Τα γλυπτά της Αθήνας

Υπαίθρια Γλυπτική 1834-2004
Έκπτωση
30%
Τιμή Εκδότη: 21.00
14.70
Τιμή Πρωτοπορίας
+
205281
Συγγραφέας: Αντωνοπούλου, Ζέττα
Εκδόσεις: Ποταμός
Σελίδες:225
Ημερομηνία Έκδοσης:1/12/2003
Διαθεσιμότητα στα βιβλιοπωλεία μας
Αθήνα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Θεσσαλονίκη:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες
Πάτρα:
Με παραγγελία σε 2-5 εργάσιμες ημέρες

[...]Η έρευνα είναι συγκροτημένη με σύγχρονο και συστηματικό τρόπο και με επιστημονική ενδελέχεια. Το αποτέλεσμα είναι ένα πλούσιο υλικό βάσης που, πέρα από την αξία του καθεαυτήν, μπορεί να τροφοδοτήσει πολλές περαιτέρω έρευνες σε πολλά διαφορετικά επίπεδα. Την ίδια στιγμή είναι μια σημαντική συμβολή στη μελέτη της νεότερης ελληνικής τέχνης, αλλά και μια αποτροπή συνάμα για να γνωρίσουμε καλύτερα και πληρέστερα όλα αυτά τα έργα. Πιστεύω πως αξίζει να το επιχειρήσουμε, έστω και μέσα από τις σελίδες αυτού του πολύτιμου βιβλίου.

Διονύσης Ζήβος. Ομότιμος καθηγητής Ε.Μ. Πολυτεχνείου







ΚΡΙΤΙΚΗ



Τον πατριωτισμό ενός λαού δεν τον μετρούν οι δημοσκοπήσεις, αλλά η συμπεριφορά προς την πατρίδα. Τον μετρούν οι αξίες που διαμορφώνουν και διέπουν την έμπρακτη σχέση του λαού με το περιβάλλον του, τόσο το φυσικό όσο και το ανθρωπογενές. Αγαπώ την πατρίδα μου σημαίνει ότι νοιάζομαι για την ύπαιθρο και τις πόλεις της όπως για το σπίτι μου, γιατί τις αισθάνομαι βαθιά σαν σπίτι μου.

Στη γειτονιά όπου μένω, στο Κουκάκι, υπάρχει μια μικρή πλατεία μ ένα απέριττο μνημείο: μια αναμνηστική στήλη από ακατέργαστη πέτρα προς τιμήν έξι Επονιτών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς σ αυτό το σημείο το καλοκαίρι του1944. Σήμερα, μια ελεεινή παράγκα της Εταιρείας Φυσικού Αερίου και ατάκτως ερριμμένοι σωλήνες αποτελούν το φόντο αυτού του μνημείου, δυο-τρία μέτρα πίσω του. Μπροστά του, το παρκάκι που το φιλοξενεί σε μια άκρη του είναι ένα σκηνικό που το συνθέτουν μισοξηλωμένα παγκάκια, ρημαγμένα παρτέρια γεμάτα κόπρανα σκύλων και πάσης φύσεως σκουπίδια. Αυτή η εικόνα μού λέει περισσότερα για τον πατριωτισμό των σημερινών Ελλήνων και τους ψυχικούς δεσμούς τους με την Εθνική Αντίσταση απ ό, τι η απόφαση του Δήμου ν ανεγείρει το συγκεκριμένο μνημείο.

Ο γλυπτικός διάκοσμος μιας πόλης αποκαλύπτει πολλά όχι μόνο για τη φιλοκαλία των κατοίκων της και τις ικανότητες των καλλιτεχνών της, αλλά επίσης για το βάθος, την ένταση και την ποιότητα της συλλογικής μνήμης, για τον τρόπο διαχείρισης του ιστορικού παρελθόντος. Τα μνημεία έχουν να διηγηθούν και μια άλλη ιστορία εκτός από εκείνη που απαθανατίζουν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος, που ήθελε τον Κολοκοτρώνη του ασκεπή, με την άγρια χαίτη του ν ανεμίζει, υποχρεώθηκε από την επιτροπή που επέβλεπε το έργο του να του φορέσει τη γνωστή αρχαιοπρεπή περικεφαλαία. Ούτε είναι τυχαίο ότι χρειάστηκε να περάσουν εβδομήντα χρόνια από τον πρώτο μεγάλο εμφύλιο διχασμό και σαράντα από τον δεύτερο για να στηθεί, στην πλατεία Κλαυθμώνος, ένα μνημείο της εθνικής συμφιλίωσης.

Τον ανδριάντα του έφιππου Κολοκοτρώνη τον αναγνωρίζουν και τον αγαπούν όλοι οι Αθηναίοι. Το Μνημείο της Εθνικής Συμφιλίωσης το βλέπουν καθημερινά, αλλά οι περισσότεροι δεν ξέρουν τι αντιπροσωπεύει και είναι ζήτημα αν τους συγκινεί. Για τη σχέση μας με τα γλυπτά αυτής της πόλης ο Κολοκοτρώνης είναι η εξαίρεση, η σύνθεση της πλατείας Κλαυθμώνος ο κανόνας. Δείκτης και αυτό για το βάθος του πατριωτισμού μας. Αλλά και για τον βαθμό οργάνωσης της πολιτισμικής ζωής μας. Γιατί ακόμη και οι πολίτες που θα ήθελαν να μάθουν μερικά πράγματα για το εικαστικό περιβάλλον τους συναντούν ανυπέρβλητες δυσκολίες. Οι σχετικές πληροφορίες είναι διασκορπισμένες και δυσπρόσιτες.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, το βιβλίο της Ζέττας Αντωνοπούλου συνιστά σημαντικότατη συμβολή τόσο στην αθηνογνωσία όσο και στην αυτογνωσία μας. Είναι μια εξαιρετικά επιμελημένη δουλειά, που καταγράφει, απεικονίζει, περιγράφει, εξηγεί όλα τα υπαίθρια γλυπτά της Αθήνας, από το επιτύμβιο μνημείο του Γερμανού αρχαιολόγου Καρόλου Μύλλερ στον Κολωνό - το πρώτο μνημείο που κατασκευάστηκε στη νεότευκτη πρωτεύουσα, το 1840 - ώς τις αφηρημένες συνθέσεις των τελευταίων χρόνων. Δεν περιορίζεται όμως σ αυτά. Μας δίνει και το χρονικό του κάθε γλυπτού - ένα χρονικό όπου σε πάμπολλες περιπτώσεις οι βανδαλισμοί και η ακηδία παίζουν χαρακτηριστικά μεγάλο ρόλο - και μας βοηθάει έτσι να συλλάβουμε τη "βαθιά δομή" της ιστορίας της Αθήνας ως πρωτεύουσας: είναι μια ακτινογραφία των κοινωνικών τάσεων, των ιδεολογικών ρευμάτων, των πολιτικών επιλογών που διαμόρφωσαν, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, τη σημερινή φυσιογνωμία και καθόρισαν τη λειτουργία αυτής της πόλης.

Στην Αθήνα, όπως είναι γνωστό, δεν υπάρχουν παρά λίγα μνημειακά γλυπτά. Τα περισσότερα γλυπτικά έργα είναι ανδριάντες ή προτομές ιστορικών προσώπων και αναμνηστικές στήλες. Ωστόσο, οι ενδιαφέρουσες, ακόμη και τολμηρά πρωτότυπες συνθέσεις είναι πολύ περισσότερες απ ό, τι γενικά πιστεύεται και αρκετές από αυτές είναι πραγματικά ωραίες. Αλλά ο τρόπος ζωής μας δεν μας αφήνει να τις προσέξουμε, η μισοκακόμοιρη αντίληψή μας για την πόλη μας (ουσιαστικά για τον εαυτό μας) δεν μας αφήνει να τις εκτιμήσουμε, η έλλειψη αισθητικής παιδείας και ευγενικού πατριωτισμού δεν μας αφήνει να τις αγαπήσουμε. Θυμάμαι πώς ξετρελάθηκε πριν από χρόνια μια Γερμανίδα φίλη μου, διοργανώτρια εκθέσεων τέχνης, με τον γυάλινο δρομέα του Κώστα Βαρώτσου, που τότε ήταν ακόμη στημένος στο κέντρο της Ομόνοιας. Και αυτό, παρ όλο που το συγκεκριμένο γλυπτό ήταν καταδικασμένο να λοιδορείται και ν ακυρώνεται από το περιβάλλον του εκείνο (στη σημερινή θέση του ο δρομέας "τρέχει" ασφαλώς πιο άνετα, ο σίφουνας από το πέρασμά του παρασύρει τη φαντασία πιο μακριά).

H τελευταία λεπτομέρεια μάς παραπέμπει σε μια πρόσθετη, εξίσου σημαντική αιτία για την απαξίωση των γλυπτών της πρωτεύουσας: την πολύ συχνά εσφαλμένη χωροθέτησή τους. H Αντωνοπούλου κάνει μερικές παρατηρήσεις πάνω σ αυτό, αλλά το θέμα προσφέρεται για ολόκληρες διατριβές από πολεοδόμους, κοινωνιολόγους και τεχνοκριτικούς. Σε τελική ανάλυση πρόκειται για τους ίδιους παράγοντες που οδήγησαν στην αμορφία, την αναρχία και την ασφυξία της ελληνικής αστικής ζωής. Πόσο δένει, για παράδειγμα, ο έφιππος (και κακόγουστος, εδώ που τα λέμε) Καραϊσκάκης του Μιχάλη Τόμπρου με το κλασικίζον περιβάλλον του Ζαππείου, του Καλλιμάρμαρου και του Εθνικού Κήπου; Πόσο τιμά τον Μακρυγιάννη ο ανδριάντας του στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, όταν έχει για φόντο τον σοβατισμένο, γυμνό τοίχο ενός μαγαζιού τουριστικών ειδών (και τα καροτσάκια των σκουπιδιάρηδων του Δήμου);

Υπάρχουν, βέβαια, αρκετές περιπτώσεις που το αποτέλεσμα είναι αρμονικό. Και ούτως ή άλλως η Αθήνα, θα το ξαναπώ, έχει να επιδείξει γλυπτά που θα μπορούσαν να μας κάνουν περήφανους. Αν δεν πηγαίναμε στο Ζάππειο μόνο για χλιδάτο ραχάτι στην Αίγλη, θα μας γοήτευε η ευρηματική χάρη με την οποία ο Δημήτρης Φιλιππότης "ξεφεύγει διακριτικά", όπως γράφει η Αντωνοπούλου, "από τα όρια του κλασικισμού" με τον Ξυλοθραύστη ή τον Μικρό Ψαρά του, "για να απεικονίσει σκηνές πιο απλές και καθημερινές, χωρίς ψυχρότητα και μνημειακό ύφος". Αν η πλατεία Καραϊσκάκη δεν ήταν για μας απλώς μια στάση πριν από τον Σταθμό Λαρίσης, θα μπορούσαμε ν ατενίσουμε με θαυμασμό το Μνημείο των Πεσόντων Αεροπόρων, έργο των Ευάγγελου και Ιωάννη Μουστάκα, που παριστάνει με εξαίσια αφαιρετικό τρόπο την πτώση του Ίκαρου (κι ας λείπει, δυστυχώς, το νερό που έπρεπε να ρέει στη μεταλλική πυραμίδα - βάθρο, όπως προέβλεπε η μελέτη). Αν δεν κάναμε ράλι στον περιφερειακό του Φιλοπάππου, θα μπορούσαμε να περπατήσουμε λίγο στο μικρό πάρκο απέναντι από το θέατρο της Δώρας Στράτου και να σταθούμε με συγκίνηση μπροστά στον Τυφλό Γλύπτη, το τόσο πρωτότυπο, τόσο δυνατό έργο του (τυφλού γλύπτη) Πέτρου Ρουκουτάκη.

Ανέφερα μόνο λίγα παραδείγματα. Το βιβλίο της Αντωνοπούλου πιστοποιεί ότι υπάρχουν πολύ περισσότερα. Πέρα από αυτό όμως δείχνει ότι τα δημόσια γλυπτά της Αθήνας, ανεξάρτητα από την αισθητική αξία τους, τη συμβατική ή ριζοσπαστική τεχνοτροπία τους - τι λέω, σε συνάρτηση με αυτόν τον παράγοντα! - αποτυπώνουν στο σύνολό τους τη σύνθετη ιστορία αυτής της πόλης, με τις φιλοδοξίες και τους καταναγκασμούς της, τις εξάρσεις και τις υφέσεις της, τις εμμονές και τις αντιφάσεις της, τους μύθους και τις αναπόδραστες αλήθειες της. Μια ιστορία στην οποία το μάρμαρο και ο ορείχαλκος δίνουν το καθαρό εκείνο σχήμα που συνήθως τής αρνούνται οι σκέψεις μας και τα συναισθήματά μας.



ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ

ΤΑ ΝΕΑ, 24-04-2004
Συγγραφέας:
Αντωνοπούλου, Ζέττα
Εκδότης:
Ποταμός
Σελίδες:
225
ISBN:
9789608350229
Ημερομηνία Έκδοσης:
1/12/2003

Δεν βρέθηκαν δημοσιεύσεις

Γράψτε μια κριτική
ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Δωρεάν αποστολή σε όλη την Ελλάδα με αγορές > 20€

ΒΙΒΛΙΑ ΧΕΡΙ ΜΕ ΧΕΡΙ

Γιατί τα βιβλία πρέπει να είναι φτηνά!

ΕΩΣ 24 ΑΤΟΚΕΣ ΔΟΣΕΙΣ

Μέχρι 24 άτοκες δόσεις με την πιστωτική σας κάρτα!