Ευριπίδου Βάκχαι

Κριτική και ερμηνευτική έκδοση E.R. DODDS
Έκπτωση
20%
Τιμή Εκδότη: 28.62
22.90
Τιμή Πρωτοπορίας
+
225055
Συγγραφέας: Dodds, Eric Robertson
Εκδόσεις: Καρδαμίτσα
Σελίδες:372
Ημερομηνία Έκδοσης:1/1/2004
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Χρησιμοποιώντας πλήρως τις μεγάλες κατακτήσεις του δεύτερου μισού του αιώνα στην συγκριτική μελέτη της θρησκείας ο Dodds μας χάρισε μια συγκροτηένη και πειστική αναπαράσταση του Διονυσιακού παρασκηνίου -και βεβαίως του προσκηνίου- των Βακχών, επεξηγώντας το έργο με πολλά διδακτικά και σύγχρονα παράλληλα... Εξ ίσου διδακτική και γόνιμη είναι η οξυδερκής ανάλυση των δραματικών στοιχείων του έργου, των χαρακτήρων του, των σκηνών, των συγκρούσεων, των πράξεων, των λόγων... αυτή η έκδοση υπερέχει κατά πολύ των προηγουμένων σε ζωντάνια, κατανόηση και εμβέλεια.

W.B. Stanford, Hermathena







ΚΡΙΤΙΚΗ



Το 1944, μετά τον πόλεμο, ο Ιρλανδός ελληνιστής Eric Robertson Dodds, μαθητής του Gilbert Murray και καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στην Οξφόρδη, παρουσιάζει μια εκτενώς σχολιασμένη έκδοση των Βακχών του Ευριπίδη. Εκτός από τον εξαντλητικό υπομνηματισμό, η έκδοση συνοδεύεται από μια βαρυσήμαντη Εισαγωγή του ίδιου, που επρόκειτο να αλλάξει οριστικά την προοπτική υπό την οποία διαβάζουμε αυτό το αινιγματικό δράμα: επρόκειτο να αλλάξει ουσιαστικά την κατανόησή μας για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό μέσ από τη ριζική επαναξιολόγηση της διονυσιακής λατρείας. Το έργο γνώρισε δικαιολογημένη δημοτικότητα και πολλές επανεκδόσεις, και έγινε το πρόπλασμα για το μεταγενέστερο μεγάλο θεωρητικό έργο του Dodds, Οι Ελληνες και το ανορθολογικό [στοιχείο]1 (1951), όπου επανευρίσκονται αναπτυγμένες οι ίδιες μερικές φορές διατυπώσεις της παραπάνω Εισαγωγής.

Για τους λόγους αυτούς είναι προφανής η αξία της μετάφρασης του έργου από τις εκδόσεις «Καρδαμίτσα», και οφείλεται έπαινος σε όλους τους συντελεστές της έκδοσης για την άψογη και ενήμερη παρουσίασή του στα ελληνικά. Ο σκοπός αυτού του σημειώματος δεν είναι ωστόσο φιλολογικός· θα ήθελα μάλλον να αποτιμήσω από θρησκειο-ιστορική άποψη την εισφορά του E.R. Dodds και να προχωρήσω σε ορισμένες περαιτέρω σκέψεις, τις οποίες επιτρέπει το ερμηνευτικό του εγχείρημα.

Το εγχείρημα αυτό έχει βεβαίως προγόνους. Ανέφερα ήδη παραπάνω τον Gilbert Murray, ο οποίος έχει επικρατήσει να συγκαταλέγεται, με την Jane Ellen Harrison και τον Francis MacDonald Cornford, στους λεγόμενους «τελετουργιστές του Κέμπριτζ»: είναι αυτοί που ανανέωσαν κατά τη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του εικοστού αιώνα τις ελληνικές σπουδές εισάγοντας μεθόδους από την Κοινωνική Ανθρωπολογία και την Κοινωνιολογία της Θρησκείας. Ειδικότερα έδειξαν την προτεραιότητα του τελετουργικού, που είναι το «άγριο» και αρχαϊκό στοιχείο της θρησκείας, έναντι του μύθου, ο οποίος υπόκειται ευκολότερα σε ορθολογικές αναπροσαρμογές και αναδρομικές ερμηνείες -κάτι που έχει τεράστιες συνέπειες για την κατανόηση ενός πολιτισμού και για να μελετηθεί δεν αρκούν οι κειμενικές μέθοδοι των κλασικών φιλολόγων. Ουσιαστικά απέσπασαν τη μελέτη της ελληνικής αρχαιότητας από την αρπάγη των κλασικιστών που ήθελαν να βλέπουν σε αυτήν έναν ευπρεπή πρόγονο της δικής τους «διαφωτιστικής» ιστορίας και παιδείας, και άνοιξαν ρωγμές για ν αρχίσουμε να αντικρίζουμε τον ελληνικό κόσμο από τη σκοπιά τής μη αναγώγιμης ετερότητάς του, σαν έναν κόσμο ξένο στο σύγχρονο ευρωπαϊκό πνεύμα.

Από εδώ ουσιαστικά ξεκινάει και η ανακατασκευή του E.R. Dodds. Εξοπλισμένος με εργαλεία πιο σύγχρονα από τις αβασάνιστες γενικεύσεις των πρώτων ανθρωπολόγων (του Tylor, του Robertson Smith ή του Frazer), όπως η αναπτυσσόμενη εθνοψυχιατρική, η πολιτισμική ανθρωπολογία των μαθητριών του Boas στην Αμερική, αλλά προπαντός η ψυχανάλυση και οι νέες της έννοιες, θα αντικρίσει τη διονυσιακή λατρεία σε ένα πολύ ευρύτερο ανθρωπολογικό πλαίσιο επισημαίνοντας δομικές θρησκειο-ιστορικές αντιστοιχίες: στο πρώτο μέρος της Εισαγωγής του, αφιερωμένο στη διευκρίνηση του χαρακτήρα της διονυσιακής λατρείας, θα διαλύσει το ύστερο αθηναϊκό στερεότυπο του Διονύσου ως θεού της αμπέλου και θα δείξει ότι στην πραγματικότητα αφορά μια πολύ πρώιμη λατρεία των στοιχειακών φυσικών δυνάμεων, των παλιρροϊκών ρευμάτων της ζωής σε όλες τους τις εκδηλώσεις και της οργιαστικής παραφοράς που διακόπτει τη ρυθμισμένη κοινωνική ζωή για να επανεπικυρώσει τον ανθρώπινο δεσμό με το δημιουργικό χάος της φύσης. Επισημαίνει συγγένειες με εκστατικά-καταληπτικά φαινόμενα σε ορισμένα δερβίσικα τάγματα της Εγγύς Ανατολής, στους Εβραίους Χασιδίμ της Ανατολικής Ευρώπης, σε ποικίλες μορφές σαμανισμού, στη νοτιοϊταλική ταραντέλα και στις συλλογικές χορευτικές μανίες της Αναγέννησης σε πολλές ευρωπαϊκές περιοχές, για να υποδείξει τον ιαματικό χαρακτήρα τέτοιων εκδηλώσεων ιερής τρέλας: ο Διόνυσος είναι βάκχος και λύσιος, που σημαίνει έχει τη δυνατότητα να προκαλεί τη φρενιτιώδη παράκρουση αλλά και να τη θεραπεύει με ομοιοπαθητικό τρόπο.



Παθογένεια του πολιτισμού



Να αντιστέκεσαι στον Διόνυσο σημαίνει να αντιστέκεσαι στις στοιχειακές δυνάμεις της ίδιας σου της φύσης, θα πει επανειλημμένα ο Dodds· σήμερα αυτό το κατανοούμε μέσ από την ψυχαναλυτική έννοια της απώθησης, πράγμα που μας επιτρέπει να επανεστιάσουμε τόσο στην εγγενή παθογένεια του πολιτισμού όσο και στην εξαιρετικά πολύπλοκη θεραπευτική λογική που ελάνθανε σε τέτοιες αρχαϊκές πρακτικές. Το βέβαιο είναι πως οι Ελληνες γνώριζαν καλά αυτή την τεράστια -και οπωσδήποτε όχι ιδιαζόντως ελληνική- λατρευτική παράδοση πολύ πριν από τον καιρό του Ευριπίδη, και ο Dodds αναζητεί μαρτυρίες αυτού του «άγριου» διονυσιασμού σε ένα πλήθος από μείζονες και ελάσσονες πηγές· προσάγει επίσης τεκμήρια για τη χρήση διονυσιακών θεμάτων στην προγενέστερη δραματουργική παράδοση, χαμένη για μας σήμερα· εξετάζει, τέλος, τις εικονογραφικές μαρτυρίες της αγγειογραφίας, όπου διαπιστώνεται μια σταδιακή «εξημέρωση» των μαιναδικών αναπαραστάσεων από τις αρχές τού 5ου έως τα μέσα τού 4ου π.Χ. αιώνα. Και αυτή η «εξημέρωση» συμφωνεί με όσα ήδη γνωρίζουμε για την καθιέρωση της διονυσιακής λατρείας στην Αττική: διαδικασία που ξεκινάει από την εποχή του Πεισίστρατου, περικόπτει τα αγριότερα στοιχεία αυτής της θρησκείας και την προσαρμόζει στα όρια ενός αγροτικού πανηγυριού απολύτως συμβατού με το θεσμικό ύφος των γιορτών του άστεως. Εξού και η κάπως ευνουχισμένη εικόνα του Διόνυσου που παρέλαβε ο ελληνιστικός κόσμος, και μέσω αυτού αργότερα η Αναγέννηση.

Συμφωνεί κανείς με την προγραμματική δήλωση του Dodds ότι το να καταλάβουμε τις Βάκχες του Ευριπίδη απαιτεί να συλλάβουμε την αληθινή φύση της διονυσιακής θρησκείας· ενόψει αυτού όμως, και στο φως της παραπάνω ανασυγκότησης, τίθεται εντέλει το ερώτημα: Γιατί ο Ευριπίδης επέλεξε τη συγκεκριμένη στιγμή να επεξεργαστεί αυτό ακριβώς το θέμα; Οι Βάκχες είναι η μία από τις τρεις τραγωδίες που βρέθηκαν στα κατάλοιπα του ποιητή, όταν αυτός πέθανε στις αρχές του 406· δεν είχαν κλείσει καν δύο χρόνια αφότου κατέφυγε στην αυλή του Αρχέλαου της Μακεδονίας, πικραμένος, όπως φαίνεται, από τα αθηναϊκά πράγματα - η πόλη βρίσκεται στην πιο άσχημη καμπή του Πελοποννησιακού Πολέμου, η κοινωνική αποσύνθεση προχωρεί και η πολιτική διαφθορά είναι πλήρης· ταυτόχρονα, ο Ευριπίδης γνωρίζουμε ότι δεν υπήρξε ποτέ δημοφιλής δραματουργός για τους συμπολίτες του στη διάρκεια της ζωής του. Στη νέα του διαμονή πρέπει να συνάντησε ένα περιβάλλον σχετικώς άθικτο από την κουρασμένη διανοητικοποίηση του άστεως και το διάχυτο κλίμα της παρακμής, και να ένιωσε την αναζωογονητική επίδραση μιας παρθένας φύσης -τις κοιλάδες της Πιερίας που τόσο υμνεί στο ίδιο το δράμα... Μια ανανεωμένη πίστη στη ζωή κάνει το γέροντα ποιητή να καταδυθεί βαθύτερα στην παράδοση και στους λαϊκούς θρύλους, να ανασύρει εικόνες αρχαϊκές, τις οποίες επεξεργάζεται σε μια τελετουργική, ιεροπρεπή γλώσσα -μάλλον ασυνήθιστη στο προηγούμενο έργο του, αλλά και στη δραματουργία του καιρού του εν γένει- για να δώσει διέξοδο σε συναισθήματα που επί χρόνια ασκούσαν πίεση στη συνείδησή του χωρίς να μπορούν να βρουν πλήρη έκφραση, σαν ένα είδος αγαλλιαστικής μεταρσίωσης που συνοδεύει μια νέα ανακάλυψη ή ένα νέο φωτισμό...



Οργιαστικές λατρείες



Θα μπορούσε να είναι έτσι. Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη, πολύ πιο πρόσφατη αθηναϊκή υπόμνηση του αρχαϊκού υποστρώματος που ο Ευριπίδης ξαναφέρνει στο φως στις Βάκχες. Ο ίδιος ο Dodds μας θυμίζει το ρεύμα των ανατολικών οργιαστικών λατρειών που κατακλύζουν την Αθήνα στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου -της Κυβέλης, του Αττιος, του Σαβάζιου- ως αποτέλεσμα πιθανότατα των εντάσεων που ο ίδιος ο πόλεμος προκάλεσε, οι οποίες ξυπνούν στη μνήμη του αθηναϊκού κοινού ένα οικείο είδος τελετουργικής θεραπευτικής... Ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει όμως η παρατήρηση του Dodds ότι οι Βάκχες μοιάζουν να έχουν γραφτεί ειδικά για αθηναϊκά αυτιά. Αν είναι έτσι, δεν θα ήταν άστοχο να υποθέσουμε ότι ο Ευριπίδης όντως κάτι ήθελε να διδάξει -και, όπως ορθά επισημαίνεται, δεν μπορεί να είναι αυτό ούτε ένα ηθικοπλαστικό κήρυγμα επιστροφής στην πατροπαράδοτη θρησκεία ούτε, αντιστρόφως, μια «διαφωτιστική» επισήμανση των κινδύνων του θρησκευτικού φανατισμού. Τι θα μπορούσε να είναι τότε;

Πιστεύω ότι χρειάζεται να πάρουμε κατά γράμμα εδώ το χαρακτηρισμό που η γραμματολογική παράδοση επιφύλαξε στον Ευριπίδη ως τον «από σκηνής φιλόσοφο». Η πιο κρίσιμη ίσως φιλοσοφική συζήτηση σε όλο τον πέμπτο αιώνα και αργότερα, στο πλαίσιο του αττικού διαφωτισμού, είναι η αντιπαράθεση φύσεως και νόμου, με την έννοια του αληθούς και του κατά σύμβασιν. Στα χέρια σοφιστών, όπως ο Αντιφών, έγινε δραστικό όργανο κριτικής των υπαρχουσών μορφών πολιτείας στο όνομα «φυσικών» οικουμενικών αρχών της ανθρώπινης ζωής. Αξίζει κάποιος να ερευνήσει προσεκτικά τη χρήση αυτών των ιδεών σε όλο το προηγούμενο έργο του Ευριπίδη· εδώ, εν πάση περιπτώσει, με την ορμή της νέας του ανακάλυψης μέσ από εμπειρίες όπως εκείνες που ανιχνεύτηκαν παραπάνω, φαίνεται ότι ο ποιητής βρίσκει μια καινούργια και πολύ πιο υποβλητική εικόνα για να ενσαρκώσει αυτές τις έννοιες και την τραγική τους αντιμαχία στα πρόσωπα, ακριβώς, του Διονύσου και του Πενθέα. Ταυτόχρονα με τις επικλήσεις στη ζωογόνο δύναμη του μαγικού και του θαύματος, η αναπόδραστη συντριβή τής πολιτικής εξουσίας, που στην αλαζονεία της παραβιάζει τις ενύπαρκτες φυσικές αρχές του κοινωνικού δεσμού, μοιάζει να είναι η δραματική κριτική του Ευριπίδη προς την αθηναϊκή ύβριν -η έσχατη πολιτική του διαθήκη.



ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 06/05/2005
Συγγραφέας:
Dodds, Eric Robertson
Εκδότης:
Καρδαμίτσα
Σελίδες:
372
ISBN:
9789603541530
Μεταφραστής:
Σπαθάρας, Δ. Γ., Πετρίδου, Γ.Υ.
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/1/2004

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!