Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη

Υπάρχει και μεταχειρισμένο με €7.90
155703
Συγγραφέας: Βούλγαρης, Κώστας
Εκδόσεις: Πόλις
Σελίδες:106
Ημερομηνία Έκδοσης:01/09/2003
ISBN:9789604350063


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο

Περιγραφή


Εκείνες τις μέρες ήρθαν απεσταλμένοι, απ' τον Αλή Πασά και τους Μπέηδες της Αρβανιτιάς, να ζητήσουν βοήθεια και είπαν, να πάμε έως και δέκα χιλιάδες Μωραΐτες στη Ρούμελη, να πολεμήσουμε μαζί τον Χουρσίτ Πασά και τα στρατεύματά του Σουλτάνου. Τούρκοι και Αρβανίτες και Έλληνες θα είχαμε την ίδια σημαία, με σταυρό στη μια πλευρά και μισοφέγγρο στην άλλη. Ο Κολοκοτρώνης υποσχέθηκε τη βοήθεια μόλις πάρει την Τριπολιτσιά και τους είπε κι αυτός τα δικά του.
-Να έρθουν στο Μωριά όλοι οι Μπέηδες της Αρβανιτιάς, όσοι δεν είναι αποκλεισμένοι στα Γιάννενα, να πάρουν μέρος στα πολιτικά πράγματα και να γίνουν κι αυτοί Γερουσιαστές της Πελοποννησιακής.





ΚΡΙΤΙΚΗ



Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη έρχεται να προστεθεί και να ανανεώσει οργανικά τον «ανοικτό αφηγηματικό κύκλο "Το εμφύλιο σώμα"», που ο Κώστας Βούλγαρης ξεκίνησε με τα βιβλία Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο (2001) και Τα άλογα της Αρκαδίας (2002). Πρόκειται για ιδιαίτερα ενδιαφέρον, τολμηρό, ευρηματικό, ανατρεπτικών προθέσεων και αφηγηματικά «αποτελεσματικό» συμπίλημα κειμένων που, παρά την εντυπωσιακή τους διαφορετικότητα, αποσκοπούν -και επιτυγχάνουν- να δημιουργήσουν ρωγμές στις «κυρίαρχες αντιλήψεις περί ιστορίας και έθνους», αλλά και στις περί «ελληνικότητας» ιδεολογίες και ιδεολογήματα, όπως παγιώθηκαν ιδίως κατά την περίοδο του μεσοπολέμου.

Ηρωίδα -μάλλον διακριτικός ψυχικός συνδετικός κρίκος των τμημάτων που απαρτίζουν το βιβλίο- είναι μια σαρανταπεντάχρονη Βουλγάρα, η Αννα Ντεγιάνοβα. Εχει σπουδάσει στην πατρίδα της Μεσαιωνική Φιλολογία, με ειδίκευση στη Βυζαντινή Χρονογραφία, με διδακτορική διατριβή επάνω στις επιβιώσεις της κλασικής αρχαιότητας στην «Αλεξιάδα» της Αννας Κομνηνής κι έχει εκδώσει βιβλίο για τον Νικηφόρο Βρυέννιο. Ζει στην Αθήνα τέσσερα χρόνια, δουλεύει σε ένα συνεργείο καθαρισμού και τις ελεύθερες ώρες της παρακολουθεί κάποια ιστορικά συνέδρια και πάρα πολλές λογοτεχνικές εκδηλώσεις. Σε κάποια απ' αυτές γνωρίζεται με τον Κώστα, προοδευτικό διανοούμενο και συγγραφέα, μέσω του οποίου έρχεται σε στενότερη επαφή με νεότερους ποιητές και της δίνεται, επιτέλους, η δυνατότητα να «κατανοήσει» τη σημερινή Ελλάδα, «που δεν έχει καμία σχέση με τις γνωστές αναπαραστάσεις της ιστορίας και του ρόλου του ελληνικού έθνους, οι οποίες διαπερνούν το λόγο των μεγάλων της ποιητών, των δημοσιογράφων και των πολιτικών».

Γνήσια και άκρως συνειδητοποιημένη Βαλκάνια, χωρίς ενοχές για τη μοίρα του καθεστώτος της πατρίδας της, χωρίς να το νοσταλγεί, αλλά και αρνούμενη να το δει «σαν μια παρά φύσιν παρέκκλιση του ρου της ιστορίας», με τη βεβαιότητα ότι «ό,τι συνέβη, συνέβη πραγματικά, ό,τι σκεπτόμαστε για εκείνα τα καθεστώτα μάς καθορίζει και μάς χαρακτηρίζει σήμερα» και με την ιστορικά θεμελιωμένη πίστη της ότι η ταυτότητα είναι, εντέλει, «κάτι πολύ ευρύτερο από την εθνική καταγωγή, απ' όσα μπορεί να σηματοδοτήσει μια γλώσσα, να σου προσφέρει ή να σου περιορίσει ο τόπος κατοικίας», επιθυμεί «το συνανήκειν στον ευρωπαϊκό πολιτισμό». Βιώνει σωματικά, σχεδόν επαληθευτικά, τις γνώσεις της γύρω από την ιστορία της Βαλκανικής χερσονήσου, Βαλκάνια φιλόλογος και μαζί μετανάστις σε μια «πατρίδα» που από πάντα υπήρξε σταυροδρόμι πολιτισμών, όπου «οι ιδέες έρχονται από τη δύση [...] και το ανθρώπινο δυναμικό από βορρά».

Κάποια στιγμή ο Κώστας τής προτείνει να γράψει μια ιστορία, για να τη συμπεριλάβει στο βιβλίο που ετοιμάζει· ένα βιβλίο συγκροτημένο από διάφορα κείμενα, παλιά και σύγχρονα, διαφορετικού ύφους και ήθους, θεματική αφετηρία των οποίων είναι η επανάσταση του '21 και, πιο συγκεκριμένα, η πολιορκία της Τριπολιτσάς. Προκειμένου, μάλιστα, να τη βοηθήσει στην κατανόηση των προθέσεών του, της δίνει όσα κείμενα ήδη έχει επιλέξει και επεξεργαστεί «με το δικό του τρόπο»· κι αυτή «κολακευμένη» αλλά και «καταπιεσμένη» από την πρόταση και σαφώς επηρεασμένη, τόσο από τις κατ' ιδίαν συζητήσεις τους -ασχέτως αν στα βασικά ιδεολογικά ζητήματα συμφωνούν- όσο και από το περιεχόμενο των κειμένων, αρχίζει να προβληματίζεται και να αναρωτιέται για το θέμα του δικού της.

Κάπως έτσι, «αναίτια παρούσα» σε ένα, εκ πρώτης όψεως, αλλότριο «εμφύλιο σώμα», περιοριστικά καθοδηγημένη από έναν ρηξικέλευθο τίτλο (Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη), ο οποίος προφανώς συσχετίζει το διαφωτισμό και τη νεωτερικότητα με την επανάσταση του '21, με όλες τις εσωτερικές της ιδεολογικές-εξουσιαστικές συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις, η Αννα αποφασίζει ν' αρχίσει από την Τρίπολη. Οχι μόνο επειδή η πόλη αυτή υπήρξε το επίκεντρο της επανάστασης, αλλά και για το εξίσου σημαντικότατο γεγονός της μοιραίας συνύπαρξης Ρωμιών και Αρβανιτών, πλούσιων και φτωχών, εγγράμματων και αναλφάβητων ανάμεσα στους πολιορκητές και τους αμυνόμενους, τους νικητές και τους νικημένους («Οι πληθυσμοί μεταλλάσσονται, οι ισορροπίες ανατρέπονται, κάποιες φορές ραγδαία, άλλοτε αργά και επώδυνα [...], όσο κι αν στη συνέχεια οι εθνικές αφηγήσεις περιορίστηκαν και επέμειναν στη φυλετική και θρησκευτική αντιπαλότητα Ελλήνων και Τούρκων και σιγά σιγά αλλοίωσαν την εικόνα»)· διαπίστωση που ανταποκρίνεται στις γύρω από την πολυπολιτισμική ανάπτυξη του βαλκανικού και, κυρίως, του ελλαδικού χώρου πεποιθήσεις της.

Ενισχυτικό ρόλο σ' αυτή την απόφασή της, δεν μπορεί να μη διαδραμάτισε και η επιστολή του Κώστα, στην οποία της εξομολογείται ότι στην όλη διαδικασία της επιλογής των κειμένων που, επεξεργασμένα, απαρτίζουν το υπό έκδοση βιβλίο του, σύντροφο και οδηγό του είχε τον Φωτάκο, τον φιλικό, αγωνιστή, υπασπιστή του Κολοκοτρώνη και απομνημονευματογράφο της Επανάστασης. Αυτός είναι που του «έδινε συνεχώς το μέτρο των δυνατοτήτων της συγκινησιακά αποφορτισμένης αφήγησης»· παρομοιάζει, μάλιστα, την τύχη του έργου του με την τύχη του σημαντικότερου, κατά τη γνώμη του, συνθετικού ποιήματος του εικοστού αιώνα, του Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου· ενός ποιήματος γραμμένου την ίδια περίοδο (1942-43) που στο πρόσωπο του αποϊδεολογικοποιημένου, από τη γενιά του '30, Μακρυγιάννη, «με ρομαντική υπέρβαση και εν ταυτώ κατάργηση της πολιτικής», αναγνωρίζεται το πρόσωπο του αγνού λαού. Ο Εγγονόπουλος -και, τηρουμένων των αναλογιών, ο Φωτάκος- «ταυτίζεται -κατά τον επιστολογράφο- με τον στρατιωτικό και πολιτικό αντίποδα του Μακρυγιάννη και των ομοίων του, δίνοντάς μας, εκτός των άλλων, την πιο περιεκτική διατύπωση της ιστορικής αίσθησης των πραγμάτων, παρακολουθώντας στη διαδρομή ανόδου και πτώσης μιας ιστορικής προσωπικότητας, τη διαδικασία συμπύκνωσης και διάλυσης του ιστορικού χρόνου».

Και το βιβλίο, που αρχίζει με την κατάθεση των «παθών της ψυχής» και τον προσδιορισμό της πνευματικής ταυτότητας της Αννας, τελειώνει με το κείμενο που έγραψε ανταποκρινόμενη στην πρόταση του Κώστα· ένα κείμενο ομολογουμένως ευρηματικό και συγκλονιστικό στην ευρηματικότητά του. Ενα «δημιούργημα ευγενικό, κατασκευασμένο από φτενά υλικά», που για να γραφτεί χρειάζεται, εντέλει, την «ενεργοποίηση» και των δύο ιδιοτήτων της, αυτήν της Βαλκάνιας φιλολόγου και την άλλη, της μετανάστριας, αφού ως ευαίσθητη φιλόλογος έχει γνώση της ιστορίας και επίγνωση της οικονομίας του λόγου και ως μετανάστρια και εργαζόμενη σε ένα συνεργείο καθαρισμού είχε την τύχη, της δόθηκε η χάρη, θα τολμούσα να πω, να γνωρίσει και να αγγίξει την ανθρώπινη διάσταση όχι ενός οποιουδήποτε ήρωα της επανάστασης, αλλά ενός θρυλικού πρωταγωνιστή μιας από τις σημαντικότερες και δραματικότερες στιγμές της, που, αναμφισβήτητα, υπήρξε η πολιορκία και η άλωση της Τρίπολης: του Κολοκοτρώνη. Της δόθηκε η χάρη, σκαρφαλωμένη κι αυτή επάνω στο άλογό του, για να μπορέσει να καθαρίσει καλύτερα το άγαλμά του, μέσα στην ερημιά της πολύβουης Αθήνας, να τον δει χωρίς την περικεφαλαία, που βρέθηκε απροσδόκητα στο χέρι της: «...Παίρνω μερικές βαθιές ανάσες και σηκώνω προσεκτικά την περικεφαλαία, αποφασισμένη να τελειώνω με το στεφάνι της βρωμιάς, έστω κι αν χρειαστεί να το ξύσω με τα νύχια μου. Μόλις όμως αποκαλύπτεται το κεφάλι του Κολοκοτρώνη απομένω εμβρόντητη, με την περικεφαλαία στο χέρι. Ο στρατηγός που έβλεπα και καθάριζα όλη τη μέρα, σκεφτόμενη τις μάχες που έδωσε, τα Βαλκάνια της εποχής, τη γέννηση των εθνικών κρατών και άλλα παρόμοια, αυτός ο στρατηγός που τον κρατάω σφιχταγκαλιασμένο, δεν υπάρχει πια. Μπροστά μου έχω έναν μεσήλικα με αρκετή μετωπιαία φαλάκρα και μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω με μια ολίγον μπλαζέ χάρη. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιώ πως ο γλύπτης τελείωσε το άγαλμα χωρίς την περικεφαλαία. Μάλλον προστέθηκε κατ' απαίτηση της αρμόδιας επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού, όπως γινόταν και σε εμάς επί σοσιαλισμού...»



ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 31/10/2003

Κριτικές

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 30€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 6 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 6 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!