Από τον Λέανδρο στον Λούκη Λάρα

Μελέτες για την πεζογραφία της περιόδου 1830 - 1880
Έκπτωση
40%
Τιμή Εκδότη: 23.00
13.80
Τιμή Πρωτοπορίας
+
56833
Συγγραφέας: Βαγενάς, Νάσος
Σελίδες:357
Επιμελητής:Βαγενάς, Νάσος
Ημερομηνία Έκδοσης:1/1/1997
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Περιορισμένη διαθεσιμότητα
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

Τα τελευταία χρόνια, η εικόνα που είχαμε για την πεζογραφία των πρώτων πενήντα χρόνων του ελληνικού κράτους έχει αλλάξει ουσιαστικά. H προσεκτικότερη μελέτη των γνωστών πεζογραφημάτων και η ανακάλυψη άγνωστων ή λησμονημένων έργων έδειξε ότι η περιγραφή και ο χαρακτηρισμός της πεζογραφικής παραγωγής της περιόδου 1830-1880 λίγο ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. O τόμος αυτός περιλαμβάνει κείμενα που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο «H ελληνική πεζογραφία 1830-1880» (1995), σκοπός του οποίου ήταν ο πρώτος απολογισμός των αναθεωρητικών ερευνών. Παλαιότεροι και νεότεροι μελετητές παρουσιάζουν εδώ πορίσματα των εργασιών τους, τα οποία αποδεικνύουν ότι η πεζογραφία της ρομαντικής μας εποχής είναι πολύ πλουσιότερη και περισσότερο σημαντική από ό,τι πιστεύαμε.






ΚΡΙΤΙΚΗ



Καρπός επιστημονικής συνάντησης που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών, στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Αρχείο Ελληνικής Πεζογραφίας, 1830-1880», σε συνεργασία με το Ιδρυμα Γουλανδρή-Χορν (Αθήνα, Οκτώβριος 1995), ο συλλογικός τόμος που παρουσιάζεται εδώ ξεφεύγειαπό τα ειωθότα. Ερεθιστικός καθώς είναι, προκαλεί ερωτήματα και ανοίγει προοπτικές. Προσφέρει ασφαλώς φιλολογικές ερμηνείες και λύσεις σε ενδιαφέροντες γρίφους αλλά κυρίως σκιαγραφεί τον περιπετειώδη, αμήχανο, άνισο και ίσως αντιφατικό δρόμο της γένεσης και ωρίμανσης της ελληνικής πεζογραφίας ως είδους. Αναιρεί πολλές από τις συμβατικές εκτιμήσεις της παραδοσιακής κριτικής, αποτιμά, αίτημα πια των καιρών, κείμενα σε καθαρεύοντα λόγο και φωτίζει αρκετές από τις διαπλοκές της νεοελληνικής πεζογραφίας με τη μεταφρασμένη παραγωγή. Προσφέρει συνάμα γοητευτικές ψηφίδες του 19ου αιώνα στο πεδίο της ιστορίας των ιδεών και της κοινωνικής ιστορίας. Το μυθιστόρημα συνυφαίνεται, ως γνωστόν, με τη διαμόρφωση των αστικών νοοτροπιών και είναι, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η «εποποιία» της αστικής τάξης. Η αλληλεξάρτηση αυτή γίνεται φανερή με την πρώτη κιόλας ματιά, από το focus των μελετών που προσδιορίζεται με τη σειρά του από τις ίδιες τις εστίες συγγραφής και διακίνησης μυθιστορημάτων: την Αθήνα, πρώτη και καλύτερη, πρωτεύουσα του ελλαδικού κράτους, την Ερμούπολη, με την οικονομική αίγλη της και την εμπορική αστική τάξη της, και τις κοσμοπολίτικες εστίες του «αλύτρωτου Ελληνισμού», την Κωνσταντινούπολη π.χ. και τη Σμύρνη.

Χρειάζεται ωστόσο να ξεκινήσουμε από την αρχή. Ποιες ήσαν οι καταβολές στον 18ο αιώνα; Διευρύνοντας ορθά το γνωστικό πεδίο, συνεξετάζοντας δηλαδή παραδοσιακά κείμενα, ηθικά αναγνώσματα, θεατρικά έργα κ.ά., τη βιβλιοπαραγωγή με άλλα λόγια της εποχής που θα ήταν δυνατόν να λειτουργήσει αφηγηματικά, ο Αλκης Αγγέλου θίγει το σημείο μετάβασης από την παραδοσιακή «εντατική ανάγνωση» ολίγων εντύπων των περασμένων αιώνων στην «πλημμυρίδα των εκδόσεων» που ορίζει τον 19ο αιώνα. Τη διαμόρφωση του «είδους», το πέρασμα από τη «μυθιστορία» στο «ρομαντικό μυθιστόρημα», εξέτασε ο Δημήτρης Τζιόβας. Η «μυθιστορία», την αναβίωση της οποίας επεδίωξαν διαφωτιστές του εύρους του Κοραή, υπερτερεί κατά τον μελετητή στην παραγωγή της περιόδου 1830-1850. Παρ όλη τη διεξοδική τυπολογική ανάλυση, το θέμα αξίζει περαιτέρω ανίχνευσης και σύνδεσης με την προγενέστερη παράδοση, από όπου δεν πρέπει να απουσιάσουν και οι ελάχιστα μελετημένες, μάλλον αγνοημένες, χειρόγραφες μεταφράσεις του Διαφωτισμού (Δον Κιχώτης, Αργενίς, El Criticon κλπ.).

Εκδοτικά προβλήματα σχετικά με την κυκλοφορία των πρώτων ελληνικών μυθιστορημάτων επιλύει η Αννα Κατσιγιάννη. Το ώριμο πια αίτημα της απομάκρυνσης από τα πάθη του μαχόμενου δημοτικισμού και της επανεκτίμησης έργων που γράφτηκαν σε καθαρεύουσα γλώσσα προτάσσει ο Νάσος Βαγενάς στην ανάλυσή του για τους αδελφούς Σούτσοι. Στο έργο τους, όπου συναπαντήθηκε ο Διαφωτισμός με τον ρομαντισμό, διαβλέπει, όπως έχει υποστηρίξει και αλλού, στοιχεία ενός πρώιμου σοσιαλισμού, που φέρει σενσιμονικές επιδράσεις. Στην ίδια γραμμή πλεύσης, η Αλεξάνδρα Σαμουήλ ανασύρει από την αφάνεια δύο διηγήματα του καθιερωμένου ως ρομαντικού συγγραφέα Παν. Σούτσου, τα «Απομνημονεύματα ενός ψιττακού» και τον ημιτελή «Τρισχιολόπηχο», τα οποία ανακαλούν στη μνήμη το κλίμα και τις πηγές του Διαφωτισμού ενώ απηχούν και στοιχεία ενός κοινωνικού ρομαντισμού. Τις αποκλίσεις δύο ομωνύμων ηρώων, του ρομαντικού «Λέανδρου» του Π. Σούτσου και του «Λέανδρου» του Κ. Πωπ, σκιαγραφεί η Λίτσα Χατζοπούλου. Ο «Λέανδρος» του Πωπ διαφοροποιείται από το πρότυπο του ρομαντικού ήρωα καθώς ο δημιουργός του αποπειράται να δημιουργήσει μια «ελληνική εικόνα» και να απεικονίσει με ρεαλισμό τα ήθη.

Σε έναν από τους οικείους χώρους του μάς οδηγεί ο Γιώργος Κεχαγιόγλου. Υπενθυμίζοντας την πολυπολιτισμικότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το «πολυσύστημα» μέσα στο οποίο κινήθηκε ο Ελληνισμός, επισημαίνει έναν από τους κινδύνους της τομής που θέτει το ελλαδικό σχήμα. Υποδεικνύει πως τα όρια και οι επιδράσεις που δέχθηκε και αφομοίωσε η ελληνική αφηγηματική παράδοση στον 19ο αι. είναι κατά πολύ ευρύτερα από τα δυτικοευρωπαϊκά μοντέλα (όπως ορίζονται λ.χ. από τον ρομαντισμό και τον ρεαλισμό). Με καλή προσωπογραφική βάση, η Μαριέττα Σέρβου αναλύει το αλληγορικό μυθιστόρημα «Ο Πίθηκος Ξουθ ή Τα ήθη του αιώνος» του Ιάκωβου Πιτζιπιού. Την τυπολογία της «ιστορικής βιογραφίας», τους εγκυκλοπαιδικούς ή διδακτικούς στόχους της και τις αφηγηματικές τεχνικές στις οποίες υπακούει επιχειρεί η Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη. Μέσα από το σχήμα «Παύλος Καλλιγάς, Θάνος Βλέκας ­ έργο "κεντρομόλο" (ελληνόθεμο)/Αλ. Ρίζος-Ραγκαβής, Ο Αυθέντης του Μορέως ­ έργο "φυγόκεντρο" (ξενόθεμο)», αλλά αντλώντας και από άλλα παραδείγματα, ο Τάκης Καγιαλής επισείει την παγίδα της γενιάς του 80 και συνακόλουθα της δημοτικιστικής κριτικής. Προτείνει μια νέα ιδεολογική και φιλολογική ανάγνωση του «ελληνόθεμου» και του «ξενόθεμου» αφηγήματος, ικανή να αναδείξει την πολιτισμική επικαιρότητα και τη σημασία του δευτέρου. Στην τυπολογία (διαπλοκή με τη λαϊκή λογοτεχνία και παραλογοτεχνία, στοιχεία του «γοτθικού μυθιστορήματος»/gothic novel κλπ.), καθώς και σε μια πρώτη καταγραφή του εισαγόμενου είδους των «Αποκρύφων», προβαίνει η Ζέτα Γκότση. Εξειδικεύοντας σε ένα παράδειγμα μυθιστορήματος επηρεασμένου από τον Ευγένιο Sue και τον Αλέξανδρο Δουμά, ο Henri Tonnet αποκρυπτογραφεί τη συμβολική απεικόνιση του χώρου στα «Απόκρυφα Κωνσταντινουπόλεως» του Χριστόφορου Σαμαρτζίδη (1868).

Ο ελληνικός 19ος αι. διακρίνεται για τη «μεταφραστική ορμή» του. Τη σημασία της πρακτικής της μετάφρασης για την ανάπτυξη της πεζογραφίας αναλύει ο Αλέξης Πολίτης με αφορμή τη μεταφορά στα ελληνικά της «Κορίννας», ενός από τα διασημότερα έργα της Mme de Stael. Ο μεταφραστής, το κοινό του, η υποδοχή και η απήχηση του έργου είναι ορισμένα από τα θέματα που απασχολούν τον συγγραφέα, καθώς διευρύνουν την προοπτική της θεωρητικής αντιμετώπισης όχι μόνον της μετάφρασης αλλά και της πεζογραφίας γενικότερα. Την εκδοτική ποικιλία του εκρηκτικού 19ου αιώνα προσεγγίζει ο Κυριάκος Ντελόπουλος με στόχο την ανάδειξη της μισοσκότεινης από ερευνητική και επιστημονική άποψη περιοχής της παιδικής πεζογραφίας. Αναθεωρώντας την καθησυχαστική βεβαιότητα σχετικά με τα όρια και τις απαρχές της παιδικής λογοτεχνίας στον τόπο μας, ο ερευνητής επισημαίνει τον πλούτο της εκδοτικής παραγωγής, τον ειδικό ρόλο του αποδέκτη και την ιδεολογική χρήση της λογοτεχνίας αυτής και τοποθετεί σε διαφορετικά ερμηνευτικά συμφραζόμενα τους καθιερωμένους σταθμούς της. Την ανάγκη διεξοδικότερης μελέτης του οικογενειακού-λογοτεχνικού περιοδικού εντύπου, όπως και της διηγηματογραφίας της πρώτης μετεπαναστατικής πεντηκονταετίας στο σύνολό της, επισημαίνει η Σοφία Ντενίση σχολιάζοντας το πεζογραφικό έργο του Ν. Δραγούμη (διηγήματα και ταξιδιωτικά κείμενα). Στην εργασία της παρουσιάζεται η πολύπλευρη προσωπικότητα ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της εποχής του και αναδεικνύεται η πρωτότυπη αφηγηματική παραγωγή ενός λογίου που είχε μείνει σε μεγάλο βαθμό ασχολίαστη ως τις ημέρες μας. Η Αικατερίνη Κουμαριανού στρέφει με το μελέτημά της το ενδιαφέρον της στην αξιοσημείωτη δραστηριότητα του Κωνσταντίνου Ράμφου, ενός πεζογράφου με ιδιαίτερα μυθοπλαστικά προσόντα, ο οποίος ασχολήθηκε συστηματικά με την προαγωγή της «εθνικής» μυθιστοριογραφίας προσφέροντας αφηγηματικά πρότυπα που συνδυάζουν την ανάγκη εκλαΐκευσης της ιστορικής γνώσης με την προβολή του ηρωικού και μυθικού χαρακτήρα των εξιστορούμενων δραματικών περιπετειών.

Η Μάρθα Καρπόζηλου προσκομίζει νέα στοιχεία για το έργο και την ιδιωτική ζωή του Νικολάου Β. Βωτυρά, συγγραφέα που παρέμενε σχετικά άγνωστος. Οι πληροφορίες συμπληρώνουν τις λίγες γνωστές βιογραφικές λεπτομέρειες, φωτίζουν το συνολικό εκδοτικό έργο του πεζογράφου και οδηγούν στην πληρέστερη γνώση της θέσης και του ρόλου του στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων. Μετά την επισήμανση της ύπαρξης και της αξίας της «Στρατιωτικής ζωής εν Ελλάδι» από τον Κ. Θ. Δημαρά, ο Παναγιώτης Μουλλάς λύνει οριστικά το πρόβλημα της πατρότητας του έργου δίνοντας απάντηση στα επίμονα ερωτήματα που σχετίζονταν με την αποκάλυψή της. Η ερευνητική προσέγγιση του Παν. Μουλλά δεν αφορά μόνο στην ταύτιση του συγγραφέα του μυθιστορηματικού κειμένου αλλά παρακολουθεί και τις διαδοχικές μεταμορφώσεις του, καθώς στο ερμηνευτικό αναλυτικό του σχήμα εμπλέκονται το προσωπείο του αφηγητή και η ψευδωνυμική ταυτότητα του δημιουργού του αφηγηματικού έργου. Το ίδιο έργο στο πλαίσιο των φιλολογικών συμφραζομένων της εποχής του εξετάζει και ο Κ. Γ. Κασίνης λαμβάνοντας υπόψη του τη θεματολογία και τις ιστορικές αναφορές του πεζογραφήματος, καθώς και τη συνολικότερη πρωτότυπη και μεταφρασμένη παραγωγή που ασχολείται με τα θέματα της ληστείας και του στρατιωτικού βίου. Ο συγγραφέας της μελέτης υπογραμμίζει την ανάγκη συνανάγνωσης της μεταφρασμένης και της πρωτότυπης λογοτεχνίας και επιχειρεί έναν άμεσο παραλληλισμό του ελληνικού έργου με τη μετάφραση αντίστοιχου γαλλικού μυθιστορήματος.

Ο Παντελής Βουτουρής προσδιορίζει με νέους όρους την κριτική και τη λογοτεχνική δραστηριότητα του Αγγελου Βλάχου, ενός λογίου που κατατάχθηκε με σχετική ευκολία στην ομάδα των συντηρητικών και των μισονεϊστών, υπογραμμίζοντας την προδρομική συμβολή του σε θέματα που αφορούν στο γλωσσικό ζήτημα και στο κίνημα του ρομαντισμού. Το ρεαλιστικό αίτημα της προσγείωσης και της θετικότητας της λογοτεχνίας που προβάλλει ο Βλάχος επιβάλλει την αναθεώρηση των καθιερωμένων ερμηνευτικών και αξιολογικών σχημάτων καθώς και την επανεξέταση της αφετηρίας αλλά και των ορίων της αστικής ηθογραφίας. Με το αίτημα του αφηγηματικού ρεαλισμού και τη σύνδεσή του με την ιδεολογία ασχολείται και ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος προτείνοντας μια νέα ανάγνωση του Λουκή Λάρα, του γνωστού πεζογραφήματος του Βικέλα που στηρίζεται στη διασταύρωση συμβάσεων από διαφορετικά πολιτισμικά επίπεδα. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο Βικέλας υιοθετεί τις αρχές του ρεαλισμού επειδή εξυπηρετούν τις δικές του ανάγκες και ικανότητες ανοίγοντας ταυτόχρονα τον δρόμο που θα οδηγούσε στην ηθογραφία.

Κλείνοντας τις εργασίες του συνεδρίου ο Μάριο Βίτι, από τους βασικότερους μελετητές της περιόδου που αμφισβήτησε δημιουργικά τις παγιωμένες διαβεβαιώσεις των γραμματολογιών μας καταθέτοντας τολμηρές όσο και γόνιμες ερμηνευτικές και κριτικές προτάσεις για την προσέγγιση και την αξιολόγηση της κρίσιμης για την ιστορία των γραμμάτων μας πεντηκονταετίας 1830-1880, υποδεικνύει την ανάγκη μιας εξαρχής ταξινόμησης των έργων και των αξιών που προβάλλονται με αυτά από διανοητική και αισθητική άποψη. Ως Παράρτημα, ο Δημήτριος Πολέμης παρουσίασε ένα άγνωστο ως τώρα χειρόγραφο πεζό κείμενο της φαναριώτικης περιόδου που εμπλουτίζει την παράδοση του αφηγηματικού λόγου («Σχολείον των ντελικάτων εραστών», «Έρωτος αποτελέσματα»).

Προτείνοντας τη συνολική περίπου αναθεώρηση των παραδεδεγμένων από τη φιλολογική κριτική ως πρόσφατα, το βιβλίο αυτό συνιστά ουσιαστική τομή. Τρεις γενιές φιλολόγων και ερευνητών συμβάλλουν εξάλλου εδώ. Οι παλαιότεροι μελετητές, τα γνωστά ονόματα που τάραξαν τα νερά τις τελευταίες δεκαετίες, αυτοί που προσδιορίστηκαν στη συνάντηση ως «ενδιάμεση γενιά», οι ώριμοι δηλαδή σήμερα, αλλά και νεότεροι, που τώρα διαμορφώνουν την ερευνητική οπτική τους, όλοι έβαλαν το λιθαράκι τους να αποδείξουν μια ενδιαφέρουσα σύγκλιση: την πύκνωση του ενδιαφέροντος για την επανεξέταση και την επανεκτίμηση του νεοελληνικού πεζού λόγου εν τη γενέσει του.

Βίκυ Πάτσιου, Αννα Ταμπάκη, ΤΟ ΒΗΜΑ, 25-10-1998

Συγγραφέας:
Βαγενάς, Νάσος
Εκδότης:
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Σελίδες:
357
ISBN:
9789605240356
Επιμελητής:
Βαγενάς, Νάσος
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/1/1997

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική