Διαβάζοντας τον Μακρυγιάννη

Η κατασκευή ενός μύθου από τον Βλαχογιάννη, τον Θεοτοκά, τον Σεφέρη και τον Λορεντζάτο
Έκπτωση
40%
Τιμή Εκδότη: 20.39
12.23
Τιμή Πρωτοπορίας
+
161461
Εκδόσεις: Πόλις
Σελίδες:313
Ημερομηνία Έκδοσης:1/10/2003
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Περιορισμένη διαθεσιμότητα
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Περιορισμένη διαθεσιμότητα

Ο Μακρυγιάννης είναι ένας από τους πιο ισχυρούς μύθους της νεότερης Ελλάδας. Αριστεροί, δεξιοί και νεορθόδοξοι τον θεωρούν δικό τους, οι λογοτέχνες τον θαυμάζουν, οι πατριώτες τον επικαλούνται και όλοι δέχονται ότι ο Ρουμελιώτης αγωνιστής με το «απελέκητο» γράψιμο ενσαρκώνει όσο κανένας άλλος τα εθνικά μας ορμέφυτα: ανθρωπιά, ελευθερία, δικαιοσύνη, καλαισθησία, αγάπη για την πατρίδα. Όπως όλοι οι μύθοι όμως, έτσι και ο Μακρυγιάννης δεν προέκυψε αλλά κατασκευάστηκε. Το βιβλίο Διαβάζοντας τον Μακρυγιάννη αναλύει προσεκτικά τις αναγνώσεις του Βλαχογιάννη, του Θεοτοκά, του Σεφέρη και του Λορεντζάτου, για να αναδείξει τους τρόπους με τους οποίους ο μύθος του Μακρυγιάννη εμπλέκεται με τις μεταλλάξεις και τα σταθερά σημεία της νεοελληνικής ιδεολογίας, από το κίνημα του δημοτικισμού και τη γενιά του 30, μέχρι τη νεορθοδοξία και τον σύγχρονο ελληνοκεντρισμό. Ο Μακρυγιάννης, αυτός ο υποδειγματικός Έλληνας, είναι ένα από τα κλειδιά που μας βοηθούν να καταλάβουμε πώς κατασκευάστηκε και πώς λειτουργεί η έννοια της ελληνικότητας.





ΚΡΙΤΙΚΗ



Διαβάζοντας τον Μακρυγιάννη, ο Βλαχογιάννης, ο Θεοτοκάς, ο Σεφέρης και ο Λορεντζάτος δημιούργησαν έναν μύθο περί «πατριδοφύλακα», που κατίσχυσε και υποκατέστησε την ιστορική γνώση. Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζει, ιδιαίτερα πειστικά μάλιστα, ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε περί τα τέλη του 2003 από τις φροντισμένες εκδόσεις «Πόλις».

Το πρώτο δοκίμιο του βιβλίου αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίον ο Γιάννης Βλαχογιάννης διάβασε τον Μακρυγιάννη και τον τοποθέτησε στα ιστορικά ζητούμενα και τις ιδεολογικές αναζητήσεις των αρχών του εικοστού αιώνα. Οπως επισημαίνει ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος, ο Βλαχογιάννης διάβασε το Απομνημόνευμα με τρόπο βιωματικό, εν πολλοίς αμφίσημο και, κατά συνέπεια, πολλαπλώς ερμηνεύσιμο. Τον Βλαχογιάννη τον συνεπήρε το πάθος του αυτοβιογραφούμενου αγωνιστή. Κι εκείνο που πάσχισε να καταθέσει πειστικά ήταν η πεποίθησή του για την αυθεντικότητά της βιωματικής αλήθειας του μακρυγιαννικού λόγου. Ο Βλαχογιάννης είναι πεισμένος ότι ο λόγος του Μακρυγιάννη αποτυπώνει με τίμιο τρόπο την αλήθεια, την αλήθεια γενικώς κι όχι απλώς αυτό που θεωρείται αληθές στο ιδιαίτερο πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο ανήκει ο στρατηγός. Δονείται ο ίδιος από τα αισθήματα τα οποία αναβλύζουν από το Απομνημόνευμα του στρατηγού και τα περιγράφει με τρόπο που μαρτυρεί τη δική του αναδρομική εμπλοκή στην αφήγηση. Και στον «Πρόλογο» της έκδοσης του 1907 θα καταθέσει, ως οδηγό κάθε αναγνώστη, τα πατήματα της δικής του πρόσληψης.

Είναι μάταιο να πασχίζει κανείς να αναδείξει τη θεωρητική αποτύπωση του ερμηνευτικού σχήματος που προτείνει ο Βλαχογιάννης. Διότι τέτοιο θεωρητικό σχήμα δεν υφίσταται. Ο Βλαχογιάννης περιγράφει το λόγο του Μακρυγιάννη προσαρμόζοντάς τον στο δικό του βιωματικό τρόπο κατανόησης. Και, κατά τούτο, όπως επισημαίνει ο Γιαννουλόπουλος, «από τον Βλαχογιάννη λείπει εντελώς η αναστοχαστική διάθεση. Δεν μπορεί να μιλήσει για το σχήμα που χρησιμοποιεί όταν διαβάζει τον Μακρυγιάννη, ακριβώς επειδή μιλάει μέσα από αυτό».

Στο λογοτεχνικό έργο του Βλαχογιάννη θα βρει κανείς τα σημάδια της διανοητικής διαδρομής του ακάματου αυτού αρχειοδίφη και το δρόμο που τον έφερε να ανακαλύψει στην «απελέκητη γραφή» του Μακρυγιάννη ένα «αχάλαστο» τεκμήριο της «ελληνικής ψυχής». Το λογοτεχνικό έργο του Βλαχογιάννη, γράφει ο Γιαννουλόπουλος, «θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ελεγειακή ηθογραφία της ρουμελιώτικης λεβεντιάς ή, μάλλον, της ανάμνησής της σ έναν κόσμο πεπτωκότα, όπου έχει μείνει μόνον ο απόηχος εκείνων των ηρωικών χρόνων». Σε κάθε περίπτωση πάντως, και παρά την πρωτοκαθεδρία της ιδεολογίας, ο Βλαχογιάννης σέβεται τα τεκμήρια. Οι σημειώσεις του στο απομνημόνευμα είναι στέρεα τεκμηριωμένες και ο πρώτος τόμος του Αρχείου Στρατηγού Μακρυγιάννη, ο περιέχων τα ιστορικά έγγραφα, αποτελεί πολύτιμη συλλογή τεκμηρίων, τα οποία συχνά υποσκάπτουν ακόμα και τη λογική που κατατίθεται από τον Βλαχογιάννη στην «Εισαγωγή» και στον «Πρόλογο» του Αρχείου Μακρυγιάννη.

Για τον Βλαχογιάννη «η ιδέα της συγγραφής γεννήθηκε αυθόρμητα» στην κεφαλή του Μακρυγιάννη. Χωρίς υστεροβουλία, ο στρατηγός της επανάστασης αποτυπώνει στο χαρτί, με αμεσότητα και εκφραστική ειλικρίνεια, μια αλήθεια που την κέρδισε με το σπαθί του. Κι έτσι διασώζει διά της γραφής του την ψυχή μιας Ελλάδας που δεν υπάρχει πια, σε μια εποχή όπου «η εθνική ψυχή επάλλετο πλήρης σφρίγους εν τω στήθει και του τελευταίου στρατιώτου και του χυδαιοτάτου χωρικού».

Πρόκειται, σημειώνει ο Γιαννουλόπουλος, για μια ακολουθία ρομαντικών στερεοτύπων, που έχουν κληροδοτηθεί στη διανοητική ατμόσφαιρα των αρχών του εικοστού αιώνα. Για τον Βλαχογιάννη, ο Μακρυγιάννης καταθέτει αυτούσια και αδιαμεσολάβητα τη λαϊκή σοφία, επειδή είναι αμαθής, αχάλαστος από τα γράμματα και τη γλώσσα των λογίων.

Μόνο που ο Μακρυγιάννης, γράφοντας για να πείσει τους αναγνώστες για το δίκιο του, βρίσκεται να πατά ήδη στο έδαφος των νέων καιρών και από εκεί να βλέπει ή να εξιδανικεύει το παρελθόν που ιστορεί.

Στη συνέχεια του βιβλίου ο Γ. Γιαννουλόπουλος καταπιάνεται με τα κείμενα του Γιώργου Θεοτοκά για τον Μακρυγιάννη (1941, 1945). Ο Γιώργος Θεοτοκάς θα κατατάξει τον Μακρυγιάννη στους ανθρώπους της νέας εποχής. «Ο Θεοτοκάς, μας λέει ο Γ. Γιαννουλόπουλος, ανακαλύπτει στο πρόσωπο του Μακρυγιάννη τον υποδειγματικά πρωτοποριακό και ρηξικέλευθο νέο που είχε ο ίδιος κατασκευάσει πολύ πριν διαβάσει τα Απομνημονεύματα. [και που] ανταποκρίνεται στην έκκληση που θα απευθύνει [...] ο συγγραφέας του Ελεύθερου Πνεύματος προς τα νιάτα του μεσοπολέμου».

Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο ο Θεοτοκάς διαρκώς επανέρχεται. Στους «ακαθόριστους» καιρούς, το πείσμα και η ορμητικότητα της νεότητας υπαγορεύουν ρηξικέλευθα προτάγματα τα οποία δεν έχουν βρει ακόμα τον τρόπο να εκφραστούν αξιώνοντας την κοινωνική τους δεξίωση. «Η ασχημάτιστη ελληνική κοινωνία γυρεύει το ρυθμό της και την ισορροπία της μέσα σε πλαίσια ακαθόριστα. Ακόμα δεν έχουν ξεχωριστεί καλά καλά τα όρια ανάμεσα στην ομαλή κοινωνική και πολιτική ζωή και στην κλεφτουριά, τον εμφύλιο πόλεμο, το έγκλημα κοινού δικαίου. Αλλωστε τίποτα δεν είναι ακόμα ομαλό. Ο κόσμος αυτός βράζει όμως από νεανικές ορμές. Μέσα στον πρωτογονισμό του και τις φρικιαστικές κάποτε λεπτομέρειες της ζωής του, αισθανόμαστε έναν εφηβικό οργανισμό πηγαίο και απλό ώστε να καταντά για μας τους μεταγενέστερους σχεδόν αθώος». Πρόκειται, ίσως, για έναν τρόπο με τον οποίον ο Θεοτοκάς ταξιθετεί τα σκιρτήματα της ίδιας της δικής του «νεανικής ορμής», όπως το περαστικό γήτεμά του από το μαρξισμό αλλά και η κατοπινή θυμωμένη εμμονή του να τον ξορκίσει. Στο δοκίμιο του Θεοτοκά για τον Μακρυγιάννη είναι ορατά τα ίχνη από την ώς τότε πνευματική του πορεία, από τις επιρροές που δέχτηκε ή που πολέμησε.

Ας δούμε ένα απόσπασμα απ το δοκίμιο για τον Μακρυγιάννη. «Ο νέος Ρουμελιώτης, που εκφράζεται με τόσο σίγουρο τρόπο, ζει κιόλας μπροστά μας μια ζωή δυνατή και πλούσια. Δρασκελίζει τα βουνά, σεριανίζει πολιτείες, εμπορεύεται, συνωμοτεί, κρύβει όπλα, καταδιώκεται, συζητά με όλους και για όλα. Γυρνά την Ελλάδα με το μέτωπο ψηλά και με βλέμμα ερευνητικό και παθιασμένο. Είναι γεμάτος φιλοδοξία, τόλμη και όρεξη γι αγώνες, πρακτικός και μαζί φαντασιόπληκτος και ονειροπαρμένος. Αρματα και χρήματα ζητούσε από τον άγιο, ήξερε από τότε τι χρειάζεται για να γίνει ένα Κράτος, ωστόσο τα άρματα τα ήθελε ασημένια. [...] Ολα αυτά σημαίνουν ότι έφτασε, επί τέλους, το πλήρωμα του χρόνου, ότι το υπόδουλο έθνος σχημάτισε μέσα του έναν καινούριο ανθρώπινο τύπο, που έχει προορισμό να ελευθερώσει τη γη και την ψυχή της Ελλάδας». Τα αποτελέσματα της δράσης των ανθρώπων ανάγονται, αναδρομικά, σε αίτια που κινούν την Ιστορία. Για τον Θεοτοκά, ο Κάλβος, ο Ρήγας, ο Κοραής, ο Σολωμός και ο Μακρυγιάννης είναι εκφραστές του καινούριου ανθρώπινου τύπου που θα πραγματοποιήσει το Εικοσιένα. Η συγκρότηση και ο λόγος τους σηματοδοτούν «το πλήρωμα του χρόνου». Κι απ αυτούς όλους, ο Μακρυγιάννης είναι εκείνος που εκφράζει αυθεντικά τη βιωμένη ιστορία του πολέμου, τα γεγονότα στα οποία συμμετείχε «σωματικώς», όπως θα έλεγε ο Φωτάκος υπερασπιζόμενος κι εκείνος την «αλήθεια» της γραφής του. Τούτη την αλήθεια είναι που επισημαίνει ο Θεοτοκάς. Την αλήθεια του προσώπου και της γραφής του. «Αν είμαι τίμιος άνθρωπος, θέλω γράψει την αλήθεια». Ενα κριτήριο αξιοπιστίας που δεν μπορούν να το μετρήσουν τα εργαλεία της επιστήμης.

Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος αναλύει το δοκίμιο του Σεφέρη «Ενας Ελληνας - ο Μακρυγιάννης» (1943). Ο Γιαννουλόπουλος κατορθώνει να αναδείξει με αυστηρότητα τη ματιά, την τεχνική και τη στοχοθεσία της ανάγνωσης που προτείνει ο Σεφέρης, ιστορικοποιώντας την ανάγνωση του ποιητή και τα ιδεολογικά ερεθίσματα που διαμόρφωσαν τη ματιά του.

Ο Μακρυγιάννης αποτελεί μία από τις σταθερές και δεσπόζουσες αναφορές του Σεφέρη. «Από την εποχή που γράφτηκαν τα Ευαγγέλια, ή, αν θέλουμε, από την εποχή που σώπασαν οι τελευταίοι Αλεξανδρινοί τεχνίτες του λόγου», για είκοσι αιώνες, η νεκρή, αττικίζουσα, τεχνητή γλώσσα της ελληνικής γραμματείας δεν επέτρεψε τη μετάδοση των αισθημάτων του λαού. «Κι όμως, γράφει ο Σεφέρης, οι άνθρωποι των καιρών εκείνων είχαν αίμα που χτυπούσε στις φλέβες τους, είχανε χέρια για ν αγκαλιάσουν ή να σκοτώσουν. Αλλά τα αισθήματά τους είναι για πάντα χαμένα για μάς». Ακριβέστερα, τα αισθήματα αυτά τα φύλαξε η προφορική παράδοση και τους έδωσε ρυθμό στα τραγούδια του λαού. «Για πολλούς αιώνες ο μόνος ποιητής που έχει το γένος είναι ο ανώνυμος και αναλφάβητος λαός, και [...] ο μόνος πεζογράφος, που ξέρω εγώ τουλάχιστον, είναι πάλι ένας ταπεινός που μαθαίνει λίγα γράμματα στα τριάντα τόσα του χρόνια -ο Μακρυγιάννης. [...] Το πιο παράξενο είναι ότι αυτοί οι αγράμματοι συνεχίζουν πολύ πιο πιστά το αρχαίο ελληνικό πνεύμα από την απέραντη ρητορεία των καθαρολόγων».

Ο Γιαννουλόπουλος ανασύρει από τα κείμενα του Σεφέρη ρίζες που συγγενεύουν με τον Χέρντερ, τον Φίχτε και τον Χούμπολντ. Ετσι, «η φύση της γλώσσας», η «ατόφια ελληνική φωνή» βρίσκουν την αυθεντική τους έκφραση στα δημοτικά κείμενα «και θέλει ολοένα και μεγαλύτερη καλλιέργεια για να δεχτούμε τη διδαχή τους». Η φωνή του Μακρυγιάννη αποτελεί για τον Σεφέρη αδιάψευστο τεκμήριο της συνέχειας του Ελληνισμού, «αρχικά στη γλωσσική και κατ επέκταση στην πολιτική της διάσταση».

Η «φυσική» και «ζωντανή γλώσσα» του Μακρυγιάννη δεν μπορεί να μη λέει αλήθεια. Και, ταυτόχρονα, μιλώντας άδολα ο στρατηγός για το βίο του, ελευθερώνει ταυτόχρονα μία πηγή απ όπου, μέσα στη συνέχεια της γλώσσας, αναβλύζει ολόκληρο το ελληνικό παρελθόν που, έτσι κι αλλιώς, βρίσκεται φωλιασμένο βαθιά στο μεδούλι από τα κόκαλα του Νεοέλληνα. Στην άποψη αυτή του Σεφέρη ο Γιαννουλόπουλος εντοπίζει μια αντίληψη για την παράδοση που βρίσκεται στους αντίποδες του μοντερνισμού. Οι εμβληματικές εκφάνσεις της ελληνικότητας συνυπάρχουν ταυτόχρονα ως «ομοούσιες στιγμές μιας παράδοσης τόσο συνεκτικής, ώστε να επιτρέπει άλματα πάνω από "απέραντες χιλιετίες"». Η ελληνικότητα υπήρχε πάντα εκεί, αποτελεί γνήσιο εύρημα που πιστοποιεί τη συνέχεια και όχι κατασκευή που, με τα πιο παλιά έστω υλικά, ανασυνθέτει εικόνες του κόσμου.

Η αμετάβλητη αρχική ουσία των πραγμάτων δεν υπόκειται στην ιστορία αλλά εκδηλώνεται σ αυτήν. Ο λόγιος πολιτισμός και η «καθαρή γλώσσα» δημιουργούν μια παραμορφωτική διαμεσολάβηση που ακυρώνει αυτήν την ουσία στα αισθήματα των ανθρώπων. Γι αυτό και ο Μακρυγιάννης, γράφοντας άδολα, ελευθερώνει από τη γραφίδα αυτή τη ζωντανή και αναλλοίωτη ουσία. Η έκφρασή του, επειδή ακριβώς δεν ενδύθηκε τη λόγια γλώσσα, φέρνει στο φως «την αστείρευτη πηγή ζωής» που είναι ο ζωντανός λαϊκός πολιτισμός. Να, λοιπόν, ο δρόμος που τραβά ο Σεφέρης και ανακαλύπτει στο λόγο του Μακρυγιάννη, ζωντανή και απαράλλαχτη, την ίδια ουσία που εκφράζει και ο λόγος των αρχαίων. Ο Μακρυγιάννης μιλά τα λόγια του Αισχύλου και του Θουκυδίδη. Ετσι, η βαθιά ουσία που αναζητά ο Σεφέρης στις λέξεις και στα νοητικά σχήματα αναιρεί την ίδια την ιστορία. Σ αυτό καταλήγει ο Γιαννουλόπουλος. Με τα δικά του λόγια, «ο Σεφέρης μιλάει για μια ανακάλυψη, ενώ στην πραγματικότητα περιγράφει μια κατασκευή».

Το τέταρτο δοκίμιο του βιβλίου καταπιάνεται κριτικά με την ανάγνωση του Μακρυγιάννη από τον Ζήσιμο Λορεντζάτο. Οι εκδόσεις του Μακρυγιάννη, γράφει ο τελευταίος, επιστρέφουν «στον ελληνικό λαό ένα κειμήλιο όχι μοναχά δικό του, αλλά κατάδικό του, κάτι που του ανήκε πάντα -κι ας παράδερνε εδώ κι εκεί κάπου μισό αιώνα, σε χέρια απρόθυμα ή διστακτικά [...] -χωρίς υπερβολή σάρκα από τη σάρκα του και κόκαλο από τα κόκαλά του».

Η «επιστροφή» για την οποία γίνεται λόγος μάς οδηγεί στον πυρήνα της νεορθόδοξης ιδεοληψίας και η μεταφορά περί οστών και σάρκας του ελληνικού λαού συμπυκνώνει το ερμηνευτικό σχήμα του Λορεντζάτου. Ο λαός των Ελλήνων διαθέτει μια ιδιότυπη «σωματικότητα» η οποία υπερβαίνει τον ανθρώπινο χρόνο. Μια σωματικότητα που, προφανώς, υπόκειται στην τάξη του βασιλείου του Καίσαρα αλλά, ταυτόχρονα, που εκφράζει το αποτύπωμα μιας ανεξάντλητης και αμετάβλητης ελληνικής ψυχής. Οταν μιλάει ο Μακρυγιάννης, στα λόγια του αντιλαλούν οι φωνές των προγόνων, από τον Σωκράτη ώς τον Σολωμό. «Το πνεύμα του ανθρώπου ντύνεται τη γλώσσα του ανθρώπου», γράφει ο Λορεντζάτος, για να καταλήξει ότι η γλώσσα θεματοποιεί στο βασίλειο του Καίσαρα την άφθαρτη πνευματική ουσία του λαού.

Με τον τρόπο αυτόν φτιάχνεται ένα αυτοαναφερόμενο σύστημα νοημάτων στο οποίο ταυτίζονται το πνεύμα της γλώσσας και το πνεύμα του λαού που τη μιλάει. Και η γλώσσα γίνεται η ουσία του λαού. Το γλωσσικό αποτύπωμα του ανθρώπου γίνεται ο ίδιος ο άνθρωπος, εφόσον ο τελευταίος «διαθέτει πνευματικότητα και γλωσσικότητα», εφόσον, δηλαδή, ο άνθρωπος ανήκει στο λαό. «Ο λαός είναι κανένας», θα συμπληρώσει εδώ ο Λορεντζάτος. Και η φωνή του είναι φωνή Θεού.

Μ αυτόν τον τρόπο ο Λορεντζάτος ταξιθετεί το σύνολο της βιβλιογραφίας περί Μακρυγιάννη. Διαθέτοντας, όπως πιστεύει, ένα ακαταμάχητο κριτήριο που φωτίζει τι είναι αλήθεια στον κόσμο του Θεού, όχι απλή πραγματικότητα στον κόσμο του Καίσαρα. Εφόσον η επιστήμη σέβεται την Αλήθεια, τότε και μόνο μπορεί να πλουτίσει τις γνώσεις μας για το πραγματικό. Οπως το γράφει ο Λορεντζάτος, «δουλειά της επιστήμης είναι, στους χώρους όπου εκείνη έχει το πρόσταγμα, να μπαίνουν οι αλήθειες και να βγαίνουν οι ψευτιές. Ο Μακρυγιάννης δεν φοβάται την αλήθεια (όπως κάθε καθαρός άνθρωπος). Φτάνει να γίνεται η επιστημονική μελέτη εκεί όπου το θέμα σηκώνει επιστημονική μελέτη και, στον κάθε πάλι προσδιορισμένο χώρο, [...] εφ όσον η του πράγματος φύσις επιδέχεται. Τότε η επιστήμη θα λογιέται δουλειά πεπαιδευμένου».

Στα δοκίμια του Γιώργου Γιαννουλόπουλου εικονογραφείται συστηματικά και τεκμηριωμένα η γεμάτη αντιφάσεις και αντινομίες πρόθεση διαμόρφωσης του σκληρού πυρήνα της αστικής νεοελληνικής ιδεολογίας ώς τις μέρες μας. Οι συζητήσεις των διανοουμένων του Μεσοπολέμου εδράστηκαν στον «κοινό τόπο» μιας ελληνοκεντρικής ανάγνωσης του παρελθόντος, όπου αφομοιώθηκαν οι σταθερές της ρομαντικής παράδοσης.



ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 30/01/2004
Συγγραφέας:
Γιαννουλόπουλος, Γιώργος
Εκδότης:
Πόλις
Σελίδες:
313
ISBN:
9789604350162
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/10/2003

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!