Στο Διάμεσο του Διαφωτισμού και Ρομαντισμού

Τρεις αναφορές στα Γνωστά-Αγνωστα του Ελλαδικού 19ου αιώνα
Έκπτωση
40%
Τιμή Εκδότη: 12.78
7.67
Τιμή Πρωτοπορίας
+
119326
Συγγραφέας: Δήτσα, Μαριάννα
Εκδόσεις: Βιβλιόραμα
Σελίδες:156
Ημερομηνία Έκδοσης:1/1/2001
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Περιορισμένη διαθεσιμότητα
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Ο γνωστός-άγνωστος ελλαδικός 19ος αιώνας άφηνε, όχι μόνο εξακολουθητικά -πράγμα, άλλωστε, ήδη διαπιστωμένο είτε ως θετικό είτε ως αρνητικό φαινόμενο- αλλά και συγχρονικά, ένα παράθυρο ανοιχτό προς την Ευρώπη. «Αλλοι ας εξετάσωσι πλέον το πράγμα» μονολογούσε συχνά ο Στέφανος Α. Κουμανούδης. Προσηλώνοντας την ανάγνωση σε «περιπτώσεις» άλλων λογίων σύγχρονων του Σ.Α.Κ. συμπληρώνεται εδώ ένα ψηφιδωτό. Θα χρειασθεί, βέβαια στο μέλλον να ολοκληρωθεί και να σχολιασθεί η εικόνα του ρόλου των λογίων στα χρόνια 1830-1880, εκεί, μετά τον «καθεαυτό» Διαφωτισμό και πριν την «καθεαυτή» αστικοποίηση του ελληνικού κράτους, και τον παρεπόμενο «Ρεαλισμό». Η συγγραφέας της ανά χείρας εργασίας παρέχει τις απαραίτητες αναφορές στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα: σε εκείνη την ιστορική «ζώνη» στο γύρισμα του 18ου προς τον 19ον αιώνα (αφαιρώντας και προσθέτοντας κάποιες δεκαετίες, αντίστοιχα), όταν ο κλασικισμός, ο Διαφωτισμός, ο ρομαντισμός δεν είχαν ακόμη ταξινομηθεί από γραμματολόγους.





Στην επιλογή ενός τίτλου εννοιολογικά ευρύτερου ενδείκνυται σύνεση, μια και ο συγγραφέας διακινδυνεύει να εισπράξει τη ματαίωση των προσδοκιών του αναγνώστη. Γοητευμένη ωστόσο η Μ. Δήτσα από την ιδιόμορφη περίοδο ανάμεσα στον «καθ εαυτό» Διαφωτισμό και στον «καθ εαυτό» Ρομαντισμό, προκρίνει για τη συστέγαση τριών παλαιότερων μελετημάτων της έναν τίτλο (τον οποίο στις εσωτερικές σελίδες του βιβλίου διαφοροποιεί ελαφρώς) με έμφαση σε αυτή την αμφισβητούμενη ενδιάμεση περιοχή, αδιαφορώντας αν το πόνημά της χαρακτηριστεί ενδεχομένως ψευδεπίγραφο. Ακόμη και ο υπότιτλος φαίνεται παραπλανητικός, αφού «τα γνωστά-άγνωστα του Ελλαδικού 19ου αιώνα» μόνο ακροθιγώς αναφέρονται, ως ερεθιστικές νύξεις για περαιτέρω διερεύνηση, όπως άλλωστε ευθαρσώς παραδέχεται ήδη στο «αντί προλόγου» σημείωμά της η συγγραφέας.


Ένας ενδεικνυόμενος, άνευ ποιητικής εξάρσεως, τίτλος θα ήταν «Η περίπτωση Στέφανου Α. Κουμανούδη», αφού, για μία ακόμη φορά, έναν αιώνα μετά τον θάνατο αυτού του πολυσχιδούς λογίου του 19ου αιώνα (20 Μαΐου 1899), το ενδιαφέρον των νεοτέρων εστιάζεται σε πλευρές της προσωπικότητας και του έργου του. Το βιβλίο προβάλλει τον Κουμανούδη ως παράδειγμα μιας ομάδας λογίων που θα μπορούσαν να αποκληθούν, με τη σημερινή προοπτική, ρομαντικοί διαφωτιστές ή και τούμπαλιν, αν και το δεύτερο φαίνεται, σε εμάς τουλάχιστον, πλέον παρακινδυνευμένο.


Στην παρουσίαση του συγγράμματος της Σ. Ματθαίου, Στέφανος Α. Κουμανούδης (1818-1899). Σχεδίασμα βιογραφίας, το οποίο επικεντρώνεται στον αρχαιολόγο και πανεπιστημιακό δάσκαλο, με ενεργό συμμετοχή στα λογοτεχνικά πράγματα της εποχής του, εξαίροντας τον δημόσιο άνδρα, είχαμε υιοθετήσει την εκτίμηση του Κ. Θ. Δημαρά, ο οποίος ήθελε τον Κουμανούδη «τελευταία ηγετική μορφή του Διαφωτισμού». Έναν αντίλογο σε αυτή την προσωνυμία βρίσκουμε στο πρόσφατο βιβλίο, καθώς η Μ. Δήτσα ιχνηλατεί τον «ανομολόγητο ρομαντισμό» του Κουμανούδη, ξεκινώντας ωστόσο από την ομολογημένη βυρωνική επιρροή κατά τη σύνθεση του «Στράτη Καλοπίχειρου», που στάθηκε γι αυτόν έργο ζωής.


Κρυφορομαντικός λοιπόν ο Κουμανούδης, όπως δείχνουν πολλά από τα ετερόκλητα εις εαυτόν σημειώματα του Αρχείου του. Σημειώματα που, κατά την υπόθεση της Μ. Δήτσα, θα μπορούσαν να θεωρηθούν, όπως μάλιστα φέρουν πάντοτε ημερομηνία εγγραφής, συνέχεια στο «Ημερολόγιόν» του, που τυπικά λήγει το 1867. Υπάρχουν όμως και αυτόνομες ψηφίδες για τη ρομαντική συνομιλία του Κουμανούδη με την Εσπερία. Η συγγραφέας, ως τυπικός διανοούμενος της σήμερον που πριμοδοτεί την Ευρώπη, τις παραθέτει και ως παράδειγμα της «φαντασίωσης προς το ξένο» που διακατέχει έλληνες λογίους στα μέσα του 19ου αιώνα.


Κατ αρχάς, η μετάφραση του περίφημου ποιήματος «Τα Ερείπια», με διάχυτο το επαναστατικό και θρησκευτικό πνεύμα, του γάλλου κόμη Κωνσταντίνου Φραγκίσκου ντε Βολνέ, με την οποία καταπιάνεται ο 26ετής Κουμανούδης μισό αιώνα μετά τη σύνθεση του ποιήματος δείχνοντας ότι έχει το ίδιο «λογοτεχνικό γούστο» με τον ομότεχνο γάλλο πρόγονό του. Στη συνέχεια, το προσκύνημα στη Βενετία, τόπο έμπνευσης πλείστων όσων σημαντικών ευρωπαίων συγγραφέων αλλά και του Κουμανούδη, που συνθέτει τη «Σειρά σονέττων εις Βενετίαν», επτά τον αριθμό, τα οποία και παρατίθενται στο παράρτημα του βιβλίου. Τέλος, η Μ. Δήτσα σκιαγραφεί την «εκλεκτική συγγένεια» του έλληνα λογίου με τον γάλλο συγγραφέα Λουδοβίκο Σεβαστιανό Μερσιέ, ο οποίος έδρασε περίπου έναν αιώνα νωρίτερα, στο Παρίσι, τα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης. Και οι δύο πληθωρικοί, βιβλιοφάγοι που κατέληξαν λεξικογράφοι, αν και ο γάλλος ελευθερόφρων αποδείχθηκε στην πράξη κατά πολύ μαχητικότερος.


Το δεύτερο μελέτημα του βιβλίου (η παράταξή τους δεν φαίνεται να ακολουθεί τη σειρά δημοσίευσης, αν και λείπουν οι παραπομπές στις πρώτες δημοσιεύσεις) σχολιάζει τις αμφιταλαντεύσεις μεταξύ ρομαντικών και αντιρομαντικών απόψεων του Κουμανούδη ως κριτικού της λογοτεχνίας. Μια πλευρά, εν μέρει φανερή, αν και στη μεγαλύτερη έκτασή της ακόμη άγνωστη, που πράγματι αξίζει περαιτέρω αναδίφηση. Ως ιδιοσυγκρασία κυρίως επικριτική, διαθέτει «στόφα κριτικού», όπως ακριβώς την ορίζει η Μ. Δήτσα: συνεχή επαφή με τη λογοτεχνία, σταδιακή διαμόρφωση απόψεων με αναθεωρήσεις αλλά και περαιτέρω επιχειρηματολογία προς επαρκέστερη στήριξη.


Ως ενδεικτικά παραδείγματα επιλέγονται οι διαμετρικά αντίθετες περιπτώσεις του Κάλβου και των αδελφών Σούτσου. Ιδιαίτερα, στην περίπτωση του Κάλβου, εκπλήσσουν οι αισθητικές απόψεις του Κουμανούδη, καθώς φαίνεται να υπερβαίνουν την εποχή τους, πλησιάζοντας προς τις μεταγενέστερες του Κωστή Παλαμά. Η ιστορία της λογοτεχνίας δείχνει πόσο δύσκολα ένας κριτικός αναγνωρίζει τις υφολογικές αρετές ενός συγγραφέα, παρακάμπτοντας ό,τι στον καιρό του προσλαμβάνεται ως απόκλιση ή και προχειρότητα.


Με τις προσλαμβάνουσες του μέσου αναγνώστη, ο οποίος έχει πάντοτε μεγαλύτερες απαιτήσεις από τους πανεπιστημιακούς δασκάλους, θεωρούμε πως τα μελετήματα της Μ. Δήτσα αδικούνται, όπως παραμένουν στη συνεπτυγμένη μορφή του δημοσιεύματος και δεν εκμεταλλεύονται την ευρυχωρία που προσφέρει η έκδοση ενός βιβλίου.

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ, «ΤΟ ΒΗΜΑ», 06-05-2001

Συγγραφέας:
Δήτσα, Μαριάννα
Εκδότης:
Βιβλιόραμα
Σελίδες:
156
ISBN:
9789608087156
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/1/2001

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική