Τέσσερα κουαρτέτα (Δίγλωσσο) cd

Έκπτωση
40%
Τιμή Εκδότη: 14.00
8.40
Τιμή Πρωτοπορίας
+
357818
Συγγραφέας: Έλιοτ, Τόμας Στερνς
Εκδόσεις: Πατάκης
Σελίδες:170
Μεταφραστής:Βλαβιανός, Χάρης
Ημερομηνία Έκδοσης:17/04/2012
ISBN:9789601645711
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Περιορισμένη διαθεσιμότητα
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Περιγραφή

Το μείζον ποιητικό επίτευγμα του Έλιοτ μετά την έκδοση των έργων του "The Waste Land" (1922) και "Ash-Wednesday" (1930) ήταν το "Burnt Norton", που δημοσιεύτηκε το 1935 και αρχικά θεωρήθηκε αυτόνομο έργο, αλλά στη διάρκεια του πολέμου αποτέλεσε το πρώτο μέρος της σύνθεσης που αργότερα έγινε γνωστή ως "Τέσσερα Κουαρτέτα". Αυτή η εκπληκτική αλληλουχία -"Burnt Norton" (1936), "East Coker" (1940), "The Dry Salvages" (1941) και "Little Gidding" (1942)- θεωρείται το αριστούργημά του, ο ίδιος μάλιστα αναγνώριζε στο "Little Gidding" το σημαντικότερο ποίημά του. Ενώ τα προηγούμενα ποιήματά του επικεντρώνονταν στο απομονωμένο άτομο, τα "Τέσσερα Κουαρτέτα" εστιάζουν στην απομονωμένη στιγμή, στο θραύσμα του χρόνου που παίρνει αλλά και προσδίδει το νόημά του σε ένα σχήμα - ένα σχήμα που βρίσκεται εντός χρόνου μεταβαλλόμενο αδιάκοπα, ώσπου η υπέρτατη στιγμή του θανάτου να το ολοκληρώσει, ταυτόχρονα όμως βρίσκεται εκτός χρόνου.

Το άτομο, που βιώνει μονάχα αποσπασματικά τη ζωή, δεν μπορεί ποτέ να συλλάβει το σχήμα αυτό στο σύνολο του, όμως υπάρχουν στιγμές που το βιώνει ολόκληρο, έστω και σε μικρογραφία. Είναι οι άχρονες στιγμές εκείνες ακριβώς που παρέχουν στον Έλιοτ το μέσο για να κυριαρχήσει στον χρόνο - στιγμές αιφνίδιας έκλαμψης, εντός και εκτός χρόνου, τις οποίες ο Ελιοτ συνδέει με την ενσαρκωμένη Λέξη και με τη λέξη που μεταμορφώνεται σε τέχνη, την ποίηση. Είναι μια λέξη, μια γλώσσα, που τείνει προς τη μουσική, αναζητώντας στις μουσικές δομές τον τρόπο να εκφράσει καλύτερα τις εναλλαγές της διάθεσης, τις μεταπτώσεις του ρυθμού, τις γόνιμες παραλλαγές του θεματικού υλικού. Τόσο η ιδέα όσο και η μορφή απορρέουν εντέλει από το "νέο σχέδιο" του Έλιοτ, τη χριστιανική θρησκεία· και το αριστούργημα του δεν είναι παρά μια θεοδικία, η δικαίωση του Θεού στα μάτια του ανθρώπου.

Κριτικές

Επίπονος μεταφραστικός μόχθος

Ο Χάρης Βλαβιανός προσεγγίζει τα «Τέσσερα Κουαρτέτα» του Τ.Σ. Ελιοτ

ΠΟΙΗΣΗ. Κάθε νέα μετάφραση ενός λογοτεχνικού αριστουργήματος -από τα μετρημένα και δαχτυλοδειχτούμενα της παγκόσμιας γραμματείας- συνιστά από μόνη της αξιοσημείωτο γεγονός. Διότι ενδεχόμενη αριστουργηματική μετάφρασή του μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο το αντιλαμβανόμαστε.

Για να αναμετρηθείς με κάποια από τις κορυφές του κανόνα σημαίνει είτε ότι συγκλονίστηκες από την τεράστια και ανεξάντλητη φήμη ενός έργου που ανήκει στην αιωνιότητα, είτε από την καταλυτική επίδραση που έχει το ίδιο το έργο στη ζωή σου. Στη νέα μετάφραση του ποιήματος του Τ.Σ. Ελιοτ, «Τέσσερα Κουαρτέτα» από τον ποιητή Χάρη Βλαβιανό (εκδ. Πατάκη) ο τόνος δίνεται από την αρχή (στο δελτίο Τύπου): «Πιστεύοντας κι εγώ, όπως ο Τ.Σ. Ελιοτ ότι η κουλτούρα είναι πιο πιστός διερμηνέας της πραγματικότητας, ευελπιστώ ότι αυτή η μετάφραση θα βοηθούσε να εμβαθύνουμε στην ιστορία και στην ανθρώπινη κατάσταση εν γένει».

Ο χώρος (και η ανεπάρκειά του γράφοντος) δεν επιτρέπει ουσιαστική ανάλυση της μετάφρασης, αλλά μόνο μερικές γενικές παρατηρήσεις.

Ο Βλαβιανός επέλεξε την κατά λέξη μετάφραση του εν πολλοίς σκοτεινού, αλλά επ’ ουδενί απρόσιτου, αυτού ποιήματος (σταθμό του λογοτεχνικού μοντερνισμού) μεταφέροντας ακόμα και τα κόμματα του πρωτοτύπου στο μετάφρασμα.

Το αποτέλεσμα μοιάζει περισσότερο με προσχέδιο και λιγότερο με ολοκληρωμένη μετάφραση. Η εξαιρετικά απαιτητική αυτή εργασία στην οποία αφιέρωσε πάνω μια εικοσαετία επίπονου μόχθου, μοιάζει λεκτικά ορθή, (και λέω μοιάζει, διότι η ρευστότητα της αγγλικής γλώσσας καθιστά πολλές φορές οιονεί ανεπίλυτο πρόβλημα την επιλογή μεταξύ των εναλλακτικών δόκιμων σημασιών) αλλά ποιητικά φτωχή. Ο μη αγγλόφωνος αναγνώστης δεν θα μπορέσει να γευτεί το γλωσσικό μεγαλείο και την ιερότητα του ύφους των «Κουαρτέτων» - του τελευταίου ποιήματος της Δυτικής γραμματείας που διατηρεί ζωντανό μέσα του τον βιβλικό απόηχο της μεγαλειώδους δαντικής ποίησης. Οι μεγάλες μεταφράσεις, με παράδειγμα αναφοράς στη γλώσσα μας την απόδοση από τον Καρυωτάκη του ποιήματος του Κορμπιέρ, δεν ακολουθούν κατά πόδας, αντιγράφοντας κατά λέξη, αλλά γονιμοποιούν το πρωτότυπο προσαρμόζοντάς το, στη νέα γλώσσα. Γιατί όπως επισημαίνει ο κριτικός λογοτεχνίας Ζήσιμος Λορεντζάτος, η μετάφραση είναι το γύρισμα μιας γλώσσας σε μια άλλη γλώσσα η οποία σηματοδοτεί το πέρασμα από έναν κόσμο (και μια αντίληψη του κόσμου) σε έναν άλλο. Στην προκειμένη περίπτωση ο μεταφραστής μοιάζει να μην έχει καμία εξοικείωση με τον κόσμο στον οποίο αναφέρεται και από τον οποίο εμπνέεται το έργο: τον κόσμο της χριστιανικής θεολογίας. Αυτή η απύθμενη γνώση (των αγγλικών μεταφράσεων της Βίβλου και των κειμένων της χριστιανικής γραμματείας που ενέπνευσαν τον Ελιοτ, όπως π.χ. το έργο του Ιωάννη του Σταυρού) είναι που σταμάτησε τον Σεφέρη στη μετάφραση των «Κουαρτέτων». Ο Ελληνας μεταφραστής πρέπει να αναγνωρίζει τη θεολογική καταγωγή της γλώσσας του Ελιοτ και να μεταφράζει π.χ. «ένσαρκος» ή «άσαρκος» κι όχι «σάρκα» ή «μη σάρκα». Για τον Ελληνα όμως αναγνώστη που ξέρει αγγλικά η κυριολεκτική μετάφραση του Βλαβιανού με τα εμπεριστατωμένα σχόλια που κορφολόγησε από μια όχι ευκαταφρόνητη βιβλιογραφία, αποτελεί πολύτιμο εφόδιο για την παρακολούθηση του πρωτοτύπου.

Οι δυσκολίες

Οι δυσκολίες του εγχειρήματος που επιχείρησε να φέρει σε πέρας ο Βλαβιανός είναι ορατές τόσο στο δοκίμιο του Ντέιβιντ Μούντι, το οποίο παράχωσε τεχνηέντως μέσα στον δικό του πρόλογο, όσο και στα σχόλια των Αγγλων ερμηνευτών που επέλεξε για να φωτίσει ένα κείμενο που ο Ελιοτ εξέδωσε «γυμνό» χωρίς καθόλου επεξηγήσεις. Ο Μούντι προσπαθεί να φορέσει ένα στενό ερμηνευτικό κουστούμι στα «Κουαρτέτα» που πληγώνει την ποίησή τους. Τα ερμηνευτικά σχόλια παρότι φωτίζουν στον αδαή κάποιους γενικούς άξονες του ποιήματος, χαρακτηρίζονται από ακαδημαϊκή στρυφνότητα και την κοσμική στεγνότητα ενός αποϊεροποιημένου κόσμου. Μοιάζουν να αντιμετωπίζουν το έργο ως κείμενο, παράγωγο άλλων κειμένων ή αποτέλεσμα «διακειμενικότητας» χάνοντας την ποιητική διάσταση του Ποιήματος, και εν προκειμένω τη μεταφυσική διάσταση του ιερού. Εν κατακλείδι, θα άξιζε να αντιπαραβάλει κανείς τη νέα μετάφραση με την εξαίσια του Αντώνη Δεκαβάλλα (1953) που επανεκδόθηκε από τον «Καστανιώτη» το 1993.

Η Καθημερινή, 5/5/2012
Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!