Η Ελλάδα του Πάρι Πρέκα

Ελληνοαγγλική έκδοση
110952
Εκδόσεις: Τοπίο
Σελίδες:204
Επιμελητής:Δούντση, Αθηνά
Μεταφραστής:Cox, Geoffrey
Ημερομηνία Έκδοσης:01/10/2000
ISBN:9789607646385


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο

Περιγραφή


Εικαστικό λεύκωμα σχήματος 28Χ28 εκ., πανόδετο, εξ ολοκλήρου τετράχρωμο, τυπωμένο σε χαρτί τριών επιχρίσεων, με 140 ακουαρέλες του Πάρι Πρέκα. Κείμενα των: Χρύσανθου Χρήστου, Ακαδημαϊκού και καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Στέλιου Λυδάκη, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ιστορικού τέχνης και Κώστα Γεωργουσόπουλου, συγγραφέα-κριτικού θεάτρου. Φωτογράφιση: Β. Τσώνης









ΚΡΙΤΙΚΗ





Από τα απόμακρα νησιά του αρχιπελάγους ως τις μοναχικές Πρέσπες απλώνεται η ματιά του Πάρι Πρέκα. Στους 140 πίνακες του λευκώματός του ο ζωγράφος συλλαμβάνει τις μυστικές ανάσες των τόπων και ξαναδίνει σ αυτούς την πρότερη παρθενική ομορφιά τους.



Η Ελλάδα του Πάρι Πρέκα θα μπορούσε να θεωρηθεί καταγγελία για τη ραγδαία καταστροφή του τοπίου, τη ρύπανση της θάλασσας και των πανέμορφων ελληνικών πόλεων, των παραδοσιακών μορφών της αρχιτεκτονικής και της πηγαίας καλαισθησίας με την οποία ήξερε άλλοτε ο εμπειρικός τεχνίτης να τοποθετεί ένα κτίσμα στον χώρο ­ κάτι που αγνοεί ο σημερινός πτυχιούχος, αυτός που γέμισε εξαμβλώματα από μπετόν τις εξοχές και τις πόλεις.

Το θαυμάσιο αυτό λεύκωμα παρουσιάζει ωστόσο μιαν Ελλάδα που συμφιλιώνει με την πραγματική. Όχι γιατί είναι ωραιοποιημένη η χώρα που εμφανίζεται στις μεγάλες καλοτυπωμένες σελίδες του. Αλλά γιατί η αγάπη του καλλιτέχνη γι αυτόν τον τόπο έχει επουλώσει τις πληγές του και έχει εξαφανίσει τις καταστροφικές επεμβάσεις. Η φύση παρουσιάζεται έρημη, «μόνη στον ήλιο». Στο χαρτί αποτυπώνεται, μαζί με τη φευγαλέα πινελιά, και η συγκίνηση της ματιάς. Διακρίνονται οι ώρες που ταξιδεύουν στο τοπίο, υπενθυμίζοντάς μας πως «όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή».

Οι ακουαρέλες, κομμάτι ιδιαίτερο, σημαντικό, αλλά και κάπως ιδιωτικό της δουλειάς του Πάρι Πρέκα, αποτελούν, με την εξαιρετική τους ζωγραφική ποιότητα και τη μαγευτική διαφάνεια, συστηματική καταγραφή γνωστών και άγνωστων ελληνικών περιοχών, πολλές από τις οποίες έχουν αλλάξει πρόσωπο. Ο ζωγράφος, στα 40 χρόνια δουλειάς και περιηγήσεών του, που έκαναν τον Κώστα Γεωργουσόπουλο να τον χαρακτηρίσει «Παυσανία με τον χρωστήρα» (κάποτε είχε χαρακτηρίσει, εξίσου προσφυώς, τον άνθρωπο και τον φίλο Πρέκα, που μας άφησε τόσο ξαφνικά, «τρυφερό είρωνα»), έχει απεικονίσει τον τόπο από τα μακρινά αιγαιοπελαγίτικα νησιά ως τις ακραίες και μοναχικές Πρέσπες και τον υδάτινο κόσμο τους. Οικισμούς που τους φρουρούν ακόμη αγέρωχα μεσαιωνικά ερείπια, γιαλούς με αρμυρίκια και ολόχρυσα τοπία παραδομένα στη λαύρα του κατακαλόκαιρου. Στο Καστελόριζο ζωγραφίζει το ξημέρωμα καθώς προσπαθεί ν αποδιώξει τους ίσκιους της νύχτας από τον βράχο. Στην Κεφαλλονιά, ένα βουνό βιολετί. Στην πατρίδα του, τη Σαντορίνη, προβάλλει τους γαλάζιους όγκους των τρούλων, τις φοινικιές που γνέφουν απελπισμένες στο μελτέμι και τα χαμόσπιτα τα πλασμένα από λάσπη. Ζωγραφίζει την τραγική όψη μιας απόκρημνης πλαγιάς όπου ο άνθρωπος φύτεψε με μόχθο αμπέλι και χωράφι με ανταμοιβή μια χούφτα γλυκιά φάβα και λίγο αψύ κρασί.

Πολλά έργα του Πρέκα είναι λεπταίσθητες μελέτες του φωτός πάνω σ αυτόν τον βράχο που τον έχει κόψει κάθετα καταστροφική ρομφαία αποκαλύπτοντας στα πετρώματα τις διαστρωματώσεις των αιώνων. Από τους πίνακές του δεν λείπουν βέβαια ο χαρούμενος γιαλός και το πλοίο που γλιστράει αθόρυβα στη θάλασσα την ώρα που χαράζει η μέρα. Ούτε τα Φηρά με τα κάτασπρα σπίτια τους στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, που στεφανώνουν τον γκρεμνό, κατά την έκφρασή του, «σαν δροσερός ίσκιος».

Μόνο ένας ζωγράφος με αιγαιοπελαγίτικες καταβολές μπορεί να αντιληφθεί διάφανο και λευκό τον ίσκιο· δροσιά ευεργετική τον κατάλευκο οικισμό που έφτιαξαν η επιμονή και η αισιοδοξία του ανθρώπου σε έναν τόπο που έχει για χώμα σποδό: στάχτη του ηφαιστείου και ελαφρόπετρα. Ο Πρέκας ήταν άνθρωπος της θάλασσας. Τα λιμάνια, τ ακρογιάλια και τα φορτηγά πλοία με τους τεράστιους δραματικούς όγκους είναι θέματα που επανέρχονται στη ζωγραφική του. Ηταν και άνθρωπος του στοχασμού όμως. Διεισδυτικός μελετητής της Ιστορίας. Λάτρης του αρχαίου κόσμου. Γνώστης της μαστορικής που χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία των αριστουργημάτων της αρχαίας τέχνης αλλά και των ταπεινών αντικειμένων καθημερινής χρήσης που αποκαλύπτουν μια ανώτερη ποιότητα ζωής. Αυτές οι εμπειρίες έχουν διαποτίσει την τέχνη του. Της έχουν προσδώσει μια ποιότητα πνευματική. Αυτός ο κόσμος, ο αρχαίος, με τις αιώνιες αξίες του αισθάνεται κανείς ότι ελέγχει τη ζωγραφική του ακόμη και όταν οι επιρροές από τα σύγχρονα καλλιτεχνικά κινήματα κυριαρχούν σε πρώτο πλάνο. Το παραδεχόταν και ο ίδιος: «Το πάθος μου για την Ιστορία είναι εντελώς συμπτωματικό. Παρά ταύτα, κάποιες στιγμές ήρθε να συνεργαστεί με την εικαστική μου πορεία...».

Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές εκδόσεις τέχνης έχουν σημειώσει εξαιρετική πρόοδο. Εκείνο που εντυπωσιάζει σε αυτόν τον πολυτελή τόμο πάντως δεν είναι τα σελιδοποιητικά εφέ και η προβολή ορισμένων δεξιοτεχνικών λεπτομερειών του έργου, αλλά η μεγιστοποίηση ακριβείας που έχει επιτευχθεί στη φωτογραφική κυρίως αναπαραγωγή των ευαίσθητων και κάπως μυστικών αυτών έργων. Είναι αυτή που επιτρέπει στον θεατή να παρακολουθήσει όχι μόνο τη ματιά και τη χειρονομία του ζωγράφου, αλλά και τη σχεδόν ηδονική ανταπόκριση του χαρτιού στην επαφή του με το ρευστό χρώμα... Αυτό, πιστεύω ότι, πέρα από τα θαυμάσια τοπία και τα εμπεριστατωμένα κείμενα που περιλαμβάνει το λεύκωμα, θα αποτελέσει απόλαυση για όποιον φιλότεχνο το φυλλομετρήσει και μέγιστο μάθημα για όποιον νέο ζωγράφο το μελετήσει.



Μαρία Καραβία

ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-11-2000






ΚΡΙΤΙΚΗ



«Διόλου δεν ισχύει πως τάχα η Τέχνη μιμείται τη Φύση! Ενίοτε και το αντίθετο συμβαίνει: Η Φύση μιμείται την Τέχνη», έλεγε κάποτε ο νοσηρά οξύνους και παραδοξολόγος εκείνος Ουάιλντ, αμφισβητώντας το πασίγνωστο δόγμα της Αισθητικής. Και το τεκμηρίωνε μάλιστα: «Αναλογιστείτε λ.χ. τα περίφημα μενεξεδένια απογέματα του Λονδίνου. Από τότε που τα ζωγράφισε έτσι ο Μονέ, όλα τα λονδρέζικα απογέματα μιμούνται τους πίνακές του»!..

Κι αλήθεια είναι πως ο εμπνευσμένος καλλιτέχνης καταφέρνει να υποτάξει -αν όχι τη Φύση- τα μάτια πάντως των ανθρώπων, ώστε να βλέπουν πια μέσα απ τη δική του οπτική. Ποιος άραγε έχει δει τα ολοκόκκινα της φωτιάς, ή τα συντριπτικά ολόμαυρα του θανάτου, τάνκερ του Πάρι Πρέκα, κι όταν αντικρίζει τις πραγματικές σιδερένιες φιγούρες τους στη θάλασσα, δε λέει: «Να, ένα καράβι του Πρέκα!». Πόσα σκαριά φύτεψε ο άνθρωπος αυτός στις ψυχές μας, ούτ ο ίδιος, ασφαλώς, δε θα το χε συνειδητοποιήσει...

Είχα την τύχη να τον γνωρίσω και την ατυχία να γνωριστούμε τόσο αργά... Ενα ανιαρό απομεσήμερο εορταστικής αργίας του 1999, ανεβασμένος στο Αιγάλεω χάζευα από ψηλά τα δεμένα αρόδο καράβια που αργοσάπιζαν στον ασημένιο όρμο της Σαλαμίνας, και λίγες μέρες αργότερα μου άνοιγε, με γελαστό πρόσωπο, την πόρτα του εργαστηρίου του στην Κλεομένους. Μια ημιυπόγεια σπηλιά του Αλή-Μπαμπά που βλεπε πίσω σε κήπο, γεμάτη δεκάδες όρθια τελάρα στον έναν τοίχο, με κολοσσιαίες πλώρες απειλητικές να πλέουν καταπάνω σου, και γύρω, με απίστευτη για καλλιτέχνη τάξη: μακέτες σε ξύλο, σε χαρτόνι, έναν ρεαλιστικότατο γεράκο βαρυφορτωμένο με χοντρό παλτό θυμάμαι, ένα εξαίσιο αρχαιοελληνικό ταυράκι σε άσπρο μάρμαρο, έν άλογο ημιτελές για επιτύμβιο κάποιας φίλης, σχέδια, καβαλέτα, μπογιές, μια γάτα παρδαλή -αληθινή αυτή!- να μπαινοβγαίνει ελεύθερη, κι ογκώδεις φάκελοι με δεκάδες υδατογραφίες.

Το ραντεβού, στενεμένο μες στο ωράριο του πρωινού, με δίωρο μόνο πληρωμένο στο διπλανό γκαράζ, και χιλιάδες δουλειές να περιμένουν... Αυτός: ήρεμος, προσιτός όσο λίγοι, γλυκομίλητος, σεμνός. Για πότε κύλησε ο χρόνος, για πότε καταλύθηκε το πρόγραμμα και πέρασαν τέσσερις ώρες απνευστί, δίπλα σ έναν άνθρωπο που χε το σπάνιο χάρισμα να μιλάει ουσιαστικά και το ακόμα σπανιότερο ν ακούει!.. Γιατί, τι άλλο από κοινή αναζήτηση είναι τάχα η συζήτηση, απ τον καιρό του Σωκράτη;..

Κι από κεί ακριβώς αρχίσαμε: Απ την ανυπόκριτη αγάπη του για τους αρχαίους, την κλασική τέχνη, και το θαυμασμό του για τα μπρούντζινα αγάλματα του Ριάτσε ή για τα γλυπτά του Παρθενώνα. Περάσαμε ύστερα στους αναγεννησιακούς, όπου μας φώτισε με τρόπο μοναδικό τις τοιχογραφίες της Καπέλα Σιξτίνα, επισημαίνοντας τις δυσαναλογίες των μορφών στις διάφορες σκηνές, που προδίδουν την αλλαγή των σχεδίων του μεγάλου καλλιτέχνη, κ εξηγώντας μας την τμηματική εκτέλεση του έργου πάνω στο νωπό κονίαμα, που απαιτεί ζωγράφισμα εντός περιορισμένου χρόνου, χωρίς περιθώρια διόρθωσης... Ηρθε η κουβέντα στον Τσελίνι και στο χύσιμο του Περσέα του, κ εκείνος περιέγραφε τα χυτήρια που ξερε, κάπου στον Πειραιά, σκοτεινά, μαυρισμένα απ τις φωτιές και τα λιωμένα μέταλλα, και φτάσαμε στον Ντε Κίρικο, στα σημερινά κυκλώματα της τέχνης και τους κάθε λογής καταφερτζήδες, που αντιποιούνται τ όνομά της...

Κάποτε ήρθαμε και στα δικά του έργα. Μίλησε για τ αγαπημένα του τάνκερ και για τις ιδέες με τις οποίες είχε επενδύσει τις δημιουργίες του. Γιατί ο Πρέκας δε ζωγράφιζε ποτέ στην απλή περιγραφή. Το ανθρώπινο στοιχείο, ακόμα κι όταν απουσιάζει στους πίνακές του, υπάρχει πάντοτε ως έννοια. Τα μαύρα και κόκκινα καράβια του, ειν ο τόπος του μόχθου και του μαρτυρίου για τους χιλιάδες εργάτες της θάλασσας. Κι ο καταθλιπτικός τους όγκος, με γνώμονα τον άνθρωπο πάλι μετριέται. Το λεγε ζωντανά, όπως το πρωτόνιωσε, όταν σχεδιάζοντας μια φορά και τραβώντας τις πρώτες γραμμές για τις αναλογίες, ένα στίγμα ξάφνου φάνηκε πάνω στο καράβι. Κι όταν καθάρισε το φακό του ματιού του, διέκρινε πως η μικρή αυτή -μικρότερη και από κεφαλή καρφίτσας- κουκκίδα, δεν ήταν παρά άνθρωπος που δούλευε... Μόνο έτσι βγαίνουν οι σωστές αναλογίες!

Από τα ποντοπόρα και τα ταξίδια φτάσαμε στις περιηγήσεις του ανά την Ελλάδα, και στις υδατογραφίες του, που τότε βρίσκονταν ακόμα σε φακέλους στοργικά φυλαγμένες. Απλώθηκαν μπρος μας κρυστάλλινα χρώματα, πυρωμένα απομεσήμερα σε νησιά, αιμάτινες δύσεις, παγωμένες ομίχλες των βουνών, βαθυγάλαζοι όρμοι... Χίλιοι τόποι, τέσσερις εποχές κ εκαντοντάδες μοναδικές στιγμές. Ενα πανόραμα της Ελλάδας, που εξακολουθεί όχι μόνο να πληγώνει όπου ταξιδέψεις, αλλά και να συγκινεί και να εμπνέει... Σκηνές με το ανθρώπινο στοιχείο πανταχού παρόν. Σχεδόν ποτέ ως αυτούσια παρουσία, αλλ ως ιστορία, ως αποτέλεσμα της δραστηριότητάς του, ως πέρασμά του πάνω στη γη, είτε είναι σπίτια ή βάρκες, ερείπιο αρχαίο ή εκκλησία. Τώρα, συνειδητοποιώ πόσο βαθύτατα ανθρωπιστής υπήρξε ο Πρέκας στο έργο του...

Θυμάμαι και τα σχόλιά του, όσο φυλλομετρούσε τις ακουαρέλες του, που τις θεωρούσε «προσπάθειες να συγκρατηθή η πρώτη εντύπωση, ή μια ιδέα που φοβάσαι μη χαθή. Γι αυτό κ είναι γρήγορες, νευρικές, ατελείωτες... Το πινέλο περνάει γοργά, μια και μοναδική φορά, χωρίς επανάληψη, χωρίς άσπρο χρώμα, αφού το άσπρο το προσφέρει το χαρτί, λόγω της διαφάνειας του χρώματος»... Κι έλεγε πως όταν «μια ευτυχής στιγμή βγάλει μια καλήν ακουαρέλλα, ένα αίσθημα ζήλειας τον διακατείχε, γιατί ήξερε πολύ καλά πως όμοια δεν πρόκειται να την ξαναπετύχαινε»! Λέξεις που τότε τις άκουγα, και τώρα τις βλέπω τυπωμένες δίπλα στις ίδιες υδατογραφίες, που ναι θησαυρισμένες πια στο λεύκωμα «Η Ελλάδα του Πάρι Πρέκα».

Εξαίσια τυπωμένες, με την προσωπική φροντίδα της ακούραστης Μερόπης Πρέκα, δεν θα μπορέσουν ωστόσο ποτέ ν αποδώσουν τα πρωτότυπα χρώματα της αυθεντικής πινελιάς του ζωγράφου. Κοντά στο τέλειο. Μα τέλειο παρά κάτι! Αυτή είναι ίσως κ η μοίρα της υδατογραφίας, όσο κι αν, μπρος και στις αναπαραγωγές αυτές ακόμα, νιώθεις ανατριχίλα με τα σκοτεινά μπλε νερά των Πρεσπών, σε φλογίζει το σκούρο καφέ του βράχου της Οίας, ή ανοίγεις διάπλατα τα μάτια να διακρίνεις αχνές σκιές στην ομίχλη μέσα του Μετσόβου, καθώς μοναδικά έτσι το χει ζωγραφισμένο ο Πάρις Πρέκας.

Διακρίνω ως και μια πινελιά, σαν ξεθώριασμα, στον ουρανό του λιμανιού της Ιθάκης, για την οποία τον είχα ρωτήσει -ίσως μ αφέλεια- αν ήταν ηθελημένη, ή μήπως το νερό του χε στάξει παραπάνω, κ εκείνος μούπε πως τούτο ακριβώς το ακούμπημα με νερωμένο πινέλο στο έτοιμο πια έργο, το τοπικό ξενέρωμα των χρωμάτων, το χε σαν προσωπικό άγγιγμα, σαν σημάδι, ή σαν υπογραφή, πάνω στην τέχνη του νερού, καθώς εύστοχα χαρακτήριζε την ακουαρέλα...

Ξεφυλλίζοντάς τις κοντά 200 εικόνες τοπίων ιδωμένων μεσ απ τα μάτια ενός τόσο άξιου τεχνίτη συλλαμβάνεις πόσο περισσότερο μας λείπει σήμερα. Αρχή-αρχή του τόμου, υπάρχουν τα λόγια του: «Θέλω να κρατήσω ό,τι απομένει απ την Ελλάδα, ό,τι προλάβω απ την καταστροφή να σώσω. Να της κάνω το πορτραίτο». Αυτό ήθελε, και το πέτυχε. Την αποτύπωσε με ομορφιά απαράμιλλη -ίσως μάλιστα την κολάκεψε κιόλας!.. Μένει τώρα στην Ελλάδα ν αρχίσει να μιμείται την Τέχνη του - ή μένει επιτέλους σε μας, ν ανακαλύψουμε την ομορφιά και τη δύναμη κάθε τοπίου, όπως εκείνος ανεπανάληπτα μας τα προχάραξε!



ΣΤΑΝΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 25/05/2001

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!