Συνομιλώντας με τους νεκρούς ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟ

Ένας συγγραφέας για τη συγγραφή
12.00
Τιμή Πρωτοπορίας
+
385949
Συγγραφέας: Άτγουντ, Μάργκαρετ
Εκδόσεις: Ωκεανίδα
Σελίδες:288
Ημερομηνία Έκδοσης:1/11/2005

Με αυτό το αυτοβιογραφικό κείμενο η Μάργκαρετ Άτγουντ αφηγείται τη μύησή της στον κόσμο της γραφής. Από τα πρώτα αδέξια βήματα της εφήβου που μαθαίνει να μαγεύεται από τις λέξεις ώς την ωριμότητα του συγγραφέα που ξέρει πως η ανάγνωση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δημιουργίας η Άτγουντ αποδεικνύει ότι την τέχνη της γραφής δεν στη μαθαίνουν ούτε τα εγχειρίδια ούτε οι κανόνες, κι ότι ο πραγματικός δάσκαλος του συγγραφέα είναι ο ίδιος του ο εαυτός στο ρόλο του αναγνώστη.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου







ΚΡΙΤΙΚΗ



Το πρόσφατο βιβλίο της Ατγουντ αποτελεί μια περιήγηση στον κόσμο της γραφής και της ανάγνωσης, όπου η Καναδή συγγραφέας, μετά τη σαραντάχρονη εμπειρία της με τις λέξεις, καταθέτει τις απόψεις της, αλλά και άλλων ομότεχνών της, οι οποίες αφορούν στην εγκαταβίωσή τους στη χάρτινη επικράτεια. Ταυτόχρονα, επιχειρεί να απαντήσει τα ερωτήματα που τίθενται από κάθε γενιά συγγραφέων και να διατυπώσει εκ νέου τα αινίγματα που απασχολούν όσους καταπιάνονται ή φιλοδοξούν να καταπιαστούν με το γραπτό λόγο. Το «Συνομιλώντας με τους νεκρούς» είναι και η πρώτη συστηματοποιημένη έκδοση των απόψεών της που αφορούν στην τέχνη της, αν και η ίδια έχει περιστασιακά εκφράσει τις θέσεις της είτε σε μορφή δοκιμίων είτε ενσωματωμένες στο πεζογραφικό της έργο, αλλά και σε μορφή ποιητικής πρόζας σε ένα παλιότερο έργο της με τον εμβληματικό τίτλο «Murder in the dark». Οπως και τόσοι άλλοι συγγραφείς, έτσι και η Ατγουντ επιχειρεί να ερμηνεύσει τη διαδικασία της γραφής, τα κίνητρα και τους λόγους που οι γράφοντες καταθέτουν τις δημιουργικές τους δυνάμεις στο βωμό της λευκής σελίδας και αφοσιώνονται σε μια τόσο «μονήρη ενασχόληση».

Η παρούσα έκδοση βασίζεται σε μια σειρά διαλέξεων που έδωσε η συγγραφέας δύο χρόνια πριν. Η κάθε διάλεξη αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο και συνοδεύεται από υποσημειώσεις και από έναν πλήρη οδηγό των έργων στα οποία αναφέρεται. Στην ελληνική μεταφορά ο μεταφραστής φρόντισε να συμπληρώσει τους τίτλους και τα απαραίτητα στοιχεία των ελληνικών εκδόσεων.

Στο κάθε κεφάλαιο διαπραγματεύεται και μια διαφορετική προσέγγιση του ρόλου, της ευθύνης και των κινήτρων του συγγραφέα, ενώ -παρά την ακρίβεια των παραπομπών της- η Ατγουντ αποφεύγει να καταφύγει στον αμιγή δοκιμιακό λόγο: το κείμενο διακρίνεται από την κοφτερή γλώσσα, το απαράμιλλο χιούμορ, τα καυστικά σχόλια και τις ευφυείς απόψεις της και δεν διστάζει να προσθέσει βιωματικές λεπτομέρειες στο πλήθος των αναφορών σε κριτικές και άρθρα και στην ιστορία της λογοτεχνίας. Το κύριο θέμα που την απασχολεί είναι η ανατομία και η διαιώνιση ορισμένων μονομανιών και στερεοτύπων που αφορούν τη συγγραφική περσόνα καθώς και οι λόγοι της ανακύκλωσης και διαιώνισης κάποιων ευρέως διαδεδομένων μύθων: Γιατί κάποιος να θέλει να γράψει; Ποια η σημασία της γραφής; Ποιος ο λόγος, εκτός από τη ματαιοδοξία, που κάποιος επιλέγει αυτή την «άχαρη» ενασχόληση; Μέσα από έργα και μαρτυρίες ομότεχνών της, η Ατγουντ επιχειρεί να καταθέσει και την «προσωπική της νότα», μη διστάζοντας να παραθέσει βιώματά της, δυσκολίες και κάποιες κατασταλτικές εμπειρίες.

Στην αρχή κάθε κεφαλαίου η Ατγουντ θέτει το θέμα που πρόκειται να ερευνήσει, δίνοντας έναν ανάλογο τίτλο, και στη συνέχεια δεν διστάζει να κάνει τολμηρούς ελιγμούς προκειμένου να τεθεί η κάθε δυνατή παράμετρός του. Με την υπαινικτική της γραφή ωθεί τους αναγνώστες της να ψάξουν πέρα από τα κλισέ για τον ορισμό της συγγραφικής περσόνας και υπονομεύοντας πλαγίως τα στερεότυπα του μύστη, του μάγου και της ρομαντικής μεγαλοφυΐας και όλων των μύθων που περιβάλλουν την καλλιτεχνική υπόσταση του συγγραφέα, κατορθώνει να αποκωδικοποιήσει τη μάστιγα της «μεγαλομανίας και της παράνοιας», από την οποία υπέφεραν πολλοί προκάτοχοί της αλλά και σύγχρονοι ομότεχνοί της.



Χάρτινοι λαβύρινοι



Εχοντας διαβάσει προσεκτικά τα έργα ενός αριθμού συγγραφέων και έχοντας ακούσει τις περιγραφές τους, η Ατγουντ κατέληξε πως οι εμπειρίες τους μοιάζουν μεταξύ τους και πως κάποια συγκεκριμένα μοτίβα επανέρχονται: το μοτίβο του σκοτεινού δωματίου που «φωτίζεται από τις λέξεις», η βουτιά στο κενό και η περιγραφή της εισόδου στη γραφή ως την είσοδο σε «έναν λαβύρινθο με δεμένα τα μάτια», παρατηρεί πως επαναλαμβάνεται τακτικά σε διηγήσεις συγγραφέων όλων των εποχών.

Το πρώτο κεφάλαιο, που φέρει τον τίτλο «Ποια νομίζεις ότι είσαι;», είναι εν πολλοίς αυτοβιογραφικό και καταγράφει ένα ευρύ φάσμα από προσωπικά της βιώματα ως νεαρή ποιήτρια στο μεταπολεμικό Καναδά, κάτω από δυσχερείς συνθήκες, όπου η διαδεδομένη προκατάληψη για τη γυναίκα που γράφει ήταν κάτι ανάμεσα σε τρελή ερημίτισσα και σε επικίνδυνη femme fatale. Η Ατγουντ σε αυτό το πρώτο συγκινησιακά φορτισμένο κεφάλαιο καταγράφει τις πρώτες απόπειρες δημοσίευσης των ποιημάτων της και τις δυσκολίες που συνάντησε στο να πείσει πως μπορεί να γράφει και ταυτόχρονα να μην αποποιείται το φύλο της και τις ιδιότητές της, σημειώνοντας κάπου χαρακτηριστικά: «Οι συγγραφείς αρέσκονται να λένε πως είναι ανδρόγυνα όσον αφορά τις δυνατότητές τους, κι αυτό αναμφίβολα είναι αλήθεια, μόνο που η πλειονότητα αυτών που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο είναι γυναίκες. Ομως, δεν είναι γένους ουδετέρου όσον αφορά τη ζωή τους και τα ενδιαφέροντά τους».

Η ζωή και η καθημερινότητα των συγγραφέων, οι τρόποι επιβίωσης πριν και μετά τη έκδοσή των βιβλίων τους, θα την απασχολήσει και στα επόμενα κεφάλαια, παραθέτοντας μαρτυρίες μυθιστορηματικών και υπαρκτών προσώπων, πριν περάσει στην αποκρυπτογράφηση ενός ευρύτατα διαδεδομένου μύθου: της διττής υπόστασης του γράφοντος υποκειμένου αλλά και του προσδιορισμού των ιδιοτήτων του. Δηλαδή, πώς διαφοροποιείται ένας συγγραφέας από τους υπόλοιπους θνητούς, ποιο είναι το συμβολικό περιεχόμενο του ρόλου του και πώς μπορεί να χειριστεί τη σύγκρουσή ανάμεσα «στους θεούς της τέχνης και της αγοράς»;



Γραφή και υπογραφή



Στον πίνακα ανακοινώσεων, που είναι αναρτημένος μπροστά στο γραφείο της, η Ατγουντ έχει τοποθετήσει μια επιγραφή που γράφει «Το να θέλεις να γνωρίσεις έναν συγγραφέα γιατί σου αρέσει η δουλειά του, είναι σαν να θέλεις να γνωρίσεις μια πάπια επειδή σου αρέσει το πατέ». Το κυνικό αυτό σχόλιο είναι και ένας υπαινιγμός για την απογοήτευση που ενίοτε προκαλείται από την επαφή με κάποιον του οποίου το έργο θαυμάζουμε αλλά και την απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο που ζει και στον άνθρωπο που γράφει. Η άποψη για τη διπλή υπόσταση και το διχασμό της προσωπικότητας του συγγραφέα, δύο αντίθετων χαρακτήρων που ενοικούν στο ίδιο σώμα, κάτι ανάμεσα σε Δόκτωρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ, ήταν, τουλάχιστον τον προηγούμενο αιώνα, κυρίαρχη. Καταθέτοντας αποσπάσματα από το έργο τού Μπόρχες, του Χένρι Τζέιμς και πλήθος άλλων, η Ατγουντ εξετάζει τις προκαταλήψεις που αποδίδουν στο συγγραφέα διπλή προσωπικότητα, ενός ανθρώπου με απρόβλεπτη και επικίνδυνη φύση που καραδοκεί κάτω από ένα αποδεκτό προσωπείο.

Ο συγγραφέας και οι μύθοι που επικράτησαν εξετάζονται από κάθε πλευρά, βάζοντας στο χειρουργικό τραπέζι όλες τις ιδιότητες που του έχουν αποδοθεί σε διάφορες εποχές, καταλήγοντας πως η σημαντικότερη είναι αυτή του μάρτυρα, για την ακρίβεια του «αυτόπτη μάρτυρα», εκείνου που ταξίδεψε σε απάτητους και σκοτεινούς τόπους για να μας φέρει πίσω το πολύτιμο αγαθό της γνώσης. Στο τελευταίο κεφάλαιο, το οποίο χαρίζει και τον τίτλο στο βιβλίο, η Ατγουντ διαπραγματεύεται τη σχέση γραφής και θανάτου, μνημονεύοντας ήρωες που αψήφησαν τον κίνδυνο και κατέβηκαν στο Βασίλειο των Νεκρών για να φέρουν στην επιφάνεια κάποιο βαρυσήμαντο μήνυμα για τους ζωντανούς. Με αποσπάσματα από τον Βιργίλιο, τον Μπόρχες, τον Ρίλκε, τον Αμλετ και άλλους, επιχειρεί να καταγράψει τους λόγους που τόσοι και τόσοι συγγραφείς καταπιάστηκαν με το θέμα της εισόδου στο σκοτάδι -στο χώρο όπου συμβολικά «κατοικούν οι ιστορίες».

Οι συγγραφείς μαθαίνουν από τους νεκρούς. Γράφοντας ερευνούν και το έργο αυτών που προηγήθηκαν και ταυτόχρονα διαπραγματεύονται και την οφειλή τους σε αυτούς. Ολοι οι συγγραφείς οφείλουν να μετατοπιστούν από το παρόν στο παρελθόν, από το σήμερα στο «μια φορά κι έναν καιρό», προκειμένου να φέρουν στην επιφάνεια ιστορίες από τις οποίες μπορούν να ωφεληθούν οι αναγνώστες. Σύμφωνα με την Ατγουντ, η δική της κάθοδο στον υπόγειο κόσμο της γραφής πηγάζει από την αγωνία της «να μιλήσει για τους νεκρούς» και για να «...επιστρέψει κάτι από αυτό που της δόθηκε».

Το «Συνομιλώντας με τους νεκρούς» είναι ένα κείμενο παρακαταθήκη για όσους γράφουν αλλά και όσους διαβάζουν, ένα κείμενο που διαφωτίζει την παλιά σχέση ανάγνωσης και γραφής. Γραμμένο με το γνωστό παιγνιώδες και πνευματώδες ύφος της συγγραφέως, το βιβλίο, παρ ότι καταγίνεται με θέματα ειδικού ενδιαφέροντος, είναι προσιτό και σε άλλους αναγνώστες. Κατά τη μεταφορά του στη γλώσσα μας το υπαινικτικό ύφος διατηρήθηκε και χάρη στην ικανότητα και στην εκφραστική ευελιξία του μεταφραστή αποδόθηκαν οι αμφισημίες και το παιχνίδι των διφορούμενων εννοιών.



ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΝΤΟΓΛΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 03/03/2006
Συγγραφέας:
Άτγουντ, Μάργκαρετ
Εκδότης:
Ωκεανίδα
Σελίδες:
288
ISBN:
2229604104077
Μεταφραστής:
Στεφανάκης, Δημήτρης
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/11/2005

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!