Ψυχή σαν κροκόδειλου

Έκπτωση
40%
105541
Συγγραφέας: Βίντερ, Λέον ντε
Εκδόσεις: Πόλις
Σελίδες:577
Ημερομηνία Έκδοσης:1/1/2000


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο


Ο Ολλανδός συγγραφέας συνεχίζει τη διεισδυτική και χιουμοριστική του περιδιάβαση στα ανθρώπινα πάθη βάζοντας στο στόχαστρό του αυτή τη φορά έναν σαραντάρη συγγραφέα που έχει χάσει την έμπνευσή του και προσπαθεί όπως-όπως να χειριστεί την υπαρξική του κρίση, τα διαζύγιά του και τους θυελλώδεις έρωτές του. Τα κανάλια του Αμστερτναμ, η εξοχή της Τοσκάνης, η Ρώμη και το Κάιρο συνθέτουν το ιδανικό σκηνικό γι αυτό το μυθιστόρημα που συνδυάζει τον στοχασμό με το ψυχολογικό θρίλερ.









ΚΡΙΤΙΚΗ





Ετεροχρονισμένη επανεμφάνιση του διάσημου Ολλανδού με ένα από τα πρώτα του βιβλία. Αποτυχημένοι γάμοι, εφήμερες σχέσεις, περιπλανήσεις ανά την ευρωπαϊκή ήπειρο.



«Δεν είναι απλό να είσαι ένα μοντέρνο, ανεξάρτητο άτομο που έχει γυρίσει την πλάτη του στη θρησκεία». Η φράση αυτή, βγαλμένη από το στόμα ενός δευτερεύοντος χαρακτήρα, ο οποίος τελικά αυτοκτονεί, συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο τις 500 και πλέον σελίδες του μυθιστορήματος του Ολλανδού Λέον ντε Βίντερ καθώς και τον προβληματισμό που διαπερνά τα λόγια και τις πράξεις του βασικού του ήρωα. Ψυχή σαν κροκόδειλου αισθάνεται ότι έχει ο 40χρονος Λέο Κάπλαν (Kaplan είναι ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου), γνωστός συγγραφέας εβραϊκής καταγωγής, με αρκετά βιβλία και δύο αποτυχημένους γάμους στο ενεργητικό του. Το μείγμα ενοχής και μίσους απέναντι στον αυστηρό πατέρα του, το βάρος μιας έντονα χρωματισμένης καταγωγής καθώς και το σύνηθες φορτίο κάθε μοναχογιού τον κάνουν να περιφέρεται από γυναίκα σε γυναίκα δίχως να βρίσκει το αίσθημα πλήρωσης και ηρεμίας που θα επιθυμούσε. Τέσσερα χρόνια πριν από την Πείνα του Χόφμαν, το βιβλίο που τον έκανε ευρύτερα γνωστό (και στη χώρα μας), ο 32χρονος τότε Λέον ντε Βίντερ έγραψε ένα αυτοβιογραφικό και έντονα εξομολογητικό μυθιστόρημα στο οποίο προσπάθησε να εντάξει όλη τη θεματολογία του: την αχαλίνωτη σεξουαλικότητα, το βάρος της εβραϊκής παράδοσης σε συνδυασμό με την έλλειψη πίστης, τις περίπλοκες σχέσεις στα σύγχρονα ζευγάρια και τα υπαρξιακά αδιέξοδα που ανακύπτουν, όπως επίσης και την αδυναμία της δημιουργικότητας να σταθεί επαρκές αντίβαρο όλων αυτών.

Ο Κάπλαν, προφανές alter ego του συγγραφέα, είναι στα πρόθυρα του χωρισμού για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια, ενώ επιπλέον διανύει περίοδο πρωτοφανούς έλλειψης εμπνεύσεως. Το τελευταίο του μυθιστόρημα, μα κυρίως η ταινία που βασίστηκε σ αυτό (ακόμη ένα αυτοαναφορικό και, μάλλον, προφητικό στοιχείο), τον έχει κάνει διάσημο στη χώρα του· ωστόσο εκείνος δεν κατορθώνει να αποτινάξει από πάνω του το αίσθημα της αποτυχίας που τον βασανίζει. Ένα ταξίδι στην Ιταλία με αφορμή την προώθηση του βιβλίου του θα τον φέρει πρόσωπο με πρόσωπο με την Έλεν, τον μεγάλο νεανικό του έρωτα, και τα πράγματα θα πάρουν νέα, απροσδόκητη τροπή. Στο μεταξύ έχει γνωρίσει μια νεαρή αεροσυνοδό, την Πάουλα, ενώ τον ίδιο καιρό τού φορτώνεται ένας φίλος που τον εγκατέλειψε η ερωμένη του και πάσχει από κατάθλιψη. Στα σοκάκια και τις πλατείες της Ρώμης ο Λέο Κάπλαν θα προσπαθήσει να ενώσει όλα τα κομμάτια της ζωής του και κυρίως να αναβιώσει τον μεγάλο νεανικό του έρωτα στον οποίο νιώθει πως έχει αφήσει κάτι πολύτιμο και μοναδικό.

Ηαφήγηση ωστόσο δεν είναι ούτε γραμμική ούτε μονοδιάστατη. Μετακινείται στον χώρο και τον χρόνο αναπτύσσοντας φαινομενικά ανεξάρτητες μεταξύ τους ιστορίες. Η ζωή της Έλεν με τον διπλωμάτη σύζυγο και τον γιο της, μια εφήμερη ερωτική της σχέση καθώς και η δράση ενός κατά συρροήν δολοφόνου στα περίχωρα της Φλωρεντίας είναι μερικές από τις μικροαφηγήσεις που κλιμακώνονται παράλληλα με τον βίο και την πολιτεία του συγγραφέα Κάπλαν, ώσπου όλα αυτά να συναντηθούν και να συσχετισθούν στο δεύτερο μισό του βιβλίου.

Η δραματική συνάντηση των δύο παλαιών εραστών θα ζωντανέψει ξανά το παρελθόν τους, την εποχή και τα γεγονότα που τότε διαδραματίστηκαν. Η αναδρομή αυτή δίνει αφορμή στον συγγραφέα για μια περιήγηση στα πολιτικά γεγονότα της εποχής του ολλανδικού Μάη του 68.

Η στράτευση του νεαρού Λέο στον επαναστατικό αγώνα ήταν αφορμή για την παρεξήγηση που οδήγησε στον χωρισμό του με την Έλεν και η οποία βασίστηκε σ ένα ψέμα της που παραμένει ανομολόγητο ως και σήμερα.

Η γραφή του Λέον ντε Βίντερ είναι γρήγορη και κινηματογραφική, με ζωντανούς και (ενίοτε υπερβολικά) μακροσκελείς διαλόγους. Μολονότι διακρίνεται από αμεσότητα και συχνά κυνισμό, ορισμένες στιγμές, ειδικά στις ερωτικές ή αισθησιακές περιγραφές, κυριαρχεί ένα ύφος μελοδραματικό και «φτηνό» που μοιάζει παράταιρο και ασυμβίβαστο με την ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος.

Ο συγγραφέας καταφέρνει να δημιουργήσει έναν ανάγλυφο και δονούμενο ήρωα, χαρακτηριστικό της εποχής του (βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 80), η ζωντάνια και η παιχνιδιάρικη διάθεση του οποίου παρασύρουν τον αναγνώστη.

Οι κοινωνικοί και πολιτικοί προβληματισμοί του, αν και έχουν φόντο το βαρύ ψυχροπολεμικό κλίμα, προϊδεάζουν για τις ανατροπές που ακολούθησαν και προσδίδουν στο βιβλίο φρεσκάδα και αντοχή στον χρόνο.



Κώστας Κατσουλάρης

ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-11-2000





ΚΡΙΤΙΚΗ



«Οσο παράξενο και αν ακούγεται ο Κάπλαν συχνά ένιωθε λίγο-πολύ ανακουφισμένος όταν ερχόταν σε επαφή με ανθρώπους που ήσαν καταφανώς ανίκανοι να δώσουν αγάπη, που ήταν ανειλικρινείς και ζούσαν χωρίς ηθικούς φραγμούς. Τότε ένιωθε την παρηγοριά -έστω και πενιχρή- ότι δεν ήταν ο μόνος. Ομως η μοίρα χάρισε σ εκείνον, το άπιστο πλάσμα, τη λαχτάρα για πίστη, για αγάπη, ακεραιότητα, ειλικρίνεια. Ως στοργικός άνθρωπος είχε αποτύχει, αλλά δεν είχε το ταλέντο ούτε στη σκληρότητα».



Από το μυθιστόρημα

Πολλές φορές οι συνήγοροι Ελλήνων και ξένων αφηγηματικών καλλιτεχνών προβάλουν το υποστηρικτικό επιχείρημα ότι, δήθεν, οι τελευταίοι δικαιώνουν το έργο τους μέσω της ειλικρίνειας και της εξομολογητικής τους διάθεσης, υπονοώντας ότι κάθε αισθητική κρίση πρέπει να περιοριστεί στο πλαίσιο της προηγούμενης συνθήκης.

Πριν από λίγα χρόνια οι όροι «άτσαλη», «αδέξια» κ.λπ. συνόδευαν τις επαινετικές, εν τέλει, κρίσεις για τη γραφή του πρώτου βιβλίου δικού μας συγγραφέα, το οποίο, κατά την άποψη των θαυμαστών του, παρήγαγε συγκίνηση από την αμεσότητά του.

Αυτή η πολύ συζητήσιμη θέση για κάθε είδους... μακρυγιαννικό λόγο (ο οποίος, αν μη τι άλλο, όμως, εξέφρασε το δέος και το θαυμασμό ενός απλού ανθρώπου για τη γλωσσική ακρίβεια), μας οδηγεί πολύ μακριά από την επιδίωξη, νομίζω, κάθε συγγραφέα -κάθε ποιητή, κυρίως- να κατακτήσει ένα είδος αποκλειστικής και αυστηρής έκφρασης, απόλυτης και ιδανικής: κάτι σαν αυτό που θα μπορούσαμε, πολύ ελεύθερα, να θεωρήσουμε ότι απορρέει από τη φλομπερική αναζήτηση της «mot juste», της σωστής λέξης.

Βρισκόμαστε υπό τον αστερισμό πλήθους συναξαριστών και επιπόλαιων λεξιπαραγωγών, οι οποίοι θηρεύουν την «ιστορία», την αντιγραφή και αναπαραγωγή του πιο ακατέργαστου και μονοσήμαντου υλικού ενός πολιτισμού τηλεεικόνων και μιας άμουσης πραγματικότητας. Ομως, πολλοί εξ αυτών κρίνονται και προβάλλονται βάσει της θεματογραφίας τους και όχι όσον αφορά τη σχέση τους με τη φόρμα: παραδοσιακοί και άλλοι συγγραφείς, που δεν ωθούν την υπόθεση της λογοτεχνίας ούτε πόντο, επαινούνται για τους μύθους και τα... αισθήματά τους.

Ολ αυτά σημειώνονται εδώ επειδή ο Ολλανδός πεζογράφος Λεόν ντε Βίντερ, τουλάχιστον όσον αφορά στο μυθιστόρημά του «Κάπλαν» (ελληνικός τίτλος: «Ψυχή σαν κροκοδείλου»), δίνει αφορμή να τον συσχετίσουμε με την κατηγορία των συγγραφέων εκείνων που ελάχιστα ενδιαφέρονται για τη μορφή ρίχνοντας το βάρος τους στο περιεχόμενο, στις ιδέες και μόνο. Που αναπαράγουν φωτογραφικά ένα σωρό στερεότυπα της mainstream (κυρίαρχης) λογοτεχνικής γραφής «για όλους».

Αντίθετα πέρσι, επ ευκαιρία της έκδοσης παρ ημίν ενός άλλου, πιο σύντομου μυθιστορήματός του, του «Σούπερτεξ», διαπιστώσαμε ότι μέσω της περίπτωσης του εβραϊκής καταγωγής ήρωά του (μιας περσόνας του ίδιου του συγγραφέα), ο Βίντερ εστιάζει πάνω στους σημερινούς, αποκατεστημένους πλέον, «υιούς της Σιών», οι οποίοι ευδοκιμούν στις Κάτω Χώρες. Εκεί με τρόπο πολύ πιο αποτελεσματικό, λιγότερο σχοινοτενή και κοινότοπο απ ό,τι στο «Κάπλαν», το ενδιαφέρον θέμα απογειώνεται στη σχέση του ήρωα με τον αυτοδημιούργητο πατέρα του, μέσα από μια έξυπνα παραβολική ιστορία, γίνεται ένα σχόλιο θεολογικό και φιλοσοφικό, με στοιχεία σαρκαστικού, κοινωνικού χιούμορ. Οχι ότι και εκεί δεν ψηλαφίζουμε στοιχεία μιας εύκολης γραφής, τύπου μπεστ σέλερ. Ομως η αφήγηση και η πλοκή είναι δομημένες σε κανόνες που αποκλείουν το περιττό, μια πιο λεπτή επεξεργασία του ύφους κατευθύνει προς την απόχρωση και την εξερεύνηση περιοχών πέραν του προφανούς.

Στο «Ψυχή σαν κροκοδείλου», δυστυχώς, σχεδόν ολ αυτά έχουν καταργηθεί. Ο μύθος έτσι κι αλλιώς είναι αδιάφορος, το δε ύφος του Ντε Βίντερ είναι προσανατολισμένο προς το εύπεπτο ανάγνωσμα. Κρίμα, γιατί το βιβλίο αυτό έχει στοιχεία περισσότερο αυτοβιογραφικά του συγγραφέα του, αλλά, όπως βλέπουμε, δεν αρκεί ο συγκεκριμένος συντελεστής. Θα έλεγα, προς ενίσχυση των προηγουμένων, ότι δεν φθάνει ο εξομολογητικός, ακόμα και ο εναγώνιος κάποτε, χαρακτήρας μιας αφήγησης για να την καταστήσει αυτομάτως λογοτεχνική. Οτι δεν μπορεί να στηρίξει την απουσία οργανωμένου ύφους η οποιαδήποτε οπτική προς ιδέες: όταν όλα υπηρετούνται από αδρανή φόρμα, και όχι από την αναζήτηση ευρημάτων στο επίπεδο του ύφους, το στοίχημα, συνήθως, χάνεται.



Κρίση δημιουργίας

Ο Ντε Βίντερ σ αυτό το πολυσέλιδο μυθιστόρημά του, που καταπονεί τον απαιτητικό αναγνώστη με τα κλισέ του, καταπιάνεται με τα γνωστά του μοτίβα, που έχουν σχέση με την ζωή των Εβραίων της Ολλανδίας σήμερα. Ο ήρωάς του, Μόζες Κάπλαν, παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με το δημιουργό του: το συγκεκριμένο στοιχείο δεν υπογραμμίζεται μόνο από το ότι είναι και αυτός συγγραφέας αλλά και από το «γεγονός» ότι ο τελευταίος έχει γράψει ένα μυθιστόρημα ομότιτλο με τη γνωστή «Πείνα του Χόφμαν», ένα από τα βιβλία του Ντε Βίντερ.

Το κεντρικό δραματουργικό πρόβλημα, με το οποίο μας συστήνεται ο Κάπλαν, δεν είναι καθόλου πρωτότυπο: ο τελευταίος βρίσκεται σε δημιουργική κρίση και δεν μπορεί να γράψει κάτι άλλο, ύστερα από δέκα μυθιστορήματα, μπεστ σέλερ. Ο μεσήλικας συγγραφέας φέρει πολλά από τα βιογραφικά του ήρωα του «Σούπερτεξ»: είναι γόνος ενός αυτοδημιούργητου, πρώην διωκόμενου από τους ναζί, Εβραίου μικροεμπόρου, ο οποίος πλούτισε, και έχει κάνει διάφορες μικροεπαναστάσεις για να ξεφύγει από τα αυστηρά πλαίσια της πατρικής εξουσίας. Σε κρίσιμη ηλικιακή και ψυχοδιανοητική καμπή, προσπαθεί να φθάσει σε ένα επίπεδο αυτογνωσίας, μέσα από ποικίλες συγκρούσεις με παροντικές καταστάσεις έχοντας συνεχώς μπροστά του τα φαντάσματα του παρελθόντος. Κυρίως θέλει ν απεξαρτηθεί από την κοινωνική υποκρισία και τον εγωτισμό, χαρακτηριστικά με τα οποία τον «προικοδότησαν» η επιτυχία και η ιδιοσυγκρασία του.

Ο Κάπλαν περιγράφεται εμφανισιακά αλλά και χαρακτηρολογικά ως ένας πολύ ζωικός, αντρικός τύπος, με όλες τις αναστολές, βέβαια, που μεταφέρει εξ ανατροφής, και μαζί ως ένας άνθρωπος διαθέσιμος να καταλάβει έως ποίου σημείου οι ενοχές του είναι στοιχείο εποικοδομητικό. Ο μικρός πανικός εξ αιτίας της έλλειψης έμπνευσης είναι μια καλή αιτία έρευνας της προσωπικής του μυθολογίας, οικογενειακής και προσωπικής. Το περίεργο γι αυτόν είναι ότι το υλικό της πραγματικότητας, σε τούτη τη φάση, δεν προσφέρεται για αισθητική εκμετάλλευση αλλά για αυτοέλεγχο. Εδώ τα πράγματα θα μπορούσαν να αποκτήσουν ιδιαίτερη αξία από λογοτεχνική άποψη με δεδομένη τη συμμετοχή του Ντε Βίντερ στη δράση ως αυτοβιογραφούμενου, εφ όσον το υλικό που έχει μπροστά του ο Κάπλαν και θεωρεί ως μη εκμεταλλεύσιμο είναι πλέον η μυθοπλασία ενός βιβλίου για τον τελευταίο. Αλλά ο Ντε Βίντερ δεν αφήνει περιθώρια να στραφούμε προς αυτή την κατεύθυνση, χειριζόμενος την ιστορία του στο πλαίσιο μάλλον μιας λογοτεχνίας για τα σταντς των αιθουσών αναμονής αεροδρομίων.

Παρακολουθούμε, λοιπόν, τον Κάπλαν, να πληρώνει τις ερωτικές του απιστίες προς τη δεύτερη γυναίκα του Χάνα με το ίδιο νόμισμα. Εκείνος φεύγει από το σπίτι και αρχίζει μια περιπλάνηση εξωτερική και εσωτερική. Ξαναβρίσκει για λίγο την πρώτη του γυναίκα Εβελιν, μια ακτιβίστρια, η οποία σκιτσάρεται χονδροειδώς όσον αφορά τις πολιτικές της ιδέες. Μένει σε μια τρώγλη, που θυμίζει μπουκοφσκική κατοικία, με γείτονα ένα μέθυσο, που είχε δεσμό με μια ανάπηρη πόρνη, με τραγικό τέλος. Μετά ταξιδεύει στη Ρώμη για την παρουσίαση ενός βιβλίου του όπου συνδέεται με μια αεροσυνοδό. Εν τω μεταξύ, σε παράλληλη αφήγηση, παρακολουθούμε τη ζωή ενός παλιού νεανικού αισθήματος του Κάπλαν, μιας Ολλανδής, της Ελεν Ντε Βαλ, η οποία έχει αποκτήσει χωρίς να το ξέρει ο πρώτος ένα παιδί μαζί του, μετά το χωρισμό τους. Η Ελεν είχε σφραγίσει τη ζωή του Κάπλαν, επειδή η εποχή του δεσμού τους συνδεόταν με την περίοδο των πρώτων εξεγέρσεων των δύο νεαρών απέναντι στο σπίτι και στο πολιτικό στάτους. Η πρώτη, σύζυγος, πλέον, ενός διπλωμάτη, ο οποίος νομίζει ότι το παιδί της είναι καρπός μιας άλλης της σχέσης και όχι του Κάπλαν, γυρίζει τον κόσμο και καταλήγει στη Ρώμη. Θύμα μιας παρεξήγησης γύρω από μια, δήθεν, απιστία του συζύγου της, αρχίζει να κάνει συλλογή νεαρών εραστών. Στην Ιταλία θα υποδεχθεί τον Κάπλαν εκ μέρους της πρεσβείας και ο έρωτάς τους, που δεν έχει μέλλον, προσωρινά θα αναθερμανθεί (η σκηνή της αναγνώρισης στο αεροδρόμιο θυμίζει κακό μελό).

Ανάμεσα στην παροντική αφήγηση παρεμβάλλονται κεφάλαια που περιγράφουν την πολιτεία ενός Ιταλού μανιακού δολοφόνου ερωτικών ζευγαριών, περιλαμβάνουν τις σκέψεις του... σκύλου του πρώτου ή εξιστορούν τις ερωτικές επιδόσεις ενός... φαλλοκράτη γορίλα... Ολ αυτά συνδέονται δραματουργικά και συμβολικά με την ιστορία με διάφορους πλάγιους τρόπους, οι οποίοι, όμως, δεν λειτουργούν υπόγεια, όπως θα ήθελε ο Ντε Βίντερ, αλλά σωρρευτικά και πλεοναστικά. Ο δολοφόνος θα σκοτώσει και ένα διπλωμάτη ερωτύλο και μια γυναίκα την οποία εκ παρεξηγήσεως η Ελεν θεωρούσε ερωμένη του άντρα της. Ο γορίλας δεν είναι τίποτε άλλο από το (υποτίθεται) χιουμοριστικό σύστοιχο του σεξιστή Κάπλαν.



Εβραϊκό άβατο

Η πρόθεση του Ντε Βίντερ να δείξει την προχωρημένη σήψη των αστών ηρώων του είναι προφανής και δεν διασώζεται αυτή η προγραμματικότητα από καμία υπέρβαση. Ολα μοιάζουν ξαναειπωμένα, βγαλμένα από σελίδες ελαφρών αναγνωσμάτων. Ακόμα και η ξενάγησή μας στο χώρο του εβραϊκού άβατου δεν έχει το περίεργο άρωμα και δεν δημιουργεί τους σπινθήρες που συναντήσαμε στο «Σούπερτεξ».

Αλλοι δημιουργοί, σε άλλους χώρους, όπως ας πούμε ο Αρθουρ Μίλερ ή ο Ντέιβιντ Μάμετ, έχουν προτείνει, με βάση το εβραϊκό πρόβλημα, εντελέστερα έργα. Ο τελευταίος, μάλιστα, στην «Ανθρωποκτονία», σε μια ταινία της οποίας έχει γράψει το σενάριο και έχει σκηνοθετήσει, θίγει το ζήτημα της ενοχής μέσα από πολύ υποβλητικές, καφκικού τύπου, λύσεις.

Ο Ντε Βίντερ, βέβαια, είναι σαρκαστής και θέλει να κινηθεί σε ένα παρωδιακό κλίμα. Αλλά και εδώ δεν τα καταφέρνει. Δεν είναι εύκολη υπόθεση να συνδυαστεί η σύγχρονη, «φθηνή» λογοτεχνία με βαθύτερα, κρίσιμα ηθικά και υπαρξιακά ερωτήματα.

Η κ. Ινώ Μπαλτά, και πάλι με ιδιαίτερη άνεση, απέδωσε έναν λόγο που θέλει να εξυπηρετήσει μια δραματουργική και διανοητική προσπάθεια ακροβασίας ανάμεσα στο κοινότοπο και το βαρυσήμαντο.




ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 16/03/2001
Συγγραφέας:
Βίντερ, Λέον ντε
Εκδότης:
Πόλις
Σελίδες:
577
ISBN:
9789608132115
Μεταφραστής:
Μπαλτά, Ινώ
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/1/2000

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!