Αλληλογραφία

Έκπτωση
55%
Τιμή Εκδότη: 14.84
6.68
Τιμή Πρωτοπορίας
+
299657
Εκδόσεις: Printa
Σελίδες:260
Επιμελητής:Βελνίδου, Ελένη
Ημερομηνία Έκδοσης:1/10/2007
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Σε μια εποχή που μερίδα των προοδευτικών κριτικών θεωρούσε τον Τσέχωφ παρακμιακό και τον κατηγορούσε για κοινωνική αδιαφορία, ο Γκόρκι αναγνώρισε σε αυτόν μια αδελφή ψυχή, διαποτισμένη από την ίδια αποστροφή για την ευτέλεια και τη χαμέρπεια που κυριαρχούσαν στη ρωσική ζωή. Κάτω από τη φαινομενική απαισιοδοξία του Τσέχωφ, ο Γκόρκι διέκρινε την ίδια αγάπη για τους ανθρώπους και την ίδια νοσταλγία για μια ζωή διαυγή, γεμάτη φως. Αυτό το αίσθημα δίνει στον Γκόρκι τη δύναμη να απευθύνει στον μεγάλο συγγραφέα τούτες τις δειλές, αλλά και γεμάτες πάθος, ευφυία και παραδοξολογία, επιστολές στις οποίες ο Τσέχωφ απαντά με τη λεπτή διεισδυτικότητα, το τακτ και την ευγένεια που είχε ανάγκη ο τραχύς και αυτοδίδακτος Γκόρκι για να νιώσει ότι ανήκει κι αυτός στον ιερό κόσμο της λογοτεχνίας. Ο Τσέχωφ τον ωθεί να διαβεί το κατώφλι αυτό.
Έτσι βλέπουμε, στις αρχές του 20ού αιώνα, την παραμονή των μεγάλων επαναστατικών αναταραχών, τον πιο διακριτικό, τον πιο λεπταίσθητο, αλλά και τον πιο πιστό εκπρόσωπο της μεγάλης ρωσικής ουμανιστικής παράδοσης, να μεταλαμπαδεύει λίγο πριν πεθάνει τις ιδέες αυτές στον ενθουσιώδη νεαρό συγγραφέα του προλεταριάτου, ο οποίος έμελλε να γίνει ιδρυτής της σοβιετικής λογοτεχνίας.

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΚΡΙΤΙΚΗ



«...Δοσμένος στην προσπάθεια να μετατρέψει καθετί τετριμμένο σε ποίηση, τυλίγει τη ζοφερή μονοτονία με το φωτοστέφανο της τέχνης, αμβλύνοντας έτσι τις αδρές γραμμές μιας κωμικής διάθεσης που αγγίζει τα όρια της απεγνωσμένης ειρωνείας (...). Η τσεχοφική "απαισιοδοξία" ήταν και παρέμεινε κοινός τόπος της κριτικής· μια ολόκληρη κοινωνία είδε να αντανακλάται το είδωλό της σε έναν καθρέφτη. Μα... και πέρα από τα σύνορα της Ρωσίας γενεές ολόκληρες διανοουμένων συναισθάνθηκαν μέσα στα θεατρικά του έργα ότι "έτσι είναι η ζωή"· δίχως πλάνες κι αυταπάτες, αλλά και δίχως μοχθηρία»

Jean Perus



Αυτά τα ευσύνοπτα σημειώνει, μεταξύ άλλων, στον πρόλογο της ανά χείρας έκδοσης ο εξαιρετικός μελετητής του Τσέχοφ, Jean Perus, για το έργο του ινδάλματός του, και φυσικά δεν μπορείς παρά να συμφωνήσεις. Οσον αφορά δε τον «συνομιλητή» του έξοχου Ρώσου συγγραφέα, Μαξίμ Γκόρκι, εδώ τα πράγματα γίνονται περίπλοκα.. Με την έννοια ότι η φωνή του δημιουργού της Μάνας φτάνει στις μέρες μας, πιστεύω, μάλλον θαμπή και φάλτσα, εν αντιθέσει προς τη μουσικότητα των ήχων του μινιμαλιστή Τσέχοφ. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο αμφιλεγόμενος, ιδίως για την εισήγηση της αισθητικής του βάρβαρου «σοσιαλιστικού ρεαλισμού», Γκόρκι δεν πρότεινε και αποχρώσεις σε μυθιστορήματα όπως «Οι Αρταμάνοφ» ή σε δράματα όπως «Στον βυθό».

Πάντως, ο τελευταίος είχε τα μάλα ακουσθεί παγκοσμίως πριν από αρκετές δεκαετίες, σε περιόδους μεγάλων πολιτικών συγκρούσεων. Να θυμηθούμε εν έτει 1936, στη Μόσχα των σταλινικών δικών, έναν Αντρέ Ζιντ, ας πούμε, να παραληρεί πάνω από το φέρετρο του Γκόρκι, χαρακτηρίζοντας τον τελευταίο τον «πιο Ρώσο από όλους τους υπόλοιπους Ρώσους συγγραφείς». Λες και το ζητούμενο της λογοτεχνίας (και της τέχνης, γενικότερα) είναι η υπερακόντιση στη διεκδίκηση εθνικών ευσήμων, αλλά ο κομμουνιστής Ζιντ αυτό ήθελε να επιτονίσει, άσχετα εάν αργότερα απολογήθηκε για τις ιδέες εκείνης της εποχής... Τι να πεις, όμως, γι αυτόν τον διανοούμενο, ο οποίος στα ημερολόγιά του από τη Ρωσία κατακρίνει τον Σοστακόβιτς γιατί δεν μπορεί, λέει, ο λαός να τραγουδήσει τα έργα του!!


Στην «Αλληλογραφία», που περιλαμβάνει ο παρών μικρός τόμος, ο άτσαλος και πληθωρικός Γκόρκι στα τέλη της δεκαετίας του 1890, νεόκοπος τότε συγγραφέας, αρχίζει κυριολεκτικά να βομβαρδίζει τον Τσέχοφ με γραπτές εκδηλώσεις θαυμασμού, που αγγίζουν τα όρια της κολακείας. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σπερμολογεί, αλλά αραδιάζει και περιττά πράγματα, κάτι που νιώθεις, αν όχι να κουράζουν, πάντως να διασκεδάζουν, τον πάντα ανεκτικό Τσέχοφ. Η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δύο συγγραφέων θα διαρκέσει πέντε χρόνια. Τις επιστολές Γκόρκι διασώζει (όπως εξάλλου και πολλές σελίδες πεζογραφίας του τελευταίου) μία παρόρμηση, ένας ελκυστικός αυθορμητισμός, απαλλάσσοντάς τες από κάτι ενοχλητικά αδέξιο, που, το καταλαβαίνεις, δεν ταιριάζει στον λεπταίσθητο Τσέχοφ.

Εντούτοις, ο δημιουργός του Βυσσινόκηπου, που είχε, έτσι κι αλλιώς, ξεχωρίσει το τάλαντο του αποστολέα, ανταποκρίνεται με φιλικά και πατρικά αισθήματα, «διορθώνοντας» με μεγάλο τακτ τις αφελείς, ενίοτε, σκέψεις του Γκόρκι. Παίζει, δηλαδή, τον ρόλο του δασκάλου, χωρίς αυτή η τακτική να αποκτά ποτέ αλλαζονικό πρόσημο, σύμφωνα άλλωστε και με όσα αναγνωρίζει ο πρωτοείσακτος συγγραφέας στη συμπεριφορά του μείζονος αποδέκτη των επιστολών του.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της προκείμενης αλληλογραφίας νομίζω ότι βρίσκεται στη διπολικότητα της συγκεκριμένης «συνάντησης»: στο γεγονός της επισφράγισης της διαφορετικότητας μεταξύ των επιστολογράφων, σε επίπεδο ύφους/ήθους. Επί της ουσίας, δηλαδή, δεν θίγονται σπουδαία αισθητικά και άλλα θέματα. Ισως για τους αρμόδιους μελετητές εκείνης της εποχής αλλά και τους αντίστοιχους γραμματολόγους που ασχολούνται με το έργο των δύο συγγραφέων, όσα διατυπώνονται στην αλληλογραφία να παρουσιάζουν ενδιαφέρον, πλην αυτού, όμως, δεν διασταυρώνεσαι με ιδιαίτερα στοχαστικές σκέψεις. Οπότε μπορείς να επικεντρωθείς σε αυτό που προανέφερα.

Οσοι γνωρίζουν το έργο των δύο αυτών προσωπικοτήτων θα συνειδητοποιήσουν τις αποστάσεις που τους χωρίζουν, και αυτό δεν είναι λίγο. Ο πρίμιτιβ Γκόρκι, που θα παραμείνει έτσι ενστικτώδης και στην υπόλοιπη καριέρα του, από τη μία πλευρά, και ο πάντα ηδύς, ιμπρεσιονιστής Τσέχοφ, από την άλλη, θα έλεγα «συγκρούονται», σ ένα μεταφορικό επίπεδο, όπως εγώ το εννοώ. Κάτω από αυτό το πρίσμα ανάγνωσης του υλικού μπορείς να κυκλοφορήσεις συνειρμικά και στο υπόλοιπο έργο των συγγραφέων, τοποθετώντας ανάλογα τον καθένα ξεχωριστά στον κόσμο όπου ανήκει.

Οχι ότι δεν υπάρχουν κοινά σημεία στις ιδέες των συνομιλητών... Ας μην ξεχνάμε ότι ο «ρωσισμός», το μικρόβιο αυτό που είχε μολύνει βαθιά τη συντριπτική πλειονότητα των Ρώσων παλαιόθεν, το νιώθεις αμυδρά να κυκλοφορεί ως έγνοια ακόμα και στη συμπεριφορά του ψύχραιμου Τσέχοφ, όταν αυτός θέλει κάπως να τονίσει τις -αναμφισβήτητα υπαρκτές- κοινωνικές παραμέτρους των κειμένων του.

Οι αντίξοες, πάντως, εξωτερικές συνθήκες της συγκυρίας που τον αγγίζουν και τις εισπράττει ως μία απαράδεκτη για την πατρίδα του κατάσταση, δεν μορφοποιήθηκαν στα έργα του με τη σχηματικότητα και την ανεκδοτολογική χροιά των αντίστοιχων προτάσεων του Γκόρκι. Ο Τσέχοφ, «άνθρωπος των γραμμάτων, για τον οποίο η λογοτεχνία ήταν υπόθεση ζωής, γράφει με τρόπο που αποτυπώνει το λυκόφως της εποχής του, προσέχοντας και την παραμικρή λεπτομέρεια της καθημερινότητας...», σημειώνει αφοπλιστικά ο Perus. Στρέφει, πάντα, με έναν προσωπικό τρόπο τη ματιά του στο ντοκιμαντέρ που προβάλλεται μπροστά του, συνθέτοντας αυτά τα μικρά, περίεργα μέσα στις εσκεμμένες αντιφάσεις τους (όσον αφορά το στοιχείο του κλαυσίγελου) ρέκβιεμ για τα ανθρώπινα, χωρίς μανιχαϊστικές αγκυλώσεις. Για τον συγκεκριμένο λόγο, μα και για πολλούς ακόμα που σχετίζονται με πιο ειδικά θέματα μορφής, παραμένει ο πιο μοντέρνος, αν θέλετε, από τους συγκαιρινούς του.

Ο Τολστόι, ας πούμε, που συχνά ηθικολογεί, παγιδευμένος στις σωτηριολογικές ιδέες του, δεν μπορούσε να καταλάβει τις απόψεις του Τσέχοφ και τις κατέκρινε. Θεωρούσε π.χ. τον «Θείο Βάνια» παρακμιακό... Καλά, ο μείζων αυτός συγγραφέας διέπραττε και ανάλογα αδικήματα, κατεδαφίζοντας τον Μπετόβεν, επί παραδείγματι, επιβεβαιώνοντας τον γνωστό κανόνα που θέλει τους μεγαλοφυείς δέσμιους ισόβαθμων εμμονών. Ομως από ένα σημείο και μετά η όσφρηση των τελευταίων είναι οξύτατη (σκεφθείτε τον Πάουντ ανυποψίαστο απέναντι στον Ελιοτ ή τον Χέμινγουεϊ, που, όπως ξέρουμε, τους προστάτευσε ακολουθώντας τις κεραίες του...). Ο Τολστόι, λοιπόν, μπορεί να συμπεράνει κανείς φτάνοντας ίσως στην υπερβολή, ένιωθε να τον απειλεί ο χαμηλόφωνος πορτρετίστας μιας σειράς αρχετυπικών πλέον χαρακτήρων της αφήγησης και του δράματος, παρότι ο εμπνευστής της Καρένινα ήταν επαναπαυμένος και ασφαλής στον απυρόβλητο θώκο του «Πατριάρχη συγγραφέα». Αλλά και ποια εξουσία (ιδίως αυτή) δεν νιώθει μια διαρκή, υπόγεια αβεβαιότητα για όσα την αφορούν;

Τώρα: οι ποιοτικές διαφορές μεταξύ των αλληλογράφων αναδεικνύονται στο επίπεδο της εκφραστικής οικονομίας, όπως είπαμε. Ο μεγαλύτερος αριθμός των επιστολών του Γκόρκι από αυτόν του Τσέχοφ αλλά και η πολυλογία του πρώτου δείχνουν πόσο απέχουν μεταξύ τους οι επιστολογράφοι εν σχέσει προς την έννοια του μέτρου. Ο συναισθηματισμός του Γκόρκι είναι ανεξέλεγκτος, χωρίς να αποκλείει τη συμμετοχή μας, εν τίνι μέτρω. Αντιθέτως, η εσωτερικότητα της άλλης πλευράς εγγράφεται με ελεγχόμενη αναπνοή, η οποία εντούτοις αφήνει το τρυφερό της ίχνος στο χαρτί. Κι όταν ακόμα ο τόνος πρέπει να γίνει κάπως αυστηρός, λόγω διαφωνίας, την όποια συνοφρύωση εκμηδενίζει μία καλοκάγαθη και σεμνή κατανόηση του προβλήματος.

Η, επιμελημένη, μετάφραση ανέδειξε το ύφος των επιστολογράφων, οι οποίοι, παρότι δείχνουν να τους αφορούν από κοινού ζητήματα της λογοτεχνίας, στην πραγματικότητα βρίσκονται τόσο μακριά ο ένας από τον άλλον...



ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 29/02/2008
Συγγραφέας:
Γκόρκι, ΜαξίμΤσέχοφ, Άντον
Εκδότης:
Printa
Σελίδες:
260
ISBN:
9789606624032
Επιμελητής:
Βελνίδου, Ελένη
Μεταφραστής:
Τσάτσου, Μαρία
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/10/2007

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!