Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας

150-750 μ.Χ.
Έκπτωση
40%
33343
Συγγραφέας: Brown, Peter
Εκδόσεις: Αλεξάνδρεια
Σελίδες:238
Ημερομηνία Έκδοσης:1/1/1998


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο


«Οι αναγνώστες της αναθεωρημένης βιβλιογραφίας θα πρέπει να γνωρίζουν πως το βιβλίο αυτό γράφηκε, γύρω στο 1970, όχι ως «οριστικό» εγχειρίδιο αλλά, ξεκάθαρα, ως δοκίμιο. Ήθελα να μεταδώσω στον μέσο αναγνώστη την αίσθηση του πλούτου και της γοητείας μιας κάποτε παραμελημένης εποχής, γνωστής σήμερα ως "Ύστερη Αρχαιότητα". Ως δοκίμιο, το βιβλίο είχε σαφώς περιορισμένα όρια: το κείμενο και η βιβλιογραφία που το συνόδευε κάλυπταν ορισμένα θέματα ενώ κάποια άλλα δεν τα έθιγαν καθόλου. Αντανακλούσε, με έναν γνήσιο ενθουσιασμό, μια συγκεκριμένη στιγμή στην εξέλιξη των μελετών της ύστερης αρχαιότητας στην Ευρώπη, και την Αγγλία ειδικότερα. Επικεντρωνόταν στην πολιτιστική και τη θρησκευτική ιστορία της περιόδου και στις κοινωνικές αλλαγές που μου φαίνονταν, τον καιρό της συγγραφής, ότι προσέφεραν ένα πλαίσιο ερμηνείας για τις εντυπωσιακές ζυμώσεις της εποχής. Κατηύθυνε την προσοχή του αναγνώστη πέρα από τις περιοχές που είχαν, ώς τότε, κυριαρχήσει στη σκηνή των περισσότερων εξιστορήσεων της «παρακμής και πτώσης» της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας -με άλλα λόγια, πέρα από τη δυτική Ευρώπη και τον δυτικό βαρβαρικό κόσμο· και έδινε έμφαση, από προτίμηση, στις ανατολικές ακτές της Μεσογείου και στη Μέση Ανατολή.
Αυτό που άλλαξε, και μέσα μου αλλά και στον μορφωμένο κόσμο συνολικά, δεν είναι εύκολο να εκτεθεί συνοπτικά. Αλλά πρέπει να το έχουν υπόψη τους όσοι συμβουλεύονται τη βιβλιογραφία. Ενα πράγμα είναι βέβαιο: τα περισσότερα βιβλία που προσέθεσα είναι όνειρα που έγιναν πραγματικότητα. Τα είχαμε μεγάλη ανάγκη το 1970. Είναι οι ενθαρρυντικές αποδείξεις για την ανάπτυξη των μελετών σχετικά με την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας τις δύο τελευταίες δεκαετίες [...] Τα βιβλία αυτά δεν διορθώνουν -ή συμπληρώνουν- απλώς το παρόν δοκίμιο. Φέρνουν καλά νέα. Ενθαρρύνουν τώρα άλλους μελετητές, να δεχθούν ξανά, μετά από είκοσι χρόνια σχεδόν, την πρόκληση μιας παντοτινά γοητευτικής εποχής, γνωρίζοντας πολύ περισσότερα απ ότι εγώ τότε».

(Peter Brown, από το εισαγωγικό σχόλιο στην αναθεωρημένη βιβλιογραφία της νεότερης έκδοσης)







ΚΡΙΤΙΚΗ




Ύστερη Αρχαιότητα ονομάζουμε την περίοδο ανάμεσα στην κλασική αρχαιότητα και στον πρώιμο Μεσαίωνα, την περίοδο δηλαδή που αρχίζει στο τέλος της εποχής των Αντωνίνων (τέλος του 2ου αιώνα μ.Χ.) και φθάνει ως την τελική ρήξη της ενότητας του μεσογειακού κόσμου μετά την αραβική κατάκτηση (τέλος του 7ου). Η περίοδος αυτή, την οποία από το 1967 ώς σήμερα ο Πίτερ Μπράουν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, μελετά ακατάπαυστα, μας ήταν γνωστή ως περίοδος «πτώσης και παρακμής» του κλασικού πολιτισμού. Από την παραδοσιακή ιστοριογραφία γνωρίζουμε ακόμη ότι ακριβώς μέσα σ αυτό το κλίμα παρακμής και κατήφειας εδραιώθηκε ο χριστιανισμός στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Παραλλάσσοντας το ίδιο θέμα, ιστορικοί του διαμετρήματος του Γίββωνα θεωρούσαν τον χριστιανισμό τον κυριότερο παράγοντα της πτώσης της αυτοκρατορίας.

Ο Μπράουν ξεκίνησε αμφιβάλλοντας για την εγκυρότητα αυτής της εικόνας. Η προσεκτική μελέτη των ντοκουμέντων της εποχής έδειξε πως όχι μόνο δεν πρόκειται για περίοδο παρακμής αλλά ότι επιπλέον στην Υστερη Αρχαιότητα έχουμε δείγματα ανεξάντλητης ­καίτοι διαφορετικής από την κλασική­ δημιουργικότητας: νέες μορφές συλλογικής οργάνωσης, όπως λ.χ. οι μονές, και νέοι τρόποι «φιλοσοφικού βίου», όπως το ασκητικό ιδεώδες, είναι δημιουργήματα της αυγής της Ύστερης Αρχαιότητας, τα οποία μάλιστα έζησαν πολύ περισσότερο από αυτήν.

Αν όμως η Υστερη Αρχαιότητα δεν είναι η εποχή παρακμής που νομίζαμε, πώς μπορεί να κατανοήσει κανείς την εδραίωση του χριστιανισμού; Αν η επικράτησή του δεν είναι ούτε το αποτέλεσμα ούτε ο παράγων μιας παρακμής που δεν υπήρξε, τότε τι ήταν αυτό που οδήγησε λ.χ. τον Μεγάλο Κωνσταντίνο στην περίφημη μεταστροφή;

Εδώ αγγίζουμε ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία του έργου του Π. Μπράουν. Αντίθετα με άλλους ιστορικούς, που συνήθως αντιμετωπίζουν τον χριστιανισμό ως ενιαία διδασκαλία η οποία παρέμεινε ουσιαστικώς αναλλοίωτη από την εποχή των αποστόλων ώς σήμερα, ο Μπράουν ­ο οποίος έχει μελετήσει και αφομοιώσει τα διδάγματα της βρετανικής ανθρωπολογίας­ εξετάζει τον χριστιανισμό της Ύστερης Αρχαιότητας ως μια ιστορική μορφή της θρησκευτικής εμπειρίας, μια φιγούρα των σχέσεων του ανθρώπου με το υπερφυσικό στοιχείο. Οι σχέσεις με το υπερφυσικό ­ οι οποίες ανιχνεύονται όχι μόνο στα θεολογικά κείμενα αλλά και σε θρησκευτικές πρακτικές που συνήθως παραβλέπουμε σαν να επρόκειτο για λαϊκές δοξασίες χωρίς σημασία, όπως λ.χ. η εξέχουσα σημασία των αγίων, οι ικανότητες που τους αποδίδονται, οι λειτουργίες που επιτελούν, η πίστη στους δαίμονες κλπ. ­ γίνονται κατανοητές, λέει ο Μπράουν, μόνον αν ενταχθούν στο ευρύτερο γεωγραφικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο, μόνον αν αντιμετωπισθούν ως μέρος του «ιδιώματος» που μιλά η εποχή: οι σχέσεις που δημιουργούν οι άνθρωποι τόσο με το ιερό όσο και μεταξύ τους πηγάζουν από τις ίδιες εμπειρίες. Εξ ου και η αλληλουχία των πρώτων κεφαλαίων του Κόσμου της Ύστερης Αρχαιότητας: η ανάλυση της θρησκευτικής εμπειρίας (κεφ. 4 ως 8) έπεται των κεφαλαίων στα οποία εξετάζονται οι πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που σφράγισαν τη φυσιογνωμία της περιόδου (κεφ. 1 ως 3).

Στο σημείο αυτό όμως απαιτείται προσοχή: με τον όρο «πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές» δεν εννοούμε μια, μαρξιστικής εμπνεύσεως, ανάλυση της οικονομίας και των παραγωγικών σχέσεων στην Υστερη Αρχαιότητα. Ο Μπράουν ενδιαφέρεται για κάτι πολύ πιο ευρύ, δύσκολο να συλληφθεί και συγχρόνως απλό: τον τρόπο με τον οποίον οι άνθρωποι αυτής της «καθυστερημένης», «τριτοκοσμικής», προβιομηχανικής κοινωνίας που ζούσε στο όριο της επιβίωσης ­ οι οποίοι γνώρισαν τον κλονισμό των συνόρων της Ανατολής, του Δούναβη και του Ρήνου, την εμφάνιση μιας νέας ηγέτιδας τάξης στρατιωτικών, τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών καθώς και την «αναγέννηση του 4ου αιώνα» ­ βίωναν και αντιμετώπιζαν «το μεγάλο καθημερινό πρόβλημα που λέγεται ζωή». Η άνοδος λ.χ. του δείκτη τιμών είναι ένα ζήτημα· το τι σήμαινε αυτό για τα φορολογικά βάρη, ποιες στρατηγικές ανέπτυξαν οι άνθρωποι για να τα αντιμετωπίσουν κλπ. είναι ένα άλλο ζήτημα που πρωτίστως ενδιαφέρει κάθε γνήσιο ιστορικό. Παρομοίως η εμφάνιση μιας νέας άρχουσας τάξης δεν είναι καθαυτή ενδιαφέρουσα· εκείνο που έλκει την προσοχή του ιστορικού είναι το ύφος αυτής της νέας τάξης, ο τρόπος με τον οποίον παίζει τον ρόλο της, η παιδεία της κλπ. Τέτοια είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το «ιδίωμα» μιας εποχής ­ και όχι τα μεγάλα αντικείμενα της Ιστορίας, η εξουσία, η άρχουσα τάξη, η θρησκεία κ.ο.κ.

Το «ιδίωμα» της Υστερης Αρχαιότητας υιοθέτησε τον χριστιανισμό στη θέση του παγανισμού. Ο χριστιανισμός όμως και ο παγανισμός δεν εξετάζονται από τον Μπράουν ως δύο δόγματα που διαφέρουν ως προς τον δείκτη καθαρότητας, ορθολογικότητας ή εσωτερικής συνοχής· το ενδιαφέρον του Μπράουν εστιάζεται στο καθεστώς του ιερού, στην αλλαγή των σχέσεων με το υπερφυσικό, στην αγωνία του ανθρώπου της Υστερης Αρχαιότητας να ξαναβρεί μια θέση στο Σύμπαν, να ανασυγκροτήσει την αλυσίδα που συνδέει τη γη με τον ουρανό. Εδώ βρίσκεται, κατά τον Μπράουν, και η πρωτότυπη συμβολή του χριστιανισμού της περιόδου: με ποικίλους τρόπους κατόρθωσε να απαντήσει στην αγωνία της Ύστερης Αρχαιότητας μετατοπίζοντας τα σημεία επαφής γης και ουρανού από τα ιερά πράγματα στους αγίους ανθρώπους, ικανοποιώντας συγχρόνως τις αξιώσεις παιδείας των νέων τάξεων, τις «λειτουργικές» ανάγκες του πολιτικού συστήματος κλπ.

Θα σταματήσω εδώ. Ελπίζω ότι ο αναγνώστης μαντεύει, από όσα είπαμε, πόσο ενδιαφέρον είναι το εγχείρημα ενός ιστορικού ο οποίος δεν διστάζει να εφαρμόσει μεθόδους ανάλυσης που οι ανθρωπολόγοι χρησιμοποιούν όταν μελετούν κοινωνίες χωρίς γραπτή παράδοση. Προσθέτω απλώς ότι ο βαθμός επιτυχίας του εγχειρήματος δεν θα ήταν ο ίδιος αν ο Μπράουν, πέρα από τη γνώση τόσο των χριστιανικών όσο και των παγανιστικών πηγών, τη γλωσσομάθεια, την άνεση να χειρίζεται τις έννοιες των ανθρωπιστικών επιστημών, το οξύ βλέμμα του γεωγράφου, την κοινωνιολογική φαντασία και την ανεπτυγμένη ικανότητα εμπαθητικής ταυτότητας, δεν διέθετε ένα απαράμιλλο συγγραφικό ταλέντο που δεν ορρωδεί μπροστά στο ανέκδοτο, στον «ελεγχόμενο αναχρονισμό» ή στη χρήση του επιθέτου· χωρίς αυτό, δεν θα μας είχε δώσει ένα τόσο πλούσιο πανόραμα των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι της Ύστερης Αρχαιότητας βίωναν «το καθημερινό πρόβλημα της ζωής». Ο σκιτσογράφος του «New York Review of Books» δεν είχε άδικο όταν πρόσφατα απεικόνισε αυτόν τον σπουδαίο στυλίστα ως πιανίστα καθισμένο μπροστά στο κλαβιέ όχι του πιάνου αλλά της γραφομηχανής.

Θεοδόσης Νικολαΐδης, ΤΟ ΒΗΜΑ, 12-04-1998

Συγγραφέας:
Brown, Peter
Εκδότης:
Αλεξάνδρεια
Σελίδες:
238
ISBN:
9789602211304
Μεταφραστής:
Στάμπογλη, Ελένη
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/1/1998

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική