεσμό ο Jauss θα οικειοποιηθεί αργότερα την έννοια του «παραδείγματος» από την επιστημολογία του Thomas Kuhn: η σχέση μας με το παρελθόν μεταβάλλεται κάθε που αλλάζει το δεσπόζον παράδειγμα, βάσει του οποίου διαβάζουμε τα φιλολογικά μνημεία του παρελθόντος -και μαζί με αυτή την «αλλαγή παραδείγματος» αλλάζει βεβαίως και ο ίδιος ο λογοτεχνικός κανόνας. Αυτό, εάν κατανοηθεί σωστά, σημαίνει ότι το νόημα του λογοτεχνικού έργου παραμένει ανοιχτό, ημιτελές, επ αόριστον συμπληρώσιμο από την ανάγνωση εκείνων οι οποίοι το προσλαμβάνουν. Ιδού λοιπόν το κρίσιμο νέο πεδίο εστιασμού που θέλησε να υποδείξει η θεωρία της πρόσληψης -αυτό που ορισμένοι ονόμασαν «η άνοδος του αναγνώστη».

Για να καταλάβουμε το νόημα μιας τέτοιας κίνησης πρέπει να δούμε καθαρά τους προδρόμους της όσο και τους αντιπάλους της, και μέρος της αξίας του βιβλίου του Holub οφείλεται στην ακρίβεια με την οποία ανακατασκευάζει όλον αυτό τον ιστορικό ορίζοντα. Το παράδειγμα στο οποίο οι θεωρητικοί της Κωνσταντίας θέλησαν ρητά να αντιπαρατεθούν ήταν εκείνο που αντιπροσώπευαν εργοκεντρικές θεωρίες, όπως ο ρωσικός Φορμαλισμός και η αμερικανική Νέα Κριτική, οι οποίες συρρίκνωναν το έργο σε μια κλειστή και αδρανή ολότητα που όφειλε να μελετηθεί τεχνικά, απομονωμένη από το ιστορικοκοινωνικό της συγκείμενο. Το ίδιο ισχύει εν πολλοίς και για το γαλλικό στρουκτουραλισμό (μολονότι περιπτώσεις όπως αυτή του Roland Barthes εγείρουν εμφανώς πιο σύνθετα προβλήματα). Θα μπορούσε να πει κάποιος λοιπόν ότι η θεωρία της πρόσληψης «ανακαλύπτει» κάτι που μόνον η μαρξιστική κριτική, στις καλύτερες στιγμές της, είχε συλλάβει -και η πρώτη εφαρμοσμένη μελέτη πρόσληψης στον εικοστό αιώνα προήλθε πραγματικά από τον Leo Lowenthal, του Ινστιτούτου της Φραγκφούρτης, όταν ήδη το 1934 είχε παρουσιάσει μια λαμπρή κοινωνιολογική μελέτη της πρόσληψης του Ντοστογιέφσκι στη Γερμανία της Βαϊμάρης. Δυστυχώς όμως, οι θεωρητικοί της Κωνσταντίας διατηρούσαν μια εξαιρετικά περιορισμένη αντίληψη του μαρξισμού, συρρικνωμένη ουσιαστικά στην οπισθοδρομική «ορθοδοξία» της σοβιετικής ακαδημίας, και οι πολεμικές με τους συναδέλφους τους της Ανατολικής Γερμανίας καθήλωσαν τη συζήτηση σε μια ψυχροπολεμική πόλωση που ζημίωσε θεωρητικά και τις δύο πλευρές.

Υπήρξαν βεβαίως και άλλα μεμονωμένα παραδείγματα που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως πρόγονοι της θεωρίας της πρόσληψης, όπως η λαμπρή Κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου του Levin Schuking (1913), ή ο κοινωνιολογικά εμπλουτισμένος δομισμός του σημαντικότερου Τσέχου αισθητικού, του Γιαν Μουκαρζόβκι· πραγματική ωστόσο θεωρητική της πηγή ήταν η φαινομενολογική παράδοση, τόσο στην κλασική χουσερλιανή εκδοχή της όσο και στην ύστερη «ερμηνευτική», που στη Γερμανία εκπροσωπήθηκε από το σπουδαιότερο μαθητή του Heidegger, τον Hans-Georg Gadamer. Θίξαμε ήδη το πώς ο Gadamer αντιλαμβανόταν τις έννοιες της «ιστορίας», της «παράδοσης» και του «ορίζοντα», που επρόκειτο να γίνουν δεσπόζουσες στη σκέψη του Jauss (ο όρος «ορίζοντας προσδοκιών» του Jauss μοιάζει να ανταποκρίνεται ειδικά στην έννοια της «προκατάληψης», ως θετικής και καταστατικά ιστορικοποιημένης ανταπόκρισης, στον Gadamer). Για τη σκέψη του Iser καθοριστικότερο ήταν το παράδειγμα ενός πιο κλασικού φαινομενολόγου, που προσπάθησε να μεταγράψει τη χουσερλιανή γνωσιολογία στο πεδίο της αισθητικής: του Πολωνού Roman Ingarden. Ιδίως στο έργο του Η κατανόηση του λογοτεχνικού έργου τέχνης (1937) ο Ingarden είχε προτείνει το έργο ως «αντικείμενο» προθετικό και πολυστρωματικό, του οποίου η σχηματική δομή οφείλει να συμπληρωθεί από τον αναγνώστη, μέσ από τη «συγκεκριμενοποίηση» των ακαθοριστιών και των αφαιρετικά σχεδιασμένων σημείων του. Ο αναγνώστης ωστόσο του Ingarden παραμένει ένα ιδανικό υποκείμενο που δεν εντάσσεται σε καμία απτή (κοινωνική, ταξική κ.ά.) κοινότητα· και αυτό το ανιστορικό στοιχείο έχει κληρονομήσει ώς έναν βαθμό η κριτική του Iser. Στο έργο του Η πράξη της ανάγνωσης (1976) και σε συναφή δοκίμια θα μιλήσει αυτός για «υπονοούμενο αναγνώστη», για δημιουργικό «διχασμό» του αναγνώστη ανάμεσα στις δικές του εδραιωμένες εννοήσεις και στις εννοήσεις του κειμένου κ.ο.κ.· παντού ωστόσο οι κρίσιμοι κοινωνικοϊστορικοί παράγοντες υποτάσσονται σε μιαν ατομιστική σύλληψη τόσο του ίδιου του έργου όσο και της αναγνωστικής πράξης, που παραμένει βεβαίως μια φιλολογική αφαίρεση.

Τέτοιου είδους προβλήματα θα μπορούσε να λύσει άραγε μια εμπειρική κοινωνιολογία της αναγνωστικής ανταπόκρισης; Απέναντι στην υπερβολικά θεωρητικόλογη οπτική των Jauss και Iser έγιναν οπωσδήποτε απόπειρες για μια διερεύνηση του «πραγματικού αναγνώστη» με τη χρήση στατιστικών και άλλων μεθόδων εφαρμοσμένης έρευνας -ο Holub αναφέρεται στο έργο των R. Viehoff, Ν. Gr―ben, Η. Hillmann κ.ά.- όμως είναι εντυπωσιακή η κοινοτοπία και η ασημαντότητα των πορισμάτων σε αντίθεση με τα βαρύγδουπα επιστημονικά εργαλεία που επιστρατεύονται. Η θεωρία της πρόσληψης και η εμπειρική κοινωνιολογία της ανάγνωσης φαίνεται ότι αλληλοεξαντλήθηκαν στην αμοιβαία ασυνεννοησία και στη γενική κόπωση από τα τέλη της δεκαετίας του 70 και ύστερα, αφού ο μόνος παράγοντας που θα μπορούσε να τις ζωογονήσει αμφότερες και να τις συνθέσει δημιουργικά σε ένα ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο, μια ιστορικοκριτική και διαλεκτική θεωρία της κοινωνίας, αποκλείστηκε χάρη στη ριζική παρανόηση του μαρξισμού μέσα σε μια διχασμένη και κηδεμονευόμενη Γερμανία. Από την άλλη πλευρά, το πολυδιατυμπανισμένο ρεύμα που εμφανίστηκε εκείνη την εποχή για να εκτοπίσει ως παρωχημένη κάθε προηγούμενη συζήτηση, η λεγόμενη αποδόμηση, θα αποδεικνυόταν απίστευτα άγονο και σπαρασσόμενο εγγενώς από εξοντωτικές αντιφάσεις: η εξάλειψη των ειδολογικών διαφορών μεταξύ μυθοπλασίας και ιστορίας από τον Derrida θα άνοιγε το δρόμο μόνο για τη «μεταμοντέρνα» υποστροφή σε συνομωσιολογικές, ψυχοπαθητικές ιστορικές φαντασιώσεις που έχουν γίνει επιούσιος άρτος των μαζών στις μέρες μας, ενώ η φαινομενικά ριζοσπαστική αναγωγή κάθε ανάγνωσης σε «δημιουργική παρανάγνωση» από τον Harold Bloom στο πρώιμο έργο του, θα μεταμορφωνόταν ταχυδακτυλουργικά στην πλέον αυταρχική και από καθέδρας ετυμηγορία περί «λογοτεχνικού κανόνα» -εκείνου του «κανόνα» που η θεωρία της πρόσληψης έδειξε τουλάχιστον καθαρά πως ιδιάζει μάλλον στη θεολογία παρά στη λογοτεχνική ιστορία- ενόσω εδραιωνόταν ως γραφειοκράτης ακαδημαϊκός στηριζόμενος απ όλα τα λόμπι των αμερικανικών πανεπιστημίων.

Υπάρχει ένα τελευταίο ζήτημα που παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον. Ο Jauss σε μια ορισμένη φάση του έργου του θέλησε να επαναφέρει στη συζήτηση το θέμα της αναγνωστικής απόλαυσης (και σε αυτό αποσκοπούσε η διάκρισή του ανάμεσα στις λειτουργίες της τέχνης που αποκαλούσε ποίησις-αίσθησις-κάθαρσις), αντιπαρατιθέμενος στην «αρνητικότητα» του Adorno (και της ομάδας του περιοδικού «Tel Quel»). Τι ακριβώς διακυβεύτηκε σε αυτή τη διαμάχη ίσως δεν έχει κατανοηθεί πλήρως και χρειάζεται μια μικρή διευκρίνιση. Πρόθεση του Jauss ήταν να επαναφέρει την κλασική ενότητα τέρψης και διδαχής μέσα στην καρδιά του αισθητικού έργου, με την οποία θα ολοκληρωνόταν το διαφωτιστικό πρόγραμμα που είχε κατά κάποιον τρόπο διακοπεί σε διάφορες εκδοχές του μοντερνισμού. Η κίνηση αυτή εντασσόταν σε μια ευρύτερη θεωρία της λογοτεχνικής επικοινωνίας που είχαν σταθερά στα μάτια τους ως προοπτικό έργο οι θεωρητικοί της πρόσληψης. Ο Adorno, από την πλευρά του, έδειχνε ότι η ενότητα αυτή ήταν οριστικά θρυμματισμένη σε μια εμπορευματική και διευθυνόμενη κοινωνία όπως η παρούσα και το μόνο καθήκον που έμενε στην τέχνη ήταν να εκθέτει ανυποχώρητα το τραύμα μετασχηματιζόμενη η ίδια, εάν ήταν αυθεντική τέχνη, σε δύναμη κοινωνικής άρνησης. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, η θεωρία της πρόσληψης ερχόταν πολύ πιο κοντά στη συστημική λογική του Apel, του Habermas και του Luhmann και στο (σοσιαλδημοκρατικό) ενδιαφέρον τους για εδραίωση μιας υποτιθέμενης επικοινωνιακής ορθολογικότητας στα όρια της σύγχρονης πολιτικής κοινωνίας· ο Adorno αρνιόταν να θεματοποιήσει την επικοινωνιακή διάσταση της τέχνης επειδή ήταν ο μόνος που διατηρούσε την πικρή επίγνωση ότι σε συνθήκες αναπτυγμένου καπιταλισμού η επικοινωνία ήταν εγγενώς παγιδευμένη από τις σχέσεις ανισότητας και χειραγώγησης, και μη ανακτήσιμη: η τέχνη μπορούσε να εκπληρώσει τον προορισμό της μόνον ως υπόμνηση του μαρτυρίου και της οδύνης -χαρακτηριστικά, ας πούμε, στη γλώσσα του Μπέκετ-, κινητοποιώντας τις έσχατες δυνάμεις αντίστασης που μπορούσαν ακόμη να κρύβονται στην καρδιά του ατόμου (και της πάσχουσας φύσης).



ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 24/06/2005
Συγγραφέας:
Holub, Robert C.
Εκδότης:
Μεταίχμιο
Σελίδες:
344
ISBN:
9789603755401
Μεταφραστής:
Τσακοπούλου, Κωνσταντίνα
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/12/2004

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική