Οι τύποι της εξουσίας

Έκπτωση
20%
132754
Συγγραφέας: Βέμπερ, Μαξ
Εκδόσεις: Κένταυρος
Σελίδες:220
Ημερομηνία Έκδοσης:1/1/2001


Εξαντλημένο από τον Εκδοτικό Οίκο


Δημοσιευμένη για πρώτη φορά στο σύνολό της, η τυπολογία της εξουσίας του Weber δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να εμβαθύνει στο πολιτικό φαινόμενο και στις δυνατότητες της επιστημονικής του σύλληψης.






Ο Μαξ Βέμπερ κατέχει δικαιωματικά μια θέση στο πάνθεον των «κλασικών» της πολιτικής σκέψη μαζί με τον Μακιαβέλι, τον Χομπς, τον Τοκβίλ κ.ά. Το βιβλίο του Μαξ Βέμπερ «Οι τύποι της εξουσίας» («Κένταυρος», μετάφραση -σχόλια- επίμετρο: Θανάσης Γκιούρας) αποτελεί μέρος του μεγάλου έργου του «Οικονομία και κοινωνία». Η μεθοδική ενασχόληση με αυτό το σπουδαίο έργο προϋποθέτει τόλμη, υπομονή και άπειρο μόχθο. Κάθε προσπάθεια κατανόησής του εγείρει αναπόφευκτα μείζονα θεωρητικά ζητήματα και υποκινεί ζωηρές διαμάχες γύρω από την ίδια τη φύση των κοινωνικών επιστημών. Εχουν αποκαλέσει τον Βέμπερ «Μαρξ της αστικής τάξης». Ο χαρακτηρισμός αυτός εμπεριέχει μια δόση αλήθειας, στο βαθμό που αναφέρεται όχι μόνο στο εύρος και στο βάθος του έργου του, αλλά και στο γεγονός ότι στοχάζεται τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα από τη σκοπιά της εξουσίας. Η πολιτική νοείται κυρίως ως σχέση κυριαρχίας, όπου ορισμένοι παίρνουν αποφάσεις και δίνουν διαταγές, ενώ άλλοι υπακούουν. Ο Βέμπερ δεν συμμερίζεται τη μαρξική ελπίδα για μια πιθανή υπέρβαση αυτού του εξουσιαστικού διαχωρισμού. Η πολιτική είναι γι αυτόν πρωτίστως πάλη για την εξουσία.

Στην πολιτική, όπως την αντιλαμβάνεται ο Βέμπερ, βρίσκουν όμως τη θέση τους όχι μόνον οι ανάγκες και τα συμφέροντα, αλλά και το πάθος, το συναίσθημα, η συγκίνηση. Η τυπολογία του εξουσιαστικού φαινομένου περιλαμβάνει την περίφημη διάκριση σε παραδοσιακή, νόμιμη και χαρισματική εξουσία. Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν επίσης οι βεμπεριανές αναλύσεις για την έννοια του χαρίσματος και της χαρισματικής ηγεσίας, που τόσες συζητήσεις έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν στη σύγχρονη πολιτική κοινωνιολογία.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 25/01/2002




ΚΡΙΤΙΚΗ



Αυτό που κυρίως οφείλουμε στον Βέμπερ είναι ότι μας έμαθε πως η εκλογίκευση της εξουσίας, η γραφειοκρατία και ο εξορθολογισμός της οικονομικής επιχείρησης δεν μας απαλλάσσουν από τις ανισότητες, τις εθνικές διαφορές και τους ταξικούς διαχωρισμούς.

Η προσφορά κάποιων προσωπικοτήτων του θεωρητικού στοχασμού και των επιστημών υπερβαίνει όχι μόνο το αυστηρό θεματικό πεδίο της δημιουργίας τους, αλλά και την ιστορική τους εποχή. Η οίηση της δημιουργίας τους συνταξιδεύει με το πολύτιμο φορτίο της πρακτικής τους συνεισφοράς στην εμβάθυνση και στην αισθητικοποίηση της γνώσης. Στο χώρο των επιστημών του ανθρώπου, παρά τους καντιανούς διαχωρισμούς της σκέψης, της ηθικής και της αισθητικής, υπάρχουν στοχαστές που συνδυάζουν σε μια ολότητα το υψηλό, το ηθικό και το ωραίο. Δεν αρκούνται όμως στην «άρση» αυτών των διαχωρισμών, αλλά αποδεικνύουν ταυτόχρονα τον άτοπο χαρακτήρα του διαχωρισμού της διάνοιας από το ταλέντο και το δογματικό χαρακτήρα της ρήσης του Γκέτε για το γκρίζο χρώμα της θεωρίας.

Ο Βέμπερ συγκαταλέγεται σε αυτούς τους στοχαστές. Η πολύπλευρη θεωρητική του συγκρότηση σε συνδυασμό με το ευρύ πεδίο στο οποίο εκτείνονται οι γνώσεις του κάνουν ανέφικτη τη δυνατότητα παρουσίασης ενός μόνο έργου του. Πολύ περισσότερο όταν οι «οι τύποι της εξουσίας» αποτελούν το τρίτο και τέταρτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους του θεμελιακού έργου του «Οικονομία και κοινωνία». Εδώ μπορούμε να αρκεστούμε σε μια απλή σκιαγράφηση της βεμπεριανής πολιτικής τυπολογίας και να υποδείξουμε την αναγκαιότητα ανάγνωσης και μελέτης του έργου του (γι αυτό το λόγο και παραθέτουμε το σύνολο των μεταφρασθέντων στα ελληνικά έργων του) όχι μόνο από τους πολιτικούς επιστήμονες, αλλά και από τους υπόλοιπους παράγοντες που συγχρωτίζονται στον έναν ή τον άλλο βαθμό με το πολιτικό γίγνεσθαι.

Οι αδυναμίες του βεμπεριανού συστήματος αποτελούν ταυτόχρονα και το ισχυρό του όπλο. Οι αφαιρέσεις του είναι γεμάτες με ιστορικές λεπτομέρειες, οι οποίες με συστηματικότητα, πρωτοφανή επιμέλεια και χωρίς αυθαιρεσίες εντάσσονται στη συνολική επιστημολογική του θέση. Αυτό βεβαίως εμπεριέχει τον κίνδυνο του κατακερματισμού της θεωρίας και τη δημιουργία ενός λαβυρίνθου στον οποίο το υλικό υποκύπτει σε περιπτωσιολογικές επόψεις. Ο βεμπεριανός όμως μίτος μάς βγάζει από τα αδιέξοδα του περιπτωσιολογικού λαβυρίνθου με τη μεθοδική επανένταξη των γεγονότων στη συνολική εποπτεία της επιστημονικής διάνοιας.

Για να το επιτύχει αυτό ο Βέμπερ στηρίζεται στον εννοιολογικό μηχανισμό των ιδεοτύπων, οι οποίοι συνιστούν το κύριο στοιχείο της βεμπεριανής κοινωνιολογικής γνώσης. Οι ιδεότυποι αποτελούν μια μερική σύλληψη ενός σφαιρικού συνόλου, μια οργάνωση νοητών σχέσεων που προσιδιάζουν σε ένα ιστορικό σύνολο. Συνιστούν μια επιστημονική εκλογίκευση κι έχουν πιθανολογικό χαρακτήρα. Από αυτή την οπτική γωνία το κάθε συγκεκριμένο, ατομικό, εμπειρικό, κοινωνικό φαινόμενο έχει πολλές πλευρές και γι αυτό το λόγο καμία θεωρία δεν μπορεί να το συλλάβει στην ολότητά του. Ουσιαστικά ο Βέμπερ υποστηρίζει πως δεν είναι δυνατή η δημιουργία θεωρίας για την κοινωνία και την κοινωνική εξέλιξη.

Ενώ συνεπώς το αντικείμενο της κοινωνιολογίας είναι η κατανόηση, η ερμηνεία και η εξήγηση της κοινωνικής πράξης, το καθήκον της ιστορικής επιστήμης είναι η γνωσιολογική αναπαραγωγή της μοναδικότητας των πιο σημαντικών ιστορικών φαινομένων. Και οι δύο επιστήμες όμως έχουν ως γνωσιολογική αρχή τους την εμπειρική πραγματικότητα εν αντιθέσει με τις λεγόμενες συστηματικές ή δογματικές επιστήμες, όπως είναι το δίκαιο, η λογική, η αισθητική και η ηθική. Ως εμπειρικές επιστήμες η Κοινωνιολογία και η Ιστορία δεν ενδιαφέρονται αν τα νοήματα τους είναι «αληθινά» ή «αντικειμενικά» και κυρίως δεν υπαγορεύουν ή διατυπώνουν νόμους. Το καθήκον τους είναι η εκλογικευμένη ερμηνεία της εμπειρικής πραγματικότητας. Με βάση αυτές τις μεθοδολογικές προειδοποιήσεις πρέπει να γίνουν κατανοητοί και οι ιδεότυποι της εξουσίας.

Ο Βέμπερ ξεκινά την ανάλυση του ορίζοντας την έννοια της εξουσίας ως «πιθανότητα συγκεκριμένων (ή όλων) των διαταγών να υπακουσθούν από μια υποτιθέμενη ανθρώπινη ομάδα». Εξουσία δεν είναι κάθε πιθανότητα άσκησης δύναμης επί άλλων ανθρώπων. Η ειδοποιός διαφορά της έγκειται στο ότι κάθε γνήσια σχέση εξουσίας απαιτεί «ένα συγκεκριμένο μίνιμουμ βούλησης προς υπακοή, δηλαδή συμφέροντος (εξωτερικού ή εσωτερικού) προς υπακοή». Εκτός από τα κίνητρα υπακοής η εξουσία προσδιορίζεται και από το στοιχείο της πίστης προς τη νομιμότητα. Ανάλογα με το είδος της νομιμότητας διαφέρουν ο τύπος της υπακοής, το διοικητικό επιτελείο που την εγγυάται και ο χαρακτήρας άσκησης της εξουσίας.

Με βάση και το γνωστό σε όλους σχήμα των τεσσάρων τύπων συμπεριφοράς ο Βέμπερ διακρίνει τρεις τύπους εξουσίας:

1. Η ορθολογικού χαρακτήρα εξουσία (νόμιμη εξουσία) απαιτεί υπακοή στη νόμιμα κατεστημένη απρόσωπη τάξη. Η υπακοή απευθύνεται στα άτομα τα εντεταλμένα με βάση σύννομες θεσπισμένες διατάξεις.

2. Η παραδοσιακού χαρακτήρα εξουσία απαιτεί υπακοή όχι σε κάποια απρόσωπη έννομη τάξη, αλλά στην καθημερινή πίστη περί της ιερότητας των επικυρωμένων από την παράδοση σχέσεων εξουσίας.

3. Στη χαρισματικού χαρακτήρα εξουσία η υπακοή οφείλεται στο χαρισματικό ηγέτη και θεμελιώνεται στην προσωπική εμπιστοσύνη του εξουσιαζόμενου προς αυτόν.

Εδώ ο Βέμπερ κάνει μια ιδιαίτερα πολύτιμη παρατήρηση πως «κανένας από τους τρεις ιδεοτύπους δεν συναντάται στην Ιστορία στην καθαρή του μορφή», αλλά αυτό δεν πρέπει να σταθεί εμπόδιο στον εννοιολογικό αναστοχασμό της εξουσίας και των μορφών της.

Συστατικό στοιχείο της βεμπεριανής ανάλυσης είναι η μελέτη των επιτελείων που απαιτεί η κάθε εξουσία και των πολλαπλών παραλλαγών τους.

Η νόμιμη εξουσία, στο βαθμό που α) αποτελεί ένα συνεπές σύστημα αφηρημένων θεσπισμένων διατάξεων, β) ασκείται από πρόσωπα εξουσιοδοτημένα με καθορισμένες από την έννομη τάξη αρμοδιότητες και γ) απαιτεί υπακοή στο νόμο και όχι στα πρόσωπα, ενσαρκώνεται καλύτερα στη γραφειοκρατική διοίκηση. Αυτή αποτελεί την τυπικά ορθολογικότερη μορφή εξουσίας και το κύτταρο του σύγχρονου δυτικού κράτους.

Δύο είναι τα ουσιώδη γνωρίσματα της γραφειοκρατικής οργάνωσης: α) το διοικητικό επιτελείο στηρίζεται σε μια ενιαία ορθολογικά προσανατολισμένη και εξειδικευμένη ιεραρχία αξιωμάτων και υπηρεσιακών αρμοδιοτήτων και β) οι αξιωματούχοι δεν είναι ιδιοκτήτες της θέσης τους η οποία δεν μεταβιβάζεται και δεν είναι κάτοχοι των μέσων διοίκησης. Για τον Βέμπερ η μόνη εναλλακτική λύση στη γραφειοκρατική αναγκαιότητα είναι ο ερασιτεχνισμός. Κανένα κράτος πρόνοιας δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη στήριξή του σε αυτή τη γραφειοκρατική οργάνωση.

Στην παραδοσιακή εξουσία η νομιμότητα θεμελιώνεται στην ιερότητα της κοινωνικής ιεραρχίας. Η παραδοσιακή εξουσία νομιμοποιείται είτε στη βάση του περιεχομένου των επιταγών της παράδοσης είτε στη βάση της υποταγής στην αυθαιρεσία του κυρίου, του προσώπου που κατέχει τη θέση με το παραδοσιακό κύρος. Το επιτελείο άσκησης της εξουσίας αποτελείται είτε από μέλη του οίκου τού ηγέτη (πατρογονική στελέχωση) είτε από πρόσωπα εκτός του περιβάλλοντός του (εξωπατρογονική στελέχωση). Οι παραλλαγές αυτών των δύο τύπων είναι πάρα πολλές.

Στη χαρισματική εξουσία η νομιμότητα στηρίζεται στην πίστη προς τις ικανότητες του ηγέτη και στη λατρεία του. Η απουσία κανόνων την καθιστά ανορθολογική. Το καθαρό χάρισμα είναι ιδιαίτερα ξένο προς τους κανόνες της οικονομίας. Παράλληλα όμως, όταν στρέφεται κατά της παραδοσιακής εξουσίας, μετατρέπεται σε επαναστατική δύναμη. Αν και οι τρεις τύποι δεν υπάρχουν σε καθαρή μορφή, αυτό ισχύει σε εντονότερο βαθμό για τη χαρισματική εξουσία. Αυτή όμως όταν σταθεροποιηθεί και αποκτήσει χαρακτήρα διαρκούς σχέσης σταδιακά μετατρέπεται σε παραδοσιακή ή νόμιμη εξουσία. Ο Βέμπερ αναλύει επίσης τους τρόπους συνέχισης της χαρισματικής εξουσίας, αλλά και τους τρόπους διαδοχής του χαρισματικού ηγέτη.

Αυτό που κυρίως οφείλουμε στον Βέμπερ είναι ότι μας έμαθε πως η εκλογίκευση της εξουσίας, η γραφειοκρατία και ο εξορθολογισμός της οικονομικής επιχείρησης δεν μας απαλλάσσουν από τις ανισότητες, τις εθνικές διαφορές και τους ταξικούς διαχωρισμούς. Ο Βέμπερ ως επιστήμονας δεν ενδιαφέρεται για τις πολιτικές ελευθερίες και τη δημοκρατία, ως προσωπικότητα, αντιθέτως, η βιογραφία του δείχνει πως παλλόταν για την πολιτική και τα δίκαια του γερμανικού έθνους. Εκείνο όμως που δεν θέλησε να αποδεχτεί ήταν αυτό που ο Μαρξ υποστήριζε στα Grundrisse, «πως η αστική κοινωνία και επιστημονικά δεν αρχίζει από τη στιγμή που γίνεται λόγος γι αυτή» ή αλλιώς η επιστημονικο-γνωσιολογική ορθολογικότητα δεν είναι ουδέτερη ή ανεξάρτητη προς τη συγκρότηση της κοινωνικής πραγματικότητας.

Ο μεταφραστής και πανεπιστημιακός Θανάσης Γκιούρας στο επίμετρό του με επιτυχία αποσκοπεί να μας εισάγει στις πολιτικό-θεωρητικές τάσεις που επικρατούσαν στη Γερμανία στις αρχές του 20ού αιώνα. Γιατί το έργο του Βέμπερ, όχι μόνο δεν είναι αδιάφορο προς τις εξελίξεις της εποχής του, αλλά είναι και έντονα επηρεασμένο από αυτές.



ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 01/08/2003
Συγγραφέας:
Βέμπερ, Μαξ
Εκδότης:
Κένταυρος
Σελίδες:
220
ISBN:
9789607089021
Μεταφραστής:
Γκιούρας, Θανάσης
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/1/2001

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!